Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Είναι συχνό το φαινόμενο τα πολιτικά κόμματα να επικαλούνται την καταφυγή στη λαϊκή κάλπη ως μέσο προκειμένου να εκφραστεί η βούληση της βάσης.  Οι εκλογές μοιάζουν να είναι ο πιο  καθαρός τρόπος να λυθούν οι διαφορές και οι ανταγωνισμοί που υπάρχουν στο επίπεδο των κομματικών ελίτ.  Ο λαός των μελών θα αποφασίσει. Η πλειοψηφία θα επικρατήσει και η μειοψηφία θα αποδεχθεί το αποτέλεσμα. 

Μόνο που τα κόμματα δεν είναι κράτη.  Οι αναλογίες δεν είναι οι ίδιες.  Ο λαός και το σώμα των κομματικών μελών δεν είναι το ίδιο πράγμα.  Η καταφυγή στην κάλπη ως μέσο για να εκφραστεί δημοκρατικά η ετυμηγορία των κομματικών μελών συνίσταται σε δύο κρίσιμες προϋποθέσεις, τις οποίες οι κομματικές ηγεσίες συχνά παραβλέπουν ή  υποτιμούν.  Πρώτον, ότι ένα κόμμα αποτελεί μία εγγενώς ατελή πολιτική κοινότητα.  Δεύτερον, ότι οι κανόνες της εσωκομματικής κάλπης δεν αποτελούν μια απλή τεχνική λεπτομέρεια, αλλά τη θεμελιώδη θεσμική συνθήκη που διασφαλίζει την πολιτική νομιμοποίηση του αποτελέσματος και, κυρίως, την απαραίτητη συναίνεση των ηττημένων.

Οι δύο αυτές συνθήκες καθίστανται ακόμη πιο κρίσιμες, όταν η καταφυγή στην κάλπη  αφορά  την επιλογή του υποψηφίου ενός κόμματος για την προεδρία της Δημοκρατίας μέσα από ανοικτές εκλογές από τα ίδια τα μέλη (ο όρος που έχει καθιερωθεί διεθνώς είναι «προκριματικές εκλογές»).  Ας δούμε γιατί:

Οι προκριματικές εκλογές μπορεί να εξωτερικεύσουν προβλήματα ταυτότητας και κομματικής συνοχής

Όπως επισημαίνει η σύγχρονη πολιτική θεωρία, η ύπαρξη των κομμάτων δεν βασίζεται σε μια απόλυτη, στατική ομοφωνία, αλλά σε μια δυναμική διαδικασία εσωτερικών συμβιβασμών, η οποία αναπαράγει μια κοινή πολιτική ταυτότητα. Συνεπώς, η κομματική συνοχή δεν είναι νομοτελειακά εξασφαλισμένη· παραμένει διαρκώς υπό αίρεση, εξαρτώμενη όχι μόνο από την ικανότητα του κομματικού μηχανισμού να γεφυρώνει τις εσωτερικές αντιθέσεις, αλλά κυρίως από τη δυνατότητα να αναπαράγει την ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα του κόμματος απέναντι στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Όταν, επομένως, σε ένα κόμμα υπάρχουν αντικρουόμενες προσεγγίσεις ως προς τον ιδεολογικό και προγραμματικό του προσανατολισμό, η διεξαγωγή προκριματικών εκλογών μπορεί να λειτουργήσει ως ένας ισχυρός πολιτικός μεγεθυντικός φακός.  Καθώς η κάλπη απαιτεί πολιτική περιχαράκωση και υπερτονισμό των διαφορών, οι εσωτερικές τάσεις αναγκάζονται να συγκρουστούν για την ίδια την ιδεολογική ηγεμονία του κόμματος. Όπως καταδεικνύει η κλασική περίπτωση της γαλλικής γκωλικής δεξιάς, στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, η διαδικασία των προκριματικών, όχι μόνο δεν κατόρθωσε να οδηγήσει το κόμμα ξανά στην εξουσία, αλλά κατέστησε αδύνατη την αναπαραγωγή των παραδοσιακών εσωτερικών συμβιβασμών, με αποτέλεσμα το κόμμα να οδηγηθεί σε διάσπαση και εκλογική συρρίκνωση. 

Το ίδιο συνέβη και στο σοσιαλιστικό γαλλικό κόμμα, το έτερο  παραδοσιακό κόμμα εξουσίας για δεκαετίες, το οποίο επίσης υιοθέτησε την ίδια περίοδο τη διαδικασία των προκριματικών εκλογών για επιλογή του προεδρικού υποψηφίου από τη βάση.  Τόσο οι Σοσιαλιστές όσο και οι Ρεπουμπλικάνοι (γαλλική δεξιά) υπέστησαν βαριές εκλογικές ήττες, ενώ πολλά στελέχη και των δύο κομμάτων προσχώρησαν στο νεοσυσταθέν τότε πολιτικό κίνημα του Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος — ειρήσθω εν παρόδω — κέρδισε τις εκλογές, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε εσωκομματική διαδικασία επιλογής.  Ας σημειωθεί ότι χωρίς καμία ανάλογη διαδικασία, η Μαρίν Λεπέν, υποψήφια της γαλλικής ακροδεξιάς, προηγείται αυτή τη στιγμή στις δημοσκοπήσεις ενόψει των επερχόμενων εκλογών.

Η περίπτωση της Γαλλίας, η οποία είναι και η μόνη ευρωπαϊκή δημοκρατία στην οποία έχει εφαρμοστεί ο θεσμός των προκριματικών εκλογών, καταδεικνύει, όπως γίνεται κατανοητό, ότι αυτές δεν οδήγησαν στα επιθυμητά αποτελέσματα για όσους επιχείρησαν να τις δοκιμάσουν. Αξίζει δε να αναφερθεί ότι πολύ πρόσφατα οι Ρεπουμπλικάνοι αποφάσισαν όπως εγκαταλείψουν την πρακτική αυτή.

Οι κανόνες των προκριματικών εκλογών δεν αποτελούν μια τεχνική λεπτομέρεια

Ας εξετάσουμε, όμως, και τη δεύτερη κρίσιμη προϋπόθεση για την επιτυχή διεξαγωγή εκλογικών διαδικασιών για ανάδειξη προεδρικού υποψηφίου ενός κόμματος.   Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, πέραν της Γαλλίας, σε πλείστες εκ των υπολοίπων χωρών όπου εφαρμόζονται προκριματικές εκλογές — όπως σε αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής και στις ΗΠΑ — οι κανόνες ρυθμίζονται με νόμους, ενώ σημαντικό ρόλο στην οργάνωση και εποπτεία της διαδικασίας διαδραματίζουν συνήθως οι κρατικές εκλογικές αρχές.  Στις ΗΠΑ που αποτελούν και την πλέον γνωστή περίπτωση όπου εφαρμόζεται ο θεσμός των προκριματικών εκλογών (primaries), οι εκλογικές διαδικασίες αναλαμβάνονται κατά κανόνα από τις ίδιες τις πολιτείες, ενώ ομοσπονδιακή νομοθεσία προβλέπει ρυθμίσεις, κυρίως, σε σχέση με τη χρηματοδότηση των υποψηφίων.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ανάλυση της αμερικανικής περίπτωσης — λόγω μεγέθους και πολλών άλλων ιδιαιτεροτήτων — δεν προσφέρεται για άμεσες συγκρίσεις.  Αρκεί ίσως να  αναφερθεί ότι στις αμερικανικές προκριματικές εκλογές δεν επιλέγεται απευθείας ο προεδρικός υποψήφιος του κόμματος, αλλά η κατανομή των αντιπροσώπων (delegates) μεταξύ των υποψηφίων σε κάθε πολιτεία, οι οποίοι θα συμμετάσχουν στο εθνικό συνέδριο του κόμματος, όπου και λαμβάνεται η τελική απόφαση.  Δεύτερον, τα αμερικανικά κόμματα δεν έχουν πρόεδρο (με την έννοια που κατανοούμε τον όρο στην Ευρώπη) και, ως εκ τούτου, εκείνος που είναι επικεφαλής του κομματικού μηχανισμού δεν είναι υποψήφιος για τις προεδρικές εκλογές.

Για τους λόγους που ενδεικτικά αναφέρονται παραπάνω, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Λατινική Αμερική δεν προκύπτει κατ’ αρχήν ζήτημα ως προς τον καθορισμό των κανόνων διεξαγωγής των εκλογών.  Ακόμη, όμως και αν ζητήματα όπως ο καταρτισμός των εκλογικών καταλόγων, η οργάνωση της ψηφοφορίας, η καταμέτρηση των ψήφων και η εξέταση των ενστάσεων δεν αποτελούν συχνά αντικείμενο αμφισβήτησης, ολοένα και περισσότερο εγείρονται ζητήματα ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της προεκλογικής εκστρατείας, με αιχμή τη διαφάνεια των πολιτικών δαπανών,  καθώς και τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για τη διάδοση ψευδών ειδήσεων, την ψηφιακή χειραγώγηση των ψηφοφόρων και την άσκηση επιρροής από εξωτερικούς παράγοντες μέσω χρήσης στρατηγικής ψήφου.

Η ανάδειξη του Ντόναλντ Τραμπ έφερε στο προσκήνιο έντονους προβληματισμούς ακόμη και στις ΗΠΑ για τον κίνδυνο εργαλειοποίησης των προκριματικών εκλογών από λαϊκιστές και αντισυστημικούς ηγέτες, κατά τρόπο που αντί τελικά ο θεσμός να λειτουργεί ως εργαλείο δημοκρατικής συμμετοχής, να μετατρέπεται σε μηχανισμό που παράγει πολιτική πόλωση και οδηγεί σε αποδιάρθρωση των παραδοσιακών κομματικών δομών, ως βασικών πυλώνων του δημοκρατικού συστήματος.

Όμως, ούτε και στην περίπτωση της Λατινικής Αμερικής, όπου οι προκριματικές εκλογές υιοθετήθηκαν ουσιαστικά ως αντίδοτο στις χρόνιες παθογένειες του πελατειασμού, της διαφθοράς και ενός πολυκερματισμένου κομματικού συστήματος, δεν είχαμε τα αναμενόμενα  αποτελέσματα.  Τουναντίον και εκεί, οι διαδικασίες αυτές οδηγήσαν στις πλείστες των περιπτώσεων στην ανάδειξη λαϊκιστών ηγετών, με πιο εμβληματικό ίσως παράδειγμα αυτό του Χαβιέρ Μιλέι στην Αργεντινή.

Γιατί οι προκριματικές εκλογές μπορεί να αποτελέσουν παγίδα για τον ΔΗΣΥ

Είχα την ευκαιρία να καταθέσω τις έντονες ανησυχίες μου αναφορικά με την υιοθέτηση του θεσμού των προκριματικών εκλογών από τον Δημοκρατικό Συναγερμό, δηλαδή μιας εκλογικής διαδικασίας ανάδειξης του προεδρικού υποψηφίου του κόμματος από τα κομματικά μέλη.  Μέσα από σχετική αρθρογραφία, αλλά και ενώπιον του καταστατικού συνεδρίου της παράταξης πέρυσι, τοποθετήθηκα εναντίον της ομόφωνης απόφασης του Πολιτικού Γραφείου, παραθέτοντας συγκριτικά στοιχεία μέσα από τη διεθνή εμπειρία εφαρμογής του συγκεκριμένου θεσμού και υποδεικνύοντας τους κινδύνους.

Κατά τη συνεδρία του Πολιτικού Γραφείου της περασμένης Παρασκευής εξέφρασα δε τη θέση ότι το ζήτημα των κανόνων των εκλογών, με την έννοια που αναφέρεται παραπάνω, δεν εξαντλείται στα χρονοδιαγράμματα και δεν πρέπει να προσεγγίζεται ως μια τεχνική λεπτομέρεια.  Για να λειτουργήσουν οι εκλογές ως δημοκρατικός μηχανισμός επίλυσης διαφορών, θα πρέπει εκ των προτέρων να εξασφαλιστεί η συναίνεση απάντων των υποψηφίων ως προς την όλη διαδικασία, αλλά και ο σεβασμός του τελικού αποτελέσματος αυτής.  Γι’ αυτό και υπέδειξα την ανάγκη να συσταθεί μια επιτροπή «σοφών», από ιστορικά στελέχη της παράταξης, γενικότερης αποδοχής και αδιαμφησβήτητου κύρους, προκειμένου να υπάρξει διαβούλευση με όλους τους ενδιαφερόμενους για το χρίσμα του υποψηφίου προέδρου, έχοντας ως στόχο να εξασφαλιστεί η παραπάνω θεμελιώδης συνθήκη.

Το κρίσιμο ζήτημα για τον Συναγερμό σήμερα δεν είναι να τελειώνει με τις εσωκομματικές διαδικασίες επιλογής υποψηφίου.  Υπό άλλες συνθήκες, η επίσπευση των εκλογών θα ήταν μία απολύτως ενδεδειγμένη ενέργεια.  Αυτό, όμως, που προέχει αυτή τη στιγμή είναι να εξασφαλιστεί ότι οι εκλογές δεν θα μετατραπούν από μέσο επίλυσης διαφορών σε πεδίο σύγκρουσης.  Και όπως ανέδειξε η ιστορική κρίση του Εργατικού Κόμματος στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1981, η μάχη για τους κανόνες μπορεί να γίνει η ίδια το πεδίο της σύγκρουσης και της διάσπασης πριν καν στηθούν οι εσωκομματικές κάλπες. 

Κατά την προσωπική μου άποψη, θα ήταν ευχής έργο, βεβαίως, να αποφευχθούν οι εκλογές.  Ο Δημοκρατικός Συναγερμός είναι σήμερα ένα κόμμα με έντονες εσωτερικές διαιρέσεις, κυβερνητική φθορά, θολό ιδεολογικό και προγραμματικό προσανατολισμό.  Παρουσιάζει, δηλαδή,  λίγο ή πολύ, όλα σχεδόν τα χαρακτηριστικά που παρουσίαζαν οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Σοσιαλιστές στη Γαλλία, καθώς και άλλα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας στη Λατινική Αμερική, τα οποίο υιοθετώντας τον θεσμό των προκριματικών εκλογών οδηγηθήκαν σε εκλογική συρρίκνωση ή και σε διάσπαση. 

Πολλοί στον Δημοκρατικό Συναγερμό επικαλούνται την εμπειρία του Δημοκρατικού Συναγερμού σε ενδοκομματικές εκλογές, κάνοντας αναφορά στις αναμετρήσεις Κληρίδη-Μάτση και Αναστασιάδη-Θεοχάρους στο παρελθόν. Παραβλέπουν, ωστόσο, πόσο διαφορετική είναι μια αναμέτρηση στο πλαίσιο ενός κλειστού συλλογικού οργάνου ανάμεσα σε 1,000-1,500 στελέχη πριν 35 ή πριν 15 χρόνια, με μια αναμέτρηση στο επίπεδο των 50,000 μελών σήμερα.  Πόσο μάλλον, που στην πρώτη περίπτωση το πεδίο της εκλογικής διαμάχης ήταν ουσιαστικά το Ανώτατο Συμβούλιο του κόμματος, ενώ στη δεύτερη το πεδίο εκτείνεται εκ των πραγμάτων στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης — σε ένα περιβάλλον, δηλαδή, που εγγενώς παράγει πόλωση και τοξικότητα.

Μια άλλη πλάνη η οποία επικρατεί ανάμεσα σε πολλά ηγετικά στελέχη είναι ότι στις εσωκομματικές εκλογές τα μέλη θα κληθούν απλώς να  αποφασίσουν ποιος από τους υποψηφίους θα εκπροσωπήσει καλύτερα την πολιτική γραμμή του κόμματος.  Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πολύ διαφορετική.  Σε ένα κόμμα, όπως ο Συναγερμός σήμερα,  κεντρικό διακύβευμα των εκλογών μπορεί  εύκολα να καταστεί η ίδια η πολιτική γραμμή που πρέπει να ακολουθήσει το κόμμα, και όχι το πρόσωπο του υποψηφίου.  Ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψη τις σαφώς αποκλίνουσες προσεγγίσεις που καταγράφονται, όχι μόνο σε σχέση με θεμελιώδη ζητήματα, όπως το Κυπριακό, αλλά πρωτίστως σε σχέση με το ποια θα πρέπει να είναι η στάση του κόμματος έναντι της κυβέρνησης.

Σε μια πολιτική παράταξη, όπου το ένα τρίτο περίπου των ψηφοφόρων δηλώνει πρόθεση να ψηφίσει εκ νέου τον νυν πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη, ενώ άλλο ένα τρίτο περίπου τον τέως πρόεδρο του κόμματος, Αβέρωφ Νεοφύτου — ακόμη κι αν αυτός κατέλθει εκτός κόμματος — , δεν πρέπει να υπάρχουν πια ψευδαισθήσεις.  Ο Δημοκρατικός Συναγερμός βρίσκεται ήδη σε συνθήκες προϊούσας κρίσης.  Αν το μέγεθος του προβλήματος δεν τύχει αναγνώρισης, όσο είναι ακόμη καιρός, η εσωκομματική κάλπη μπορεί να καταστεί η παγίδα που θα οδηγήσει τελικά τον Δημοκρατικό Συναγερμό, από την κρίση στη διάσπαση.  Εκείνο που πρωτίστως διακυβεύεται σήμερα δεν είναι αν ο Συναγερμός θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές, είναι η ίδια η ύπαρξη και το μέλλον της παράταξης.

*Ο Χριστόφορος Φωκαΐδης είναι διδάκτωρ Συγκριτικής Πολιτικής και Διακυβέρνησης, πρόεδρος του Ινστιτούτου Μελετών Πολιτικής και Δημοκρατίας και πρώην υπουργός Άμυνας.