Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤο philenews αποχαιρετά τον τραγουδιστή που έζησε δυνατά, τραγούδησε δυνατότερα, και αγαπήθηκε σχεδόν παράλογα – χωρίς κανένα μέτρο.
Ο ξαφνικός θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη από ανακοπή καρδιάς, σήμερα Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου, στα 54 του μόλις χρόνια, δεν κλείνει απλώς έναν μεγάλο κύκλο του σύγχρονου ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, αλλά αφήνει πίσω του μια ιστορία γεμάτη φως και σκοτάδι (ένα σκοτάδι που ήξερε κι εκείνος, πολύ καλά, από που προερχόταν), αποθέωση και μοναξιά, επιτυχία, προδοσίες, ρήξεις, αλλά και προσωπική συντριβή.
Μια ζωή που έμοιαζε να κινείται διαρκώς από τη μία άκρη στην άλλη – σ’ ένα τεντωμένο σκοινί χωρίς προστατευτικό δίχτυ και, πολλές φορές, χωρίς κανέναν να μπορεί πραγματικά να τον συγκρατήσει. Ούτε καν ο ίδιος του ο εαυτός.
Γιατί ο «Μαζώ» δεν υπήρξε ποτέ ένας ακόμη δημοφιλής λαϊκός τραγουδιστής – ήταν ολόκληρος μια αυτόνομη κατηγορία, αφού έφερε στο λαϊκό τραγούδι κάτι που μέχρι τότε αντιμετωπιζόταν σχεδόν ως απαγορευμένο: Την υπερβολή ως αισθητική άποψη.

Ως στυλ – όχι απλώς για να σοκάρει, αλλά επειδή ούτως ή άλλως ήταν κάτι «δικό του»: Τα κοστούμια, τα γυαλιά, οι εκκεντρικές εμφανίσεις, τα βαμμένα μαλλιά, οι θεατρικές κινήσεις, εκείνο το διαρκές παιχνίδι με την εικόνα και τα όρια δεν υπήρξαν απλώς τεχνάσματα ενός έξυπνου marketing – ήταν η πανοπλία του. Ένας τρόπος να δείχνει τα πάντα, κρύβοντας ταυτόχρονα όσα δεν άντεχε -ή δεν ήθελε να αντέξει- να πει· εκείνου του ευαίσθητου αγοριού που ποτέ δεν θέλησε να μεγαλώσει κι έβρισκε αποκούμπι σε αυτοκαταστροφικές τακτικές. Σαν πίσω από κάθε προκλητικό ένδυμα να υπήρχε, θαρρείς, ένας άνθρωπος που ζητούσε να τον κοιτάξουν. Όχι απλώς να τον δουν· να τον νοιαστούν πραγματικά. Να αναγνωρίσουν κάτω από τη φασαρία τη βαθιά του ευαισθησία, πίσω από την αλαζονεία την ανασφάλεια, κάτω από τη λαϊκή μαγκιά ένα παιδί από τη Νίκαια που δεν έπαψε ποτέ να διεκδικεί τη θέση του ανάμεσα στους ανθρώπους – ακόμη κι όταν εκείνοι τον πλήγωναν ανελέητα. Σχεδόν χωρίς οίκτο κανένα.
Παιδί της νύχτας, είμ’ εγώ
Ήδη από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90 μέχρι το τέλος, ο Μαζωνάκης δεν ακολούθησε απλώς τις αλλαγές της ελληνικής διασκέδασης· έγινε μέρος τους, αφού ένωσε το λαϊκό τραγούδι με την pop κουλτούρα, το βαρύ ζεϊμπέκικο με το club, την γκλαμουράτη πίστα με την εικόνα ενός σύγχρονου performer.
Τραγούδια όπως το «Παιδί της νύχτας», το «Ανήκω σ’ εμένα», το «Εδώ», το «Σάββατο», το «Gucci φόρεμα», το «Νικοτίνη», το «Τέσσερεις», το «Έχω περάσει και χειρότερα» και το «Ώρες μικρές» δεν έγιναν μόνο επιτυχίες – μπήκαν στη γλώσσα, στις νύχτες και στις προσωπικές ήττες ενός ολόκληρου κοινού, έχοντας ο ίδιος ένα σπάνιο χάρισμα: Μπορούσε να τραγουδά το προσωπικό σα να ήταν συλλογικό. Να παίρνει μια ερωτική εγκατάλειψη, μια προδοσία, ένα ξημέρωμα μοναξιάς και να τα μετατρέπει σε λαϊκή τελετουργία. Ακόμη και όσοι στέκονταν επιφυλακτικά απέναντι στην υπερβολή του, δύσκολα μπορούσαν να αμφισβητήσουν εκείνη τη φωνή – την ιδιαίτερη, τη βραχνή, την σχεδόν ραγισμένη φωνή που δεν ζητούσε την άδεια κανενός για να μπει μέσα σου.
Ο ίδιος, άλλωστε, έδινε την εντύπωση πως προτιμούσε να τραγουδά πάντοτε από κάποιο προσωπικό ράγισμα, αφού ακόμη και στην πιο μεγάλη του επιτυχία υπήρχε κάτι ανήσυχο. Μια σκιά. Σα να μην του αρκούσε ποτέ το χειροκρότημα, όσες χιλιάδες χέρια κι αν ενώνονταν για χάρη του. Σα να γνώριζε πως, όταν σβήσουν τα φώτα και αδειάσει η πίστα, κανένα πλήθος δεν μπορεί να σε προστατεύσει από τον εαυτό σου. Το ήξερε καλά. Το βίωνε.
Ώρες μικρές, στα σκοτεινά
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπήρξαν τα πιο δύσκολα – και τα πιο δημόσια. Η σκληρή σύγκρουση με την οικογένειά του, η ακούσια νοσηλεία του στο Δρομοκαΐτειο, οι δικαστικές διαμάχες, οι καταγγελίες που ο ίδιος απέρριπτε κατηγορηματικά, οι αινιγματικές αναρτήσεις και οι διαρκείς επιστροφές του στη σκηνή συνέθεσαν το πορτρέτο ενός ανθρώπου που έμοιαζε να δίνει «μάχη» σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα. Κι εμείς, το κοινό και τα media, παρακολουθούσαμε – άλλοτε με πραγματική αγωνία κι άλλοτε με την αδηφάγα περιέργεια που μετατρέπει ακόμη και τον ανθρώπινο πόνο σε θέαμα.
Είναι εύκολο για κάποιους από εμάς, τώρα που πέθανε, να εξαγνίσουμε τα πάντα. Να σβήσουμε τις αντιφάσεις, να λειάνουμε τις γωνίες και να κατασκευάσουμε ακόμη μία βολική αγιογραφία. Θα ήταν, όμως, άδικο πρωτίστως για τον ίδιο. Ποιος είπε, άλλωστε, πως ο Μαζωνάκης ήταν αναμάρτητος; Ούτε ο ίδιος δεν θα ‘θελε ποτέ να ειπωθεί κάτι τέτοιο για εκείνον (κάτι που συνειδητοποίησε ιδιαίτερα μετά τις συνεχείς επισκέψεις του στο Άγιον Όρος). Υπήρξε δύσκολος, αντιφατικός, ενίοτε ακατανόητος – στοιχεία δικά του για τα οποία υπερηφανευόταν ως μέρος του DNA του, ως «ο λόγος εκείνος που τον ξεχώρισε η μοίρα από το πλήθος και τον έκανε καλλιτέχνη». Ο Γιώργος, για τους φίλους του, υπήρξε ένας άνθρωπος με ταλέντο, εγωισμό, πληγές, γενναιοδωρία, θυμό και μια τεράστια -σχεδόν αβάσταχτη- ανάγκη να αγαπηθεί. Όλα μαζί. Αυτή ακριβώς η αντίφαση ήταν η δύναμή του, αλλά πιθανόν κι η καταδίκη του.
Ο τίτλος, άλλωστε, αυτού του κειμένου, λίγες ώρες μετά τον πρόωρο θάνατό του, «μια ζωή στα άκρα», δεν είναι ένα δημοσιογραφικό σχήμα – ήταν η πραγματικότητά του: Από τις λαϊκές γειτονιές στην απόλυτη αποθέωση, από την οικογενειακή εγγύτητα στη δημόσια ρήξη, από το εκτυφλωτικό φως της πίστας στη μοναξιά ενός σπιτιού, από το «Ανήκω σ’ εμένα» -εκείνο το τραγούδι που, τελικά, έμοιαζε περισσότερο με όρκο παρά με επιτυχία- στην ύστατη, επώδυνη προσπάθεια να κρατήσει τον έλεγχο της ίδιας του της ζωής. Κάτι που δεν κατάφερε.

Ανήκω σ’ εμένα και στα όνειρά μου
Ο Γιώργος Μαζωνάκης έφυγε σήμερα πρόωρα. Άφησε, όμως, πίσω του κάτι πολύ μεγαλύτερο από πωλήσεις, πλατινένιους δίσκους και γεμάτα νυχτερινά μαγαζιά. Άφησε μια διαφορετική αντίληψη για το τι μπορεί να είναι ένας λαϊκός τραγουδιστής: Ευάλωτος και προκλητικός, λαϊκός και ακραία μοντέρνος – χωρίς ποτέ να αισθάνεται υποχρεωμένος να εξηγήσει τις αντιθέσεις του. «Στα 50 μου χρόνια βρήκα, ανακάλυψα και εκτίμησα εμένα και τη φωνή μου», είχε πει μόλις τον περασμένο Οκτώβριο. Και πρόσθεσε, τότε, μια φράση που σήμερα ακούγεται σχεδόν σαν αποχαιρετισμός: «Γιατί φωνή σημαίνει φως και νους» – αυτό ήταν, τελικά, και το μεγάλο στοίχημα της ζωής του: Να βρει τη δική του φωνή μέσα στον θόρυβο που τον περιέβαλλε. Κι όταν πια (νόμισε πως) την είχε βρει, ο χρόνος αποδείχθηκε τραγικά λίγος.
Λίγες εβδομάδες νωρίτερα -ένα ακριβώς χρόνο πριν από τον δικό του θάνατο- είχε βιώσει ακόμη μία απώλεια: Τον θάνατο της αγαπημένης του σκυλίτσας, της Αρίθας. «Έχασα τη μεγαλύτερη αγάπη της ζωής μου», είχε πει τότε στο «The Voice» του Σκάι, στο οποίο ήταν κριτής. Δεν μίλησε για τον θάνατο με μεγαλόστομες φιλοσοφίες. Τον περιέγραψε, όμως, όπως περιγράφεται κάθε αληθινή απώλεια: Μέσα από εκείνον που λείπει. «Γιατί ο θάνατος δεν είναι ποτέ μια αφηρημένη έννοια – είναι το άδειο σημείο που αφήνει κάποιος φεύγοντας», είχε επισημάνει εύστοχα την Άνοιξη, σε άλλη του συνέντευξη.

Ένα κενό που μεγαλώνει, μπροστά σε μένα και στους άλλους
Ο ίδιος τραγούδησε κάποτε στο τραγούδι του «Ακόμα σ’ αγαπώ» πως «ο έρωτας νικάει ακόμα τον θάνατο για σήμερα» – λόγια που σήμερα μοιάζουν να του ανήκουν περισσότερο από ποτέ. Επειδή αυτό ακριβώς κάνει ένα τραγούδι όταν χάνει τον ερμηνευτή του: Μένει πίσω και συνεχίζει τη ζωή που εκείνος δεν πρόλαβε. Και τώρα που τα φώτα έσβησαν ξαφνικά κι απότομα, απέμεινε εκείνη η φωνή. Η βραχνή, η πληγωμένη, η αναγνωρίσιμη από την πρώτη λέξη – αυτή που θα συνεχίζουμε να ακούμε για πάντα. Μια φωνή που τραγούδησε τη νύχτα όπως ελάχιστες – ίσως επειδή γνώριζε καλύτερα από πολλούς πόσο σκοτάδι μπορεί να κρύβει. Ακόμη και όταν όλα γύρω λάμπουν.