Υπάρχει έντονη η αίσθηση στους καλλιτεχνικούς κύκλους ότι αυτή την εποχή ζούμε μια ιδιότυπη άνοιξη του κυπριακού θεάτρου. Την οποία δεν έφερε μόνο ο κούκος της Θυμέλης, αλλά ένας συνδυασμός παραγόντων στο επίκεντρο των οποίων είναι πάντοτε η δίψα των καλλιτεχνών για έκφραση.

Οι ατζέντες είναι τίγκα με επιλογές για κάθε γούστο, με το επίπεδο της ποιότητας να είναι αισθητά ανεβασμένο, το συναγωνισμό να λειτουργεί και το θεατρόφιλο κοινό να πονοκεφαλιάζει ευχάριστα για το ποια ελκυστική πρόταση θα πρωτοπρολάβει. Αμφιβάλλω αν στη σύγχρονη ιστορία του κυπριακού θεάτρου υπήρξε ποτέ μήνας σαν τον τρέχοντα Νοέμβριο, όπου έπαιζαν και παίζουν ταυτόχρονα παραγωγές με έργα του Σαίξπηρ, του Ίψεν, του Στρίντμπεργκ, του Άρθουρ Μίλερ, όπως επίσης διασκευές εμβληματικών λογοτεχνικών έργων του Ντοστογέφσκι, του Ντίκενς και του Παπαδιαμάντη. Κι έχω απλώς περιοριστεί στο «βαρύ» κλασικό ρεπερτόριο. 

Ο Νοέμβριος είναι ούτως ή άλλως ο πιο «θεατρικός» μήνας του χρόνου, καθώς τα περισσότερα σχήματα τον επέλεγαν παραδοσιακά για να ανοίξουν τα χαρτιά τους στην εκάστοτε νέα θεατρική σεζόν. Με την εφαρμογή του Σχεδίου Θυμέλη, εντούτοις, έχει προφανώς «βαρύνει» ποσοτικά ακόμη περισσότερο μιας και οι δεσμευμένοι οργανισμοί και καλλιτέχνες τρέχουν να κλείσουν τις εκκρεμότητες για το 2017, προκειμένου να εκταμιευθούν οι εγκεκριμένες επιχορηγήσεις.

Διερωτώμαι, λοιπόν, σε ποιο βαθμό μέσα στο γρίφο των κριτηρίων και δικλείδων που ήδη έχουν τεθεί για το Σχέδιο Θυμέλη θα χωρούσαν και πρόνοιες και κίνητρα προς τους ενδιαφερόμενους, φορείς και άτομα, με σκοπό να «απλωθεί» κάπως το θεατρικό καλεντάρι, ειδικότερα στη Λευκωσία. Φαίνεται ότι τα δεδομένα που έχει διαμορφώσει στο θεατρικό σκηνικό το Σχέδιο προκαλούν μια ακόμη μεγαλύτερη συμφόρηση το Νοέμβριο, αλλά κι ένα ασυνήθιστο φόρτωμα κάθε χρόνο μετά το Πάσχα. Το θεατρόφιλο κοινό είναι αλήθεια ότι συνεχώς αναπτύσσεται, ταυτόχρονα με τη θεατρική παραγωγή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο καθένας έχει τη διάθεση και τη δυνατότητα να προλάβει 10 ή και 15 παραγωγές σ’ ένα μήνα, που υπό πιο χαλαρές συνθήκες θα επιδίωκε να πάει να παρακολουθήσει.

Ειρήσθω εν παρόδω, είμαστε σ’ αυτή ακριβώς την εποχή του χρόνου που ο θεατρικός κόσμος της Κύπρου ζει και αναπνέει στους ρυθμούς του Σχεδίου Θυμέλη. Από πλευράς Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου ο κύβος ερρίφθη και η λίστα με τις παραγωγές που έχουν προκριθεί για το 2018 βρίσκεται στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού και αναμένει την (τυπική) τελική έγκριση από τον υπουργό. Τουλάχιστον μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, υπολογιζόταν ότι καλώς εχόντων των πραγμάτων η κρίσιμη εβδομάδα των ανακοινώσεων θα είναι, όπως και πέρσι, η τελευταία του Νοεμβρίου.

Εντούτοις, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στη λίστα του 2017, κάτι φαίνεται να λείπει. Διαπιστώνει κανείς ότι υπάρχουν εγκεκριμένες προτάσεις που έχουν καθυστερήσει και ακόμη περισσότερες που έχουν εγκαταλειφθεί, προς τέρψη φυσικά των επιλαχουσών. Αυτό όμως γεννά εύλογα ερωτήματα για τις συνθήκες και τα αίτια, αλλά και την πλήρη διάθεση των χρημάτων που περισσεύουν.

Υ.Γ. Εύχομαι κι ελπίζω αυτή η άνοιξη του κυπριακού θεάτρου να μην είναι παροδική κι αυτός ο καλός άνεμος να συνεχίσει να φυσά. Η ύπαρξή της δεν πρέπει να προσφέρει άλλοθι στους κρατούντες να διατηρούν την ενίσχυση σε οριακά επίπεδα, αλλά να το δουν σαν ευκαιρία να χτίσουν πάνω της το μέλλον του κυπριακού θεάτρου. Το κλίμα της εποχής, πάντως, το διαπιστώνω και στον εαυτό μου, στα κείμενα που υπογράφω με αφορμή παραστάσεις. Αισθάνομαι να γίνομαι πιο αυστηρός, απαιτητικός και συχνά σχολαστικός, δηλαδή αναπόφευκτα άδικος.

Παρεμπιπτόντως, θα ήθελα να διαβεβαιώσω όσους χαλιούνται ότι δεν διεκδικώ καμιά αυθεντία. Είναι απλώς υποκειμενικές απόψεις που δεν κατατίθενται για να παρασύρουν την κοινή γνώμη, αλλά για να ρίξουν μερικές σταγόνες προβληματισμού στο μύλο της ευρύτερης συζήτησης για το θέατρο. Οι πραγματικοί πρωταγωνιστές είναι πάντοτε οι καλλιτέχνες. Οι υπόλοιποι παραμένουμε περιφερειακοί. Και μένω εδώ.