Της Δένας Αναξαγόρου
Mέρος Β’: Το πάνω και το κάτω σπίτι
Όταν χτιζόταν το σπίτι της γιαγιάς, τη δεκαετία του 1930, η Αγία Ζώνη δεν ήταν ακόμη ενορία. Οικοδομήθηκε από χτιστάδες και μαστόρους που ενώ δεν είχαν ακούσει ποτέ τη λέξη «αρχιτεκτονική», γνώριζαν το μέτρο, το μεσογειακό μέτρο και αφουγκράζονταν πάνω απ’ όλα τους παλμούς της φύσης. Σέβονταν το περιβάλλον και εκμεταλλεύονταν τις φυσικές πηγές ενέργειας. Τα σπίτια χτίζονταν κυρίως από πλίνθο, παραμένοντας έτσι δροσερά το καλοκαίρι με ένα σκιερό ηλιακό να τα διασχίζει, απ’ όπου κυκλοφορούσε το αεράκι, κάνοντας ρεύμα και δροσίζοντας όλα τα δωμάτια που βρίσκονταν δεξιά και αριστερά από το μακρινάρι. Στην τζαμαρία ζεσταίνονταν τα δειλινά του χειμώνα οι κάτοικοί του, ενώ τα υπνοδωμάτια δεν χρειάζονταν θέρμανση εφόσον είχαν νοτιοανατολικό προσανατολισμό.
Η εγγονή ήταν δώδεκα χρονών όταν έγινε η μετακόμιση στο πάνω σπίτι, το ανώι που είχε χτιστεί με σχέδια πρωτευουσιάνου αρχιτέκτονα, μοντέρνο με τα χαρακτηριστικά διακοσμητικά τουβλάκια της δεκαετίας του 70, τους τοίχους με επίστρωση σπριτς και στο εσωτερικό διάδρομους, οι οποίοι απομόνωναν μεν τα υπνοδωμάτια, τους ιδιωτικούς χώρους από το καθιστικό, το σαλόνι, την τραπεζαρία και την κουζίνα αλλά καθιστούσαν τις καθημερινές διαδρομές σκοτεινές και δύσβατες, κάτι που δυσκόλευε την οικογένεια όταν θα ζούσε (μετακόμιζε) σ’ αυτό μια δεκαετία αργότερα, αφήνοντας το ανοιχτόκαρδο κάτω σπίτι που μετατράπηκε σε γραφείο του πατέρα.
Το νέο μοντέρνο και σύγχρονο σπίτι είχε περισσότερα από δύο μπάνια, με μπλε και ροζ είδη υγιεινής, εντοιχισμένα ερμάρια και μια κουζίνα από γαλάζια φορμάικα. Τα σκαλιστά μπαούλα και ερμάρια της γιαγιάς, το ξύλινο τραπέζι και η κονσόλα εγκαταλείφθηκαν στο κάτω σπίτι, μαζί με την αρμαρόλλα της κουζίνας. Στη τζαμαρία αντί των σκαλιστών πολυθρόνων με κόκκινο βελούδο αγοράστηκε ένα νέο σαλονάκι από μπαμπού, τελευταία λέξη της μόδας και αντί κουρτίνες μπήκαν venetian blinds. Κρέμασαν νέα μοντέρνα φωτιστικά, ενώ το έπιπλο πικ-απ αντικαταστάθηκε από ένα στερεοφωνικό συγκρότημα με μεγάλα μεγάφωνα με τα οποία επουμπούριζεν το σπίτι όταν δυνάμωνες τον ήχο.
Το σπίτι πάγωνε τον χειμώνα, τα τούβλα δεν ήταν μονωτικά όπως ο πλίνθος, ενώ ο περισπούδαστος αρχιτέκτονας που δεν είχε μπει στον κόπο να μελετήσει τον προσανατολισμό του οικοπέδου, τοποθέτησε τη σαλοτραπεζαρία, που άνοιγε μόνο στις μεγάλες γιορτές, στη νοτιοανατολική πρόσοψη με αποτέλεσμα τα υπνοδωμάτια και η κουζίνα να είναι ανήλια, παγωμένα τον χειμώνα και οι θερμάστρες ανεπαρκείς για να ζεστάνουν το χώρο. Τα καλοκαίρια το ανώι ήταν καμίνι, αφού οι διάδρομοι, δεν άφηναν τον αέρα να κυκλοφορεί. Όλοι εντούτοις θαύμαζαν το καινούργιο πάνω σπίτι που επέβαλε ένα νέο στυλ, αλλά οι κάτοικοί του κρύωναν ή πύρωναν και κουτουλλούσαν καθημερινά στους διαδρόμους του, νοσταλγώντας το ανοιχτόκαρδο κάτω σπίτι που είχε πια αλλάξει φυσιογνωμία, μετατρεπόμενο σε γραφείο. Μα κανένας δεν έλεγε τίποτα γι’ αυτό.
Η γιαγιά εξακολουθούσε να φροντίζει τον κήπο του και να μένει πίσω στο σπιτάκι το βοηθητικό που το λέγανε «η κάμαρη της γιαγιάς», χαμένο μες στα λεμονόδεντρα της αυλής. Στο πάνω σπίτι η εγγονή έκανε και το πρώτο εφηβικό της πάρτι, με d.j. απ’ αυτούς που είχαν οι δισκοθήκες. Όχι πως τις είχε επισκεφτεί ποτέ αλλά η μεγαλύτερη αδελφή της περιέγραφε με δέος τη μαγεία της Horoscopο. Ο Άντρος ο d.j. είχε έρθει από νωρίς για να στήσει τα σύνεργα και τα μεγάφωνά του. Η μουσική ακουγόταν μέχρι και τον Πεντάδρομο, οι γείτονες κάθονταν άγρυπνοι στα πεζοδρόμια έως τις 11.00 που θα τελείωνε το πάρτι, κόβκοντας κίνηση, οι άντρες με τις ξεμάσχαλες τρυπητές τους φανέλες και οι νεαρές γυναίκες με τα τιραντωτά ή ξώπλατα μπλουζάκια τους. Μόνο οι γιαγιάδες φορούσαν ακόμη και μες στο κατακαλόκαιρο φουστάνια με τα μανίκια μέχρι τον αγκώνα.
Τα κοκ, οι τρούφες και το τζέλι έλιωναν λόγω του καύσωνα, τα αναψυκτικά ζεσταίνονταν και εξαντλούνταν μέσα στον καύσωνα του Ιουλίου, έτσι ο πατέρας με τον θείο Αρτέμη που κάθονταν καραούλι στην κουζίνα με τις θείες και τη γιαγιά, ποσιεπάζοντας κάθε τόσο για να μην χαλαρώνουν οι νέοι και φιληθούν μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, πήγαν να αγοράσουν κι άλλα κιβώτια και πάγο από το μόνο περίπτερο που έμενε ανοιχτό όλο το εικοσιτετράωρο στη μοναδική πλατεία της πόλης. Βρισκόταν στην κακόφημη συνοικία με τα κόκκινα φανάρια, την πλατεία Ηρώων, που οι περισσότεροι κάτοικοι την έλεγαν πλατεία «Ηρώ».
«…δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα·
όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν
μ’ εκείνους που έμειναν μ’ εκείνους που έφυγαν
μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο…
…Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις».
(Κίχλη, Γιώργος Σεφέρης, Το σπίτι κοντά στη θάλασσα)
dena.toumazi@gmail.com
ΕΝΘΕΤΟ
«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε
να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί·
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει· το κυνήγι
ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια·
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.
Μη μου μιλάς για τ’ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της·»