Ο ορισμός μίας έννοιας μπορεί να εξηγήσει, να αναλύσει και να ερμηνεύσει μία λέξη με έναν άμεσο και χρηστικό τρόπο. Στην πολιτική επικοινωνία, ειδικότερα, ο ορισμός μπορεί να νοηματοδοτήσει μία έννοια, να την επαναπροσδιορίσει και να την επανατοποθετήσει στο πολιτικό λεξιλόγιο, με στόχο να επηρεάσει τους δέκτες. Η χειραγώγηση των λέξεων αποτελεί μέρος του παιγνίου για τον εννοιολογικό έλεγχο, ο οποίος μπορεί να καθορίσει σε ένα βαθμό την πολίτικη ατζέντα μίας προεκλογικής εκστρατείας.
Για παράδειγμα: Οι όροι «παραδοσιακό κόμμα», «ιστορικό κόμμα», «κατεστημένο» και «παλαιοκομματισμός» προσδιορίζουν το ίδιο φαινόμενο, με διαφορετική, όμως, χροιά. Αυτό που παρατηρήθηκε στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές είναι η σύσταση ενός νέου δίπολου για τα κυπριακά δεδομένα, μέσω της αντιπαράθεσης των «παραδοσιακών» ή «ιστορικών» κομμάτων με τους νεοφανείς και «αντισυστημικούς» κομματικούς σχηματισμούς. Τα παλαιά κόμματα, αυτοπροσδιοριζόμενα και ως ιστορικά, προσπάθησαν – σε ένα βαθμό το πέτυχαν – να αναδείξουν την απειλή της εισόδου νέων και «ιδεολογικά ασυνάρτητων» κομμάτων, για το ισχύον πολιτικό σύστημα. Από την άλλη, τα νέα κόμματα, αντιπαρέβαλαν τη φρεσκάδα σε πρόσωπα και ιδέες, για να μετατοπίσουν τη θεματολογία στη διαπλοκή και τη διαφθορά του παλαιοκομματισμού. Επομένως, τα κυρίαρχα κόμματα της τελευταίας 50ετίας κατασκεύασαν τον διαιρετικό άξονα «εμείς», οι εγγυητές της ομαλότητας, σε αντιπαραβολή με τους «άλλους», οι οποίοι θα εισάγουν νέα ήθη, επικίνδυνα για τη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού.
Στο μέσο αυτό της συζήτησης βρισκόταν το ΕΛΑΜ, το οποίο δεν δήλωνε ούτε «παραδοσιακό» αλλά ούτε και «νέο». Με τη μέθοδο της «τριγωνοποίησης», προσπαθούσε, αφενός, να τηρήσει την αρχή περί «αντισυστημικού» κόμματος· αφετέρου, δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να ταυτιστεί με τον «προτεσταντισμό» των νεοεμφανιζόμενων σχημάτων.
Ανάλογη στρατηγική, περίπου, ακολούθησαν και τα τηλεοπτικά κανάλια, κατά την τελευταία βδομάδα της προεκλογικής εκστρατείας. Στα πάνελ των βραδινών εκπομπών καλούνταν, συνήθως, οι επικεφαλής 6 κομμάτων: ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ, ΕΛΑΜ, ΑΛΜΑ και Άμεση Δημοκρατία. Τα κανάλια δεν λειτούργησαν υπό τη «λογική των μέσων», η οποία θέλει τα μέσα να επιβάλλουν τη δική τους ατζέντα στις πολιτικές συζητήσεις. Ταυτίστηκαν με τη «λογική των δημοσκοπήσεων», συμβάλλοντας, ουσιαστικά, στη «λογική της εκστρατείας» των κυρίαρχων κομμάτων. Η σύνθεση των πάνελ καθοριζόταν, κυρίως, από τη δημοσκοπική δυναμική των κομμάτων και λιγότερο από την κοινοβουλευτική τους παρουσία. Ως αποτέλεσμα, ήταν ο αποκλεισμός, των μέχρι πρόσφατα κοινοβουλευτικών κομμάτων, ΕΔΕΚ, Οικολόγων και ΔΗΠΑ. Επομένως, υπ’ αυτό το πρίσμα τα παραδοσιακά μέσα, με κύριο εκφραστή τη δύναμη του τηλεοπτικού δέκτη, δήλωσαν παρών στον άτυπο ανταγωνισμό με τα «νέα μέσα» και τις διαδικτυακές εφαρμογές, ως προς τον έλεγχο του πολιτικού μηνύματος.
Συμπερασματικά, αν και έχει παραγκωνιστεί η τηλεοπτική πολιτική διαφήμιση, όπως κατασκευαζόταν στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1950, η κυπριακή τηλεόραση προσπάθησε να αφήσει το αποτύπωμά της μέσω των τηλεμαχιών. Υπακούοντας στους κανόνες που έθεσαν οι δημοσκοπήσεις ανέδειξε τη διαιρετική τομή «παραδοσιακά – νέα» μέσα, ως συνέχεια του άξονα «παραδοσιακά – νέα» κόμματα, ο οποίος εκφεύγει από το κυρίαρχο υπόδειγμα των κυπριακών βουλευτικών εκλογών, όπως το γνωρίζαμε τα τελευταία 50 χρόνια.
Δρ. Πολιτικής Επικοινωνίας