Η συζήτηση για το μέλλον του Σχεδίου Διορισμού Εκπαιδευτικών δεν πρέπει να μετατραπεί σε αναδρομική αντιπαράθεση για το ποιος ήταν υπέρ ή κατά της νομοθεσίας του 2015. Περισσότερο από μία δεκαετία μετά, οφείλουμε να αξιολογούμε την κατάσταση με βάση τα πραγματικά δεδομένα που δημιούργησε η εφαρμογή της.
Η συνέπεια δεν σημαίνει προσκόλληση σε συνθήματα, αλλά προσήλωση στη δικαιοσύνη, την ισονομία, την αξιοκρατία και την ορθολογική στελέχωση των δημόσιων σχολείων. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι απλώς «παραμονή ή κατάργηση» του υφιστάμενου συστήματος, αλλά αν το κράτος προετοίμασε σωστά τη μετάβαση και αν μπορεί σήμερα να αγνοήσει τα δικά του λάθη.
Με βάση τη νομοθεσία, μέχρι τις 31 Αυγούστου 2027 οι διορισμοί κατανέμονται μεταξύ των Καταλόγων Διοριστέων και Διορισίμων, ενώ από την 1η Σεπτεμβρίου 2027 προβλέπεται η αποκλειστική εφαρμογή του Καταλόγου Διορισίμων. Η μετάβαση, όμως, δεν σχεδιάστηκε αποτελεσματικά.
Το πρώτο σοβαρό λάθος του ΥΠΑΝ ήταν ότι δεν έκλεισε έγκαιρα τον Κατάλογο Διοριστέων για νέες εγγραφές. Ενώ είχε αποφασιστεί η κατάργησή του, συνέχισε να δέχεται νέους αποφοίτους, διευρύνοντας τον αριθμό των επηρεαζομένων και καλλιεργώντας νέες προσδοκίες.
Το δεύτερο και σοβαρότερο λάθος αφορά τους διορισμούς στα Προαιρετικά Ολοήμερα Σχολεία. Η κατάργηση της αγοράς υπηρεσιών και η μετατροπή των εκπαιδευτικών σε συμβασιούχους δεν συνοδεύτηκε από την αναγκαία προσαρμογή του συστήματος διορισμών. Δεν υπήρξε πρόνοια για τη μεταβατική ένταξή τους στον Κατάλογο Διορισίμων ούτε επαρκής αναγνώριση της πολυετούς υπηρεσίας τους.
Έτσι δημιουργήθηκε μια θεσμική αντίφαση: εκπαιδευτικοί που κρίθηκαν κατάλληλοι να διδάσκουν επί σειρά ετών στο δημόσιο σχολείο να κινδυνεύουν μετά το 2027 να αποκλειστούν επειδή δεν πέτυχαν ή δεν συμμετείχαν στη γραπτή εξέταση.
Η πρόταση της Υπουργού αναγνωρίζει ότι η μηχανιστική εφαρμογή της νομοθεσίας μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στελέχωσης. Δεν διατηρεί τον Κατάλογο Διοριστέων, αλλά εισηγείται τη μετάβαση σε ενιαίους Καταλόγους Διορισίμων με διορθωτικές ρυθμίσεις.
Μεταξύ άλλων, προτείνει κατάργηση της βάσης επιτυχίας ώστε η εξέταση να λειτουργεί ως εξέταση κατάταξης, πιθανή μείωση της βαρύτητάς της και μεγαλύτερη βαρύτητα στην προϋπηρεσία. Προβλέπει επίσης διατήρηση των κατοχυρωμένων βαθμολογιών, συνέχιση της απασχόλησης των αορίστου χρόνου και δημιουργία κλειστού μητρώου για συμβασιούχους και αντικαταστάτες με καθορισμένη υπηρεσία μέχρι τις 31 Αυγούστου 2027.
Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να προστατευθούν όσοι ήδη υπηρετούν, χωρίς όμως να εξασφαλίζεται αυτόματη ένταξη στους Καταλόγους Διορισίμων ή μόνιμος διορισμός. Παραμένουν, ωστόσο, ανοικτά κρίσιμα ζητήματα, όπως η απαιτούμενη υπηρεσία, η διάρκεια του μητρώου, η σειρά προτεραιότητας και η τελική βαρύτητα εξέτασης και προϋπηρεσίας.
Η πρόταση συναντά την ΠΟΕΔ στη διαπίστωση ότι το σύστημα δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς διορθώσεις. Υπάρχει σύγκλιση στην ανάγκη προστασίας όσων ήδη υπηρετούν, στην αναγνώριση της προϋπηρεσίας και στη διασφάλιση της στελέχωσης των σχολείων.
Η βασική διαφορά αφορά τον τρόπο. Η ΠΟΕΔ υποστηρίζει τη συνέχιση των διορισμών και από τους δύο Καταλόγους μετά το 2027, ενώ η Υπουργός προτείνει την κατάργηση του Καταλόγου Διοριστέων και μεταβατικές δικλίδες προστασίας. Και οι δύο πλευρές επιδιώκουν να αποφευχθούν νέες αδικίες, όμως μια λύση που θα μεταφέρει το κόστος από τη μία ομάδα στην άλλη δεν θα λύσει το πρόβλημα.
Η πρόταση της Υπουργού δεν αποτελεί τελικό νομοσχέδιο, αλλά το πρώτο ολοκληρωμένο γραπτό πλαίσιο πάνω στο οποίο μπορούν να τοποθετηθούν οι εκπαιδευτικές οργανώσεις. Μέχρι σήμερα κυριαρχούσαν δηλώσεις και σενάρια. Τώρα υπάρχει επιτέλους βάση για ουσιαστικό θεσμικό διάλογο.
Το ζητούμενο είναι να διορθωθούν οι στρεβλώσεις που ανέδειξε η εφαρμογή του νόμου. Η επάρκεια της πρότασης θα κριθεί από τις απαντήσεις στα ανοικτά ζητήματα. Είναι όμως η αφετηρία για να περάσουμε από την ιδεοθύελλα στον πραγματικό διάλογο και να δοθεί τέλος στην αβεβαιότητα των εκπαιδευτικών.
*Γενικός γραμματέας ΠΑΔΕΔ – Πρωτοπορία