Ξημέρωνε κόκκινα σήμερα. Από εκείνες τις ανατολές που μοιάζουν να κρατούν ακόμη μέσα τους τη φωτιά της νύχτας. Για μια στιγμή σκέφτηκα πόσο εύκολα ένα τέτοιο φως θυμίζει πόλεμο. Μια Ανατολή φλεγόμενη. Η εξουσία συχνά ανταμείβει την ταχύτητα, την αποφασιστικότητα, το ένστικτο. Όμως η πραγματική ηγεσία απαιτεί συχνά το αντίθετο: παύση. Σκέψη. Αμφιβολία. Την ικανότητα να μην παρασύρεσαι από τη φλόγα της στιγμής. Να κρατάς απόσταση από τον θυμό, τον φόβο, την ανάγκη να δείξεις πυγμή. Το ένστικτο έχει θέση στην πολιτική. Αλλά πρέπει να είναι η εξαίρεση. Ο κανόνας πρέπει να είναι η σκέψη. Δεν ξέρω πώς έρχεται η ειρήνη. Ξέρω όμως αρκετά καλά πώς δεν έρχεται. Δεν έρχεται με το «βομβαρδίστε τους μέχρι την κόλαση». Δεν έρχεται με τη λογική ότι αν ισοπεδώσεις μια χώρα, θα εξαφανίσεις και το μίσος που γέννησε. Δεν έρχεται με την αυταπάτη ότι η στρατιωτική υπεροχή αρκεί για να κλείσει κύκλους ιστορίας που άνοιξαν δεκαετίες – ή και αιώνες – πριν. Ιδιαίτερα όταν μιλάμε για τη Μέση Ανατολή.

Η ιστορία της περιοχής μας διδάσκει κάτι απλό: κάθε βόμβα που πέφτει λύνει ένα πρόβλημα σήμερα και δημιουργεί τρία αύριο. Η λογική που ακούγεται συχνά είναι γνώριμη: θα ισοπεδώσουμε το Ιράν και έτσι θα νικήσουμε. Θα εξαλείψουμε τους φανατικούς που θέλουν να μας καταστρέψουν. Θα τελειώσουμε μια για πάντα με την απειλή.

Η ιστορία όμως σπάνια λειτουργεί έτσι. Διάβαζα στους Αδελφοφάδεςένα απόσπασμα που δεν ξεχνιέται εύκολα. Περιγράφει μια γυναίκα που στέκεται μπροστά στους αντίπαλους στρατιώτες, κρατώντας το παιδί της στην αγκαλιά:

«Αυτό το μωρό δε θα βυζάνει πια γάλα. Θα βυζάνει μίσος, καταφρόνια κι εκδίκηση. Και σα μεγαλώσει, θα πάρει κι αυτός τα βουνά…»

Ο Καζαντζάκης δεν μιλούσε για τη Μέση Ανατολή. Μιλούσε για τον ανθρώπινο κύκλο της βίας.

Αν σκοτώσεις έναν πατέρα μπροστά στο παιδί του, ίσως να κερδίσεις μια μάχη. Αλλά μόλις έχεις γεννήσει έναν εχθρό που θα μεγαλώσει μέσα στην ιδέα της εκδίκησης. Αυτό δεν είναι ηθική παρατήρηση. Είναι πολιτική πραγματικότητα.

Σήμερα στο Ιράν φαίνεται να αναδύεται μια νέα ηγεσία γύρω από τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, τον γιο του τέως ηγέτη. Οι πληροφορίες λένε ότι στον βομβαρδισμό που σκότωσε τον πατέρα του, έχασε επίσης τη μητέρα του, τη σύζυγό του και ένα παιδί.

Αναρωτιέται κανείς: υπάρχει κάποιος που πιστεύει ότι ένα τέτοιο καθεστώς θα γίνει πιο μετριοπαθές; Ή μήπως θα γίνει πιο σκληρό, πιο καχύποπτο, πιο φανατικό; Η πολιτική δεν είναι μαθηματικά. Αλλά κάποια μοτίβα επαναλαμβάνονται με ανησυχητική συνέπεια. Γι’ αυτό και η σημασία της ηγεσίας είναι καθοριστική.

Ο ηγέτης δεν είναι αυτός που έχει όλες τις απαντήσεις. Είναι αυτός που ξέρει να θέτει τις σωστές ερωτήσεις. Που ακούει περισσότερο απ’ όσο μιλά. Που ζυγίζει αποφάσεις απέναντι στις αξίες του και στο συμφέρον του λαού του – όχι απέναντι στο προσωπικό του κύρος, κέρδος ή στην ανάγκη για στιγμιαία πολιτική επιβεβαίωση.

Η ιστορία είναι γεμάτη ηγέτες που πίστεψαν ότι μπορούν να λύσουν πολύπλοκα προβλήματα με απλές στρατιωτικές λύσεις. Και είναι γεμάτη λαούς που πλήρωσαν το τίμημα αυτής της απλοϊκής βεβαιότητας.

Ο Σουν Τσου, στο αρχαίο κινεζικό έργο Η Τέχνη του Πολέμου, έγραφε κάτι που φαίνεται σήμερα σχεδόν ξεχασμένο: η ύψιστη μορφή στρατηγικής είναι να κερδίζεις χωρίς μάχη. Να εξασφαλίζεις τη νίκη πριν καν αρχίσει η σύγκρουση. Ο πόλεμος χωρίς ξεκάθαρο στόχο, χωρίς σχέδιο εξόδου, χωρίς κατανόηση της κοινωνίας που χτυπάς, δεν είναι στρατηγική. Είναι παρόρμηση. Εργαλείο εντυπώσεων και όχι ύστατη επιλογή με τη βαρύτητα της ιστορίας.  Δεν ξέρω πώς έρχεται η ειρήνη. Σίγουρα δεν γεννιέται από τη βεβαιότητα ότι μπορείς να συντρίψεις τον αντίπαλο. Γεννιέται από τη σοβαρότητα να καταλάβεις τι θα γεννηθεί από τα ερείπια. Και κάθε ηγέτης που ξεκινά έναν πόλεμο χωρίς να μπορεί να απαντήσει με ειλικρίνεια σε αυτή την ερώτηση, δεν επιδεικνύει δύναμη. Επιδεικνύει επικίνδυνη ελαφρότητα.

*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Πανεπιστημίου Κύπρου