Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η μπουτίκ Cactus άνοιξε τρία χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, τότε που η πόλη τους γέμισε με πρόσφυγες οι οποίοι νοίκιαζαν τα άδεια σπίτια των Εγγλέζων που έφευγαν μαζικά όταν έγινε το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή. Ελλείψει επαρκών υποδομών, οι μαθητές φοιτούσαν για χρόνια στο γυμνάσιο, εναλλάξ, μια εβδομάδα το πρωί και μια το απόγευμα, ώστε να χωρέσουν όλοι στις υπερπληθείς τάξεις μέχρι και σαράντα μαθητών. Τα φροντιστήρια γίνονταν κι αυτά εκ περιτροπής, μια πρωινά και μια απογευματινά. Αυτό προσωρινά, μέχρι να επιστρέψουν οι πρόσφυγες «στις πατρογονικές τους εστίες». Με την αδελφή της δεν βρίσκονταν πλέον παρά μόνο τις Κυριακές, γύρω από το μεσημεριανό τραπέζι, εφόσον φοιτούσαν σε αντίθετο κύκλο. Κάποτε συναντιούνταν και χαιρετιούνταν στον δρόμο την ώρα που η μια πήγαινε σχολείο στις μια το μεσημέρι ενώ η άλλη σχόλαζε.

Η μπουτίκ βρισκόταν δίπλα από τον δημόσιο κήπο εκεί όπου έπαιζαν στα παιδικά τους χρόνια ή τάιζαν φιστίκια την Τζούλη την ελεφαντίνα και τις μαϊμούδες. Σ’ ένα παλιό πέτρινο σπίτι, στο βάθος της αυλής, φύτρωνε ένας τεράστιος κάκτος που άνθιζε μια φορά τον χρόνο με πανέμορφα ροζ ανθάκια γι’ αυτό και η ιδιοκτήτρια ονόμασε το κατάστημά της Cactus. Ήταν πρόσφυγας από την Αμμόχωστο, την πρωτοποριακή και μοντέρνα πόλη με τις πολυκατοικίες, τα ξενοδοχεία, τους τουρίστες και τις ντισκοτέκ. Εμείς, μέχρι τότε στη Λεμεσό, τους μόνους ξένους που είχαμε ήταν τους Εγγλέζους στη NAAFI, το «Μικρό Λονδίνο», όπως το ήξεραν πολλοί. Μια αυτόνομη, αυτάρκης συνοικία που κτίστηκε σε πρότυπα μοντερνισμού, από τον αρχιτέκτονα Φώτη Κολακίδη. Στέγαζε και κάλυπτε όλες τις ανάγκες των στρατιωτικών και των οικογενειών τους, διέθετε σχολείο, υπεραγορά, κοινόχρηστη πισίνα στο «The Island Club». Ακόμη και μετά την ανεξαρτησία του νησιού, η NAAFI δεν έχασε από την αίγλη της, ενώ έσβησε ξαφνικά με την τουρκική εισβολή.

Τα ρούχα της νέας μπουτίκ, της μοναδικής που δεν στεγαζόταν σε μαγαζί με γυάλινη βιτρίνα και σιδεριές, δεν έμοιαζαν μ’ αυτά που βλέπαμε στις βιτρίνες καταστημάτων της πόλης με τα είδη νεωτερισμού ή στα εγγλέζικα καταστήματα από τα οποία ψώνιζαν και οι πρώην αποικιοκράτες. Το σπίτι με το δέντρο-κάκτο είχε μια μικροσκοπική βιτρίνα που προστέθηκε μπροστά από τον πέτρινο τοίχο, όπως αυτές που τοποθετούνταν έξω από τους κινηματογράφους για να διαφημίσουν τις ταινίες που θα παίζονταν «ΠΡΟΣΕΧΩΣ». Η βιτρινούλα, χωρούσε όλα κι όλα ένα-δυο φουστάνια, που η μόδα τους ξεπερνούσε κάθε φαντασία, αφού δεν είχαν να κάνουν τίποτε με όσα έβλεπε κανείς τότε στα περιοδικά Γυναίκα και Burda.

Η Cactus δεν έφερνε ταγεράκια, ούτε φορέματα με βάτες, όπως πρόσταζε η μόδα της δεκαετίας του ’70, αλλά φούστες σε ύφος τσιγγάνικο και ρούχα που θύμιζαν ποδιά του χασάπη ή salopettes, όχι παιδικές αλλά γυναικείες. Όλα τούτα έφεραν μεγάλη ανατροπή στο συμβατικό ντύσιμο και διατάραξαν τις σχέσεις ανάμεσα στις μητέρες και τις έφηβες κόρες τους, λόγω των ενδυματολογικών τους επιλογών.

Σχεδόν ταυτόχρονα με την Cactus άνοιξε και ένα νέο κατάστημα το Cosimo που έφερνε δερμάτινα παπούτσια και τσάντες από την Ιταλία. Στεγαζόταν στο ισόγειο της πρώτης πολυώροφης πολυκατοικίας της πόλης που είχε ανεγερθεί για να στεγάσει οικογένειες προσφύγων. Τα ιταλικά παπούτσια που επέλεγε η κυρία Μαίρη είχαν επίσης ανατρέψει τις ισορροπίες και τα γούστα των γυναικών του νησιού. Πώς γίνεται να πηγαίνεις σε γάμο ή σε τέϊο και να μην φορείς τις μυτερές γόβες με τα λεπτά τακουνάκια που ήταν της μόδας και αντ’ αυτού να φοράς παπούτσια φλατ με σχοινάκια όπως αυτά των Ινδιάνων ή τις espadrillas που φορούσαν οι Ισπανοί χωρικοί, κι άλλα χοντρά σαν «φλαούνες», όπως έλεγαν οι γιαγιάδες.

Όταν το 1978 παντρεύτηκε η Ρούλα, η ξαδέλφη στη Λάρνακα, η μεγάλη αδελφή δεν πήγε στον γάμο γιατί την επομένη έδινε προεισαγωγικές εξετάσεις για Ελλάδα, έτσι η μικρότερη πήρε τον τιμητικό ρόλο να προσφέρει λουκούμια στη δεξίωση. Φόρεσε τα ρούχα που είχαν πιάσει «πουμισιάρικα» από την Cactus, μια τσιγγάνικη φούστα και μια μπλούζα που όχι μόνο δεν είχε βάτες όπως το απαιτούσε η μόδα της εποχής, αλλά επιπλέον έπεφτε κάτω από τους ώμους. Και αντί γόβες, πέδιλα που έδεναν με κορδόνια γύρω από το πόδι. Κάποιες θείες σχολίασαν πως έβλεπαν κάποια αναρχική συμπεριφορά και στάση στις δύο αδελφές και έπρεπε η μητέρα τους να τις προσέξει, να μην ξεφύγουν από τα όρια.

Από τα εφηβικά τους χρόνια δεν ακολούθησαν ποτέ τις τάσεις της μόδας, κάτι που δεν έκαναν ούτε στα είκοσι, στα σαράντα ή στα εξήντα τους. Φορούσαν μόνο ρούχα και παπούτσια που τους άρεσαν και τις έκαναν να νιώθουν άνετα. Γι’ αυτό και τις ξενίζει που στις μέρες μας, ενώ οι γυναίκες μιλούν για ισότητα και το παίζουν χειραφετημένες, αυτοεγκλωβίζονται στην εικόνα της γυναίκας-τρόπαιο, που αξίζει μόνο λόγω της εξωτερικής εμφάνισης.

Κι ενώ ο άντρας δικαιούται να γερνά αξιοπρεπώς, η ίδια στερεί από τον εαυτό της το δικαίωμα αυτό, κυνηγώντας μάταια την εικόνα της αιώνιας νεότητας. Προσπαθεί να ισορροπήσει σε γόβες στιλέτο που της αφαιρούν την ελευθερία κινήσεως και αντί το βήμα της να την παίρνει παραπέρα, πέρα από τις συμβατικότητες και τους συντηρητισμούς, την αφήνει μετέωρη να τρεκλίζει ανάμεσα στην εικόνα της σύγχρονης ανεξάρτητης γυναίκας και αυτή μιας πλαστικής κούκλας.

dena.toumazi@gmail.com