Κάθε φορά, πολλές φορές, που ανοίγω το λάπτοπ μου, η πρώτη εικόνα που βλέπω είναι ενός παιδιού, σε κάποια αφρικανική χώρα, με βλέμμα απλανές, κάτι σαν χαμόγελο. Η Unicef ευτυχώς, δεν «παίζει» με τις εικόνες των παιδιών. Δεν θέλει να τους λυπάσαι.

> Ο Ιμπραήμ, 11 ετών, διέφυγε από τη βία στο Αλ Φάσερ, στο Σουδάν. Αλλά καθ’ οδόν, μια οβίδα έπεσε κοντά του, σκοτώνοντας τον αδελφό του και τραυματίζοντας τον Ιμπραήμ, σοβαρά το πόδι του.

«Τον αφήσαμε πίσω,» είπε ψιθυριστά. «Έπρεπε να τρέξουμε για να σωθούμε.» Μετά από εβδομάδες φόβου και συνεχόμενων μετακινήσεων, κατάφερε τελικά να φτάσει σε έναν χώρο φιλοξενίας που υποστηρίζεται από τη UNICEF στην Ταουίλα, όπου έλαβε ιατρική φροντίδα και μια τσάντα με τετράδια και ξυλομπογιές – κάτι βαθιά σημαντικό για ένα παιδί που έχει ζήσει τόσα πολλά.

Το να ασχοληθεί με ένα ευτελές πράγμα, ένα μολύβι, μία γομολάστιχα, ένα φορτηγάκι σπασμένο, ή να παίζει βόλους με τα φιλαράκια του.

Καθώς ο χειμώνας πλησιάζει, ο Ιμπραήμ και χιλιάδες άλλα παιδιά έχουν μεγάλη ανάγκη από κουβέρτες, ζεστά ρούχα, τρόφιμα, καθαρό νερό και ένα ασφαλές μέρος για να μείνουν.

Δεν μπορώ, και σίγουρα δεν χρειάζεται να σηκώσω το τηλέφωνο, ή να κάνω έκκληση από το ραδιόφωνο. Το κάναμε και αυτό στο Super με τον Ρόμπερτ, τον Μανώλη και πολλούς ακόμα που προστέθηκαν.

Όμως, πριν και πάνω από το «δώστε», προτάξαμε το «μάθετε». Το «πληροφορηθείτε». Για να το ζητήσουμε αυτό, τα παιδιά του Super έψαξαν, βρήκαν, κτύπησαν πόρτες. Όλοι τους άνοιξαν. Λίγοι όμως, ελάχιστοι, ήθελαν να μιλήσουν για το επώδυνο μυστικό που έκρυβαν από χρόνια. Το έβλεπαν σαν στίγμα.

Κανένας δεν μπορεί όμως να τους ψέξει για αυτό. Κανένας δεν ξέρει τι Γολγοθά ανεβαίνουν εκείνοι που έχουν «τραυματισμένο» άνθρωπο, ψυχή τε και σώματι, μες το σπίτι τους.

Όμως, με λίγη βοήθεια από τους φίλους, With A Little Help from My Friends των Μπιτλς σε εκείνο το εμβληματικό τους άλμπουμ με το καταπληκτικό εξώφυλλο (φωτό), όλα διορθώνονται:

«Τι θα σκεφτόσουν αν τραγουδούσα άτονα;

Θα σηκωνόσουν  και θα με παρατούσες;

Δάνεισέ μου τα αυτιά σου και θα σου πω ένα τραγούδι

και θα προσπαθήσω να μην είμαι εκτός τόνου.»

Ένα φεγγάρι, στα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα, μια φίλη της Μάνας μου της είπε ότι η κόρη της πήγαινε περίπου δύο φορές την εβδομάδα στον Οίκο Τυφλών στην Καλλιθέα. Εκεί, υπήρχε και ένας χώρους για τυφλά και αυτιστικά παιδιά.

«Τι μπορώ να προσφέρω, δίχως να φανεί ο οίκτος στο πρόσωπό μου;».

Η καλή μου φίλη, η Βιβή, χαμογέλασε και μου’ πε «να έρχεσαι μια-δυο φορές την εβδομάδα και να τους παίζεις κιθάρα»! Και συνέχισε: «Θα δεις πως και πόσο θα ανταποκριθούν στη μουσική. Ίσως διακρίνεις και συναίσθημα σε κάποια προσωπάκια».

Έπειτα, γνώρισα τον πατέρα μιας επιστήθιάς φίλης μου από την Κύπρο, τον Γιώργο Μάρκου, διευθυντή στον Οίκο Τυφλών στη Λευκωσία. Έμαθα πολλά. Ήθελα να κάνω σπουδές επάνω σε αυτό το αντικείμενο. Δεν ήταν εύκολο τότε στην Ελλάδα. Και βέβαια συγγενείς και φίλοι, με απέτρεψαν, γιατί ήδη είχα γίνει δεκτός στην Αγγλία για μεταπτυχιακό σε Στατιστική και Οικονομετρία.

Τίποτα δεν πάει χαμένο, λέει και το τραγούδι.

Εκεί, αλλού η ζωή με πήρε μετά την αποφοίτηση. Σε μια όμορφη Κυπριωτοπούλα από τη Λεμεσό!