Η εικόνα υπήρξε πάντοτε μέσο επικοινωνίας. Στις μέρες μας, όμως, απέκτησε τον χαρακτήρα κριτηρίου. Δεν συνοδεύει πλέον τον άνθρωπο· τον προλαβαίνει. Προηγείται της γνωριμίας, της συνομιλίας, ακόμη και της σκέψης. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα διαμορφώνει εντυπώσεις που συχνά επιμένουν περισσότερο από την ίδια την αλήθεια.
«Ούκ εν τω φαίνεσθαι, αλλ’ εν τω είναι.»
Η διάκριση αυτή διατρέχει τη φιλοσοφική σκέψη επί αιώνες και εξακολουθεί να φωτίζει σύγχρονα διλήμματα. Ο πολιτισμός οικοδομήθηκε επάνω στην αναζήτηση της ουσίας· η εποχή μας, όμως, δείχνει να γοητεύεται ολοένα και περισσότερο από το περίβλημά της. Λίγες εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής αποτυπώνουν τόσο καθαρά αυτή τη μετατόπιση όσο ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το σώμα.
Από όλα τα στοιχεία της ανθρώπινης παρουσίας, κανένα δεν συγκεντρώνει περισσότερες προσδοκίες, συγκρίσεις και κρίσεις από το σώμα. Το ανθρώπινο σώμα είναι η πιο αυθεντική μαρτυρία της ζωής. Φέρει τα ίχνη του χρόνου, διαφυλάσσει τη μνήμη της εμπειρίας και αφηγείται, χωρίς λέξεις, τη διαδρομή κάθε ανθρώπου. Η χαρά, η μητρότητα, η δοκιμασία, η ασθένεια, η ανάρρωση, ακόμη και οι αθόρυβες στιγμές της καθημερινής ζωής εγγράφονται επάνω του με τρόπο μοναδικό. Καμία γραμμή δεν είναι τυχαία· καθεμία αφηγείται μια ιστορία. Η φυσικότητα, επομένως, δεν αντιστρατεύεται την ομορφιά· αποτελεί την αυθεντικότερη μορφή της, γιατί μαρτυρεί την αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης.
Παρ’ όλα αυτά, η εποχή μας καλλιεργεί μια αισθητική που επιδιώκει την αδιάκοπη τελειότητα. Η εικόνα προβάλλεται αδιάκοπα, επεξεργάζεται, εξιδανικεύεται και αναπαράγεται, ώσπου η εξαίρεση να παρουσιάζεται ως κανόνας και η φυσική ανθρώπινη μορφή να προκαλεί έκπληξη. Έτσι, η αισθητική απομακρύνεται από την αυθεντικότητα και πλησιάζει την τυποποίηση. Η ποικιλία, που υπήρξε πάντοτε γνώρισμα της ζωής, υποχωρεί μπροστά στην ομοιομορφία, η οποία προβάλλεται ως προϋπόθεση αποδοχής. Έτσι, το φυσικό μετατρέπεται σταδιακά σε εξαίρεση και το τεχνητό διεκδικεί τη θέση του αυτονόητου.
Η ιστορία, ωστόσο, υπενθυμίζει ότι η έννοια της ομορφιάς υπήρξε πάντοτε ρευστή. Κάθε εποχή διαμόρφωσε πρότυπα, αναλογίες και αντιλήψεις περί κάλλους που ανταποκρίνονταν στις δικές της αξίες. Εκείνο που άλλοτε θεωρούνταν ιδανικό, αργότερα εγκαταλείφθηκε, για να παραχωρήσει τη θέση του σε μια νέα εκδοχή του ωραίου. Τα πρότυπα αλλάζουν μαζί με τις κοινωνίες που τα δημιουργούν. Γι’ αυτό καμία εποχή δεν κατόρθωσε να ορίσει οριστικά την ομορφιά. Το μόνο που κατόρθωσε ήταν να αποκαλύψει τις δικές της αντιλήψεις για αυτήν. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όμως, παραμένει η μόνη σταθερά. Δεν μεταβάλλεται μαζί με τα πρότυπα, επειδή δεν αντλεί την αξία της από την εικόνα, αλλά από τον ίδιο τον άνθρωπο.
Στο σημείο αυτό αναδύεται και μια βαθύτερη ψυχολογική διάσταση. Η αυστηρή κρίση απέναντι στην εμφάνιση των άλλων σπάνια πηγάζει αποκλειστικά από εκείνον που κρίνει· συχνά αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο έχει μάθει να αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό. Η ανάγκη για αναγνώριση και ένταξη αποτελεί μία από τις βαθύτερες ανθρώπινες ανάγκες και, όταν η κοινωνική αποδοχή συνδέεται με συγκεκριμένα πρότυπα εμφάνισης, η εξωτερική μορφή μετατρέπεται σταδιακά σε όρο συμμετοχής. Από εκεί αρχίζει η αδιάκοπη σύγκριση, η οποία σπάνια οδηγεί στην αυτογνωσία· αντίθετα, καλλιεργεί την ανασφάλεια και μετατρέπει την κρίση προς τους άλλους σε άμυνα απέναντι στις προσωπικές μας αμφιβολίες.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι η αυστηρότερη κριτική απέναντι στη γυναικεία εμφάνιση εκφράζεται πολλές φορές από άλλες γυναίκες. Το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί παράδοξο· αποκαλύπτει τη δύναμη με την οποία τα κοινωνικά πρότυπα ριζώνουν στη συλλογική συνείδηση. Όταν μια αντίληψη επαναλαμβάνεται επί δεκαετίες, παύει να βιώνεται ως επιβολή και μετατρέπεται σε αυτονόητο κανόνα. Έτσι, η συμμόρφωση παρουσιάζεται ως φυσική επιλογή και κάθε διαφορετική έκφραση αντιμετωπίζεται με δυσπιστία.
Το πρόσφατο περιστατικό που απασχόλησε τη δημόσια συζήτηση υπενθύμισε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο αυτή την πραγματικότητα. Ένα φόρεμα στάθηκε αρκετό για να μετατοπίσει το ενδιαφέρον από την προσωπικότητα, την πορεία και την προσφορά μιας γυναίκας προς την εξωτερική της εμφάνιση. Η δημόσια κριτική περιστράφηκε γύρω από τη μορφή και άφησε στο περιθώριο τον άνθρωπο. Η δυσκολία δεν αφορούσε το ένδυμα· αφορούσε την αποδοχή της φυσικότητας σε μια εποχή που έχει εξοικειωθεί περισσότερο με το κατασκευασμένο φαίνεσθαι παρά με τη φυσική πραγματικότητα.
Το πραγματικό ζητούμενο αφορά την καλλιέργεια του βλέμματος. Η αισθητική αποκτά νόημα όταν συναντά τον σεβασμό, η ομορφιά αποκτά περιεχόμενο όταν συμπορεύεται με την αλήθεια και η ανθρώπινη παρουσία ανακτά το πραγματικό της μέγεθος όταν παύει να περιορίζεται στην εξωτερική μορφή. Το μέτρο της ομορφιάς δεν βρίσκεται στις αναλογίες του σώματος, αλλά στην αρμονία ανάμεσα στην εξωτερική παρουσία και στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου· μόνο τότε η αισθητική αποκτά το πραγματικό της νόημα ως τρόπος κατανόησης του ανθρώπου και όχι ως κριτήριο αξιολόγησης της εξωτερικής του μορφής.
Ο πολιτισμός ωριμάζει όταν το βλέμμα αναγνωρίζει στον άνθρωπο περισσότερα από όσα αποκαλύπτει η εικόνα. Τότε η αυθεντικότητα παύει να χρειάζεται απολογία, η διαφορετικότητα αναγνωρίζεται ως φυσική έκφραση της ζωής και η αισθητική επιστρέφει στην αρχική της αποστολή: να αποκαλύπτει την ομορφιά της ανθρώπινης ύπαρξης και όχι να ορίζει τα όρια της αποδοχής της.
*Φιλόλογος – Συγγραφέας