Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΓράφει η Δρ Φωτεινή Οικονομίδου Κράνου*
Όλο και περισσότεροι άνθρωποι ανοίγουν το ChatGPT στη μέση της νύχτας για να μιλήσουν για το άγχος τους, μια δύσκολη σχέση ή μια εσωτερική κρίση. Το φαινόμενο εξαπλώνεται ραγδαία, ιδίως ανάμεσα σε νέους ανθρώπους και θέτει ένα ερώτημα που μέχρι πρόσφατα φάνταζε επιστημονική φαντασία: μπορεί μια μηχανή να αντικαταστήσει τον ψυχοθεραπευτή;
Το φαινόμενο μοιάζει σύγχρονο, όμως η ιδέα μηχανής που «ακούει» και απαντά σε συναισθήματα δεν είναι καινούργια. Έχει ρίζες δεκαετίες πίσω. Ο όρος «τεχνητή νοημοσύνη» χρησιμοποιήθηκε επίσημα το 1956, στο συνέδριο του Dartmouth College όπου ο μαθηματικός John McCarthy τον εισήγαγε θέτοντας τις βάσεις ενός επιστημονικού κλάδου. Ήδη τότε οι ερευνητές οραματίζονταν μηχανές ικανές να «σκέφτονται» και να επικοινωνούν σαν άνθρωποι.
Στη δεκαετία του 1960 γεννήθηκε το πρώτο πρόγραμμα που έμοιαζε να «συνομιλεί» με ανθρώπους για προσωπικά θέματα. Το 1966, ο Joseph Weizenbaum στο ΜΙΤ δημιούργησε το ELIZA, ένα από τα πρώτα chatbot στην ιστορία που προσομοίωνε ψυχοθεραπευτή ροτζεριανής προσέγγισης απαντώντας με ερωτήσεις χωρίς καμία πραγματική κατανόηση. Παρά την απλότητά του, χρήστες της εποχής ανάπτυσσαν συναισθηματικό δέσιμο μαζί του, φαινόμενο γνωστό ως «εφέ ELIZA», που εξέπληξε και τον ίδιο τον δημιουργό του.
Οι λόγοι που οδηγούν ένα άτομο στην επιλογή chatbot αντί θεραπευτή/τρια είναι κατανοητοί: 24ωρη διαθεσιμότητα, χωρίς λίστες αναμονής, κόστος συνεδρίας ή θέμα πρόσβασης. Κάποια έχουν βιώσει αρνητικές εμπειρίες με θεραπευτές/τριες ή γιατρούς και αποφεύγουν μια νέα «απογοήτευση». Άλλα δεν γνωρίζουν τι να περιμένουν από μια συνεδρία ή νιώθουν ντροπή να μοιραστούν κάτι προσωπικό με άνθρωπο, οπότε μια μηχανή μοιάζει «ασφαλής» επιλογή.
Ακριβώς όμως εκεί κρύβεται το μεγαλύτερο πρόβλημα. Η ανθρώπινη επικοινωνία δεν είναι απλώς ανταλλαγή πληροφοριών. Είναι σχέση. Ένας θεραπευτής δεν ακούει μόνο λέξεις. «Διαβάζει» και «ερμηνεύει» τη σιωπή, το βλέμμα που κοιτάει χωρίς να «βλέπει», ένα δάκρυ που κρατιέται, τον τόνο της φωνής, αυτά που λέει αλλά και αυτά που δεν λέει ο θεραπευόμενος. Η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι τι κρύβεται πίσω από μια πρόταση είναι προϊόν χρόνων επιστημονικών σπουδών, χιλιάδων ωρών κλινικής εμπειρίας, εγγραφής σε επαγγελματικά μητρώα και όχι μηχανικών προτύπων γλώσσας.
Η θεραπευτική σχέση χτίζεται με τον χρόνο ενώ η εμπιστοσύνη ανάμεσα σε δύο ανθρώπους δίνει στον θεραπευόμενο κάτι που καμία τεχνολογία δεν προσφέρει: την αίσθηση ότι κάποιος πραγματικά τον γνωρίζει, θυμάται την ιστορία του και νοιάζεται ειλικρινά για την πορεία του. Η ανθρώπινη παρουσία ενεργοποιεί μηχανισμούς ασφάλειας και ρύθμισης συναισθημάτων που τα γραπτά λόγια σε μια οθόνη δεν αναπαράγουν.
Υπάρχει επίσης το ζήτημα της ευθύνης, της ηθικής, της δεοντολογίας και της αμφισβήτησης. Ένας έμπειρος θεραπευτής δεν συμφωνεί πάντα με τον θεραπευόμενο, αντιλαμβάνεται πότε μια κατάσταση είναι επείγουσα και αναλαμβάνει δράση. Τα chatbots, αντίθετα, είναι σχεδιασμένα να καθησυχάζουν και να συμφωνούν, κάτι που μπορεί να ενισχύσει επιβλαβή μοτίβα σκέψης αντί να τα διορθώσει. Σε περιπτώσεις πραγματικής κρίσης, όπως ο αυτοκτονικός ιδεασμός, αυτή η έλλειψη κλινικής κρίσης μπορεί να αποβεί επικίνδυνη.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί ίσως να λειτουργήσει ως ένα πρώτο προσωρινό στήριγμα, ένας χώρος για να οργανώσει κανείς τις σκέψεις του πριν μιλήσει σε έναν άνθρωπο. Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει τη θεραπεία γιατί αυτό που πραγματικά θεραπεύει δεν είναι μόνο η κατανόηση μιας κατάστασης, αλλά η αίσθηση του ότι δεν είμαστε μόνοι. Και αυτό, τουλάχιστον προς το παρόν, το προσφέρει μόνο ένας άλλος άνθρωπος.
*Λέκτορας, Τμήμα Ψυχολογίας και Κοινωνικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Frederick, Εγγεγραμμένη Ψυχοθεραπεύτρια