Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Άλλο ένα όμορφο αυγουστιάτικο απόγευμα ήταν το χθεσινό. Κανονίσαμε με τον φίλο μου τον Μιχάλη να περπατήσουμε στο γειτονικό πάρκο Ακαδημίας, λίγο πριν καταλήξουμε στην καφετέρια για μια χαλαρή κουβέντα. Μου φάνηκε άκεφος, βαρύθυμος, κάπως έξω απ’ τα νερά του. Μου είπε πως σκεφτόταν τον μακρινό του θείο τον Αντρέα και τη ψυχοπλακωτική κηδεία του την περασμένη βδομάδα, όπου παρευρέθηκαν μόνο ο ίδιος και τρεις-τέσσερις άλλοι γνωστοί του μακαρίτη… Πάνω από ενενήντα ο Αντρέας, ανύπαντρος, χωρίς παιδιά ή άλλους στενούς συγγενείς, πέθανε μόνος στο μικρό του διαμέρισμα, όπως ζούσε μόνος, όλα σχεδόν τα χρόνια της ζωής του… Μου είπε ο Μιχάλης ότι «πήγαινε και τον έβλεπε μέσα-μέσα, μια φορά τη βδομάδα, μια φορά το δεκαπενθήμερο»… και τώρα νιώθει τύψεις που δεν τον επισκεπτόταν συχνότερα…

Μου είπε ότι απ’ όσο τον θυμόταν, ο Αντρέας ήταν πάντα αποτραβηγμένος και «παράξενος» για κάποιους. Μάλιστα, σε μια του επίσκεψη, είδε τον θείο του στον δρόμο μπροστά από το σπίτι του να αποπαίρνει κάποια παιδιά που τον περιγελούσαν ξεφωνίζοντας – με εκείνη την εγωϊστική αθωότητα των παιδιών, όπου δεν υπάρχουν δεύτερες σκέψεις, μίσος ή κακία, αλλά που κάποτε πληγώνει τους άλλους σκληρά. Πρόσθεσε ο Μιχάλης ότι «παρ’ όλο που ο μακαρίτης είχε αποταμιεύσει πολλά χρήματα, τσιγκουνευόταν να ξοδέψει για να έχει μια πιο άνετη ζωή. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, συνήθιζε να πηγαίνει σε συγκεντρώσεις των ηλικιωμένων της κοινότητας που μια φορά τη βδομάδα οργάνωναν οι γείτονες, απλώς για να φάει και να πιει… δωρεάν. Πάντως, το μόνιμο παράπονο του, ήταν ότι δεν έβρισκε άνθρωπο να πει μια κουβέντα και ότι σταμάτησε ακόμα και να πηγαίνει στο καφενείο της γειτονιάς, γιατί κανένας δεν τον χαιρετούσε, ούτε του έδινε καρέκλα να καθίσει».

Ο Μιχάλης μου είπε ακόμα ότι ο θείος του ήταν ένας παρεξηγημένος άνθρωπος που διαμορφώθηκε, προφανώς, μέσα σε ένα συγκεκριμένο οικογενειακό και κοινωνικό πλαίσιο, όπου δεν μπόρεσε να καλλιεργήσει τις όποιες ικανότητες και δυνατότητες του. Και ότι όταν κουβέντιαζε μαζί του, ο Αντρέας μπορούσε να «ξανοιχτεί», να του μιλήσει για πολλά –ιδιαίτερα για τις περιπέτειες της νιότης του στο κατεχόμενο τώρα χωριό του– και να εκφράσει σκέψεις και συναισθήματα που δεν μοιραζόταν εύκολα.  

Είχαμε ήδη προχωρήσει αρκετά ανάμεσα στους ευκαλύπτους και τα πεύκα και τους θάμνους του μικρού δάσους και βγήκαμε κοντά στον παιδότοπο όπου μεγάλοι και μικροί έπαιζαν ξέγνοιαστοι κι ανύποπτοι για το ζόρι που τραβά ο φίλος μου ο Μιχάλης και για το πένθος του για τον μακρινό του θείο τον Αντρέα.