Ουράνιος Ιωαννίδης, Πεύκιος Γεωργιάδης, Άκης Κλεάνθους, Αντρέας Δημητρίου, Γιώργος Δημοσθένους, Κυριάκος Κενεβέζος, Κώστας Καδής. Μην ενοχλείστε. Απλώς έχω το χούι να απαριθμώ υπουργούς, όταν δυσκολεύομαι να κοιμηθώ. Εν προκειμένω πρόκειται για τους Υπουργούς Παιδείας και Πολιτισμού που πέτυχα από τότε που ξεκίνησε η επαγγελματική μου ενασχόληση με τα θέματα του χαρτοφυλακίου τους. Δεν είναι λίγοι, αλλά σε περίπτωση που δεν με πιάσει ο ύπνος, συνεχίζω τους υπολογισμούς.

Έχουμε και λέμε: Μετά από τον Ουράνιο που διατήρησε τον θώκο για σχεδόν 50 μήνες, ο Κώστας Καδής, αν όλα πάνε κατ’ ευχήν –για τον ίδιο-, στο τέλος του Φεβρουαρίου που η κυβέρνηση ολοκληρώνει τη θητεία της θα έχει συμπληρώσει σχεδόν 48 στο τιμόνι του θαλασσοδαρμένου Υπουργείου και θα είναι ο δεύτερος μακροβιότερος Υπουργός Παιδείας της τελευταίας 20ετίας.

Δηλαδή, στην μετα- Κλαίρης Αγγελίδου εποχή. Κατά τη διάρκεια της θητείας της οποίας κολλήσαμε την ουρά στον γάιδαρο και προσθέσαμε το «και Πολιτισμού», έτσι, μόνο και μόνο για τη μόστρα. Κι έκτοτε ο τομέας συνεχίζει διοικητικά να φυτοζωεί στη σκιά της μεγάλης του αδερφής και αρκείται να βολοδέρνει από υποσχέσεις σε υποσχέσεις κι από αερολογίες σε αερολογίες, παραμένοντας επί της ουσίας μια επιφανειακή μετεξέλιξη της πάλαι ποτέ Μορφωτικής Υπηρεσίας.

Χρόνο, λοιπόν, είχε άπλετο ο νυν υπουργός κι ελπίζω να το θυμάται αυτό όταν αποχωρώντας κοιταχτεί στον καθρέφτη για τελευταία φορά. Πολύ λιγότερο χρόνο χρειάστηκε π.χ. ο νυν συνάδελφός του της Υγείας για να βγάλει το «πολύ» ΓεΣΥ από έναν κυκεώνα προσωπικών συμφερόντων. Και, σε συνάφεια με το αντικείμενο, ακόμη λιγότερο (12 μήνες θητείας) χρειάστηκε ο αείμνηστος Άκης Κλεάνθους για να εκπονήσει τον φιλόδοξο Στρατηγικό Σχεδιασμό για τον Πολιτισμό. Πρώην συνάδελφός του κι εκείνος, στο τελευταίο Υπουργικό Συμβούλιο του Τάσσου Παπαδόπουλου, με τον Καδή στο Υπουργείο Υγείας. Αν ψάξει σε κάποιο συρτάρι του γραφείου του μπορεί να βρει καταχωνιασμένο ό,τι πιο ελπιδοφόρο είχε ποτέ τροχοδρομηθεί από προκάτοχό του, στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης και συνεκτικής αντιμετώπισης του Πολιτισμού.

Υποψιάζομαι, όμως, ότι κι εκείνες ακόμη τις στιγμές που θα κοντοσταθεί μπροστά στο είδωλό του, θα αραδιάσει στον εαυτό του τις ίδιες δικαιολογίες που ψελλίζει όταν του απευθύνουν ερωτήσεις σχετικά με το «αχάιδευτο παιδί» του χαρτοφυλακίου του. Του τύπου «πέσαμε σε εποχή οικονομικής κρίσης», «το Υπουργείο Οικονομικών έχει κλείσει την κάνουλα»,  «ο Πολιτισμός είναι το πρώτο θύμα του προϋπολογισμού». Κι ας λένε κάποιοι ότι θα έπρεπε να είναι το τελευταίο ή ότι και στις εποχές των παχέων αγελάδων παρέμενε πολιτικό αποπαίδι. Ή πιο ακραίες και εξωφρενικές δικαιολογίες. Όπως το «αν διαταράξουμε τη διοικητική δομή του πολιτισμού θα προκαλέσουμε επιπλοκές στο εθνικό θέμα» (!).

Ορίστε, εκνευρίστηκα κι ο Μορφέας με απαρνιέται. Γι’ αυτό ας κάνουμε το ταξιδάκι στον χρόνο. Ο Υπουργός προφανώς εννοεί ότι η αυτονόμηση του Πολιτισμού (για την ακρίβεια, η πλήρης αυτονόμηση, στη βάση της σκοροφαγωμένης πια μελέτης για την Ενιαία Αρχή που παρέλαβε στις 24 Οκτωβρίου 2008 ο Ανδρέας Δημητρίου) ενέχει το φόβο της αντισυνταγματικότητας, επειδή θα περιλάβει και το Τμήμα Αρχαιοτήτων, που σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1959 υπάγεται στο Υπουργείο Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων –μη ρωτάτε γιατί. Θεωρούν ότι υπάρχει πάντα η πιθανότητα να μας ζητήσει το λόγο το σύνοικο στοιχείο και να το εκλάβει ως μονομερή ενέργεια; Ίσως.

Μα με την ίδια λογική, η ίδια η ύπαρξη του Υπουργείου Παιδείας είναι αντισυνταγματική. Ιδρύθηκε το 1965, «για λόγους εθνικού συμφέροντος και με βάση το δίκαιο της ανάγκης», με το νόμο 12 που προέβλεπε τη διάλυση της, προβλεπόμενης από το Σύνταγμα, Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης. Είχαν προηγηθεί τα γεγονότα του 1963-΄64 και η αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τους πολιτειακούς θεσμούς.

Κατά την άποψή μου συντρέχουν και τώρα λόγοι εθνικού συμφέροντος και η ανάγκη για να περισωθεί το ναυάγιο του πολιτισμού είναι επείγουσα. Μια χαρά συνταγματικά είναι π.χ. τα υπό δημιουργία Υφυπουργεία Τουρισμού, Ανάπτυξης και Ναυτιλίας. Το πρόβλημα δεν είναι το σύνταγμα, φτάνει με την κοροϊδία. Τα τυχόν νομικά προσκόμματα είναι εύκολο να ξεπεραστούν. Αυτό που δεν ξεπερνιέται με τίποτα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης και η πατροπαράδοτη τσιγκουνιά όταν πρόκειται για την πολιτιστική διακυβέρνηση.