Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Όσο περισσότερα φυτικά τρόφιμα καταναλώνουμε, τόσο καλύτερα για το έντερό μας. Αυτή είναι μια από τις βασικές αρχές της σύγχρονης διατροφικής επιστήμης.

Τι συμβαίνει, όμως, όταν κάποιος αποκλείει εντελώς τα ζωικά προϊόντα από τη διατροφή του;

Μια νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης έρχεται να ανατρέψει, τουλάχιστον εν μέρει, όσα περίμεναν οι ίδιοι οι επιστήμονες.

Οι αυστηρά χορτοφάγοι που συμμετείχαν στη μελέτη είχαν μικρότερη ποικιλία βακτηρίων στο έντερό τους σε σύγκριση με ανθρώπους που κατανάλωναν τόσο φυτικά όσο και ζωικά τρόφιμα.

Το εύρημα προκάλεσε έκπληξη στους ερευνητές, καθώς η αυξημένη κατανάλωση φυτικών ινών θεωρείται ένας από τους βασικούς παράγοντες που ευνοούν την ανάπτυξη ενός πλούσιου και ποικιλόμορφου εντερικού μικροβιώματος.

Ωστόσο, η έρευνα έκρυβε και μια δεύτερη έκπληξη: παρά τη μικρότερη βακτηριακή ποικιλία, οι αυστηρά χορτοφάγοι παρουσίαζαν αρκετούς ευνοϊκούς δείκτες για τη μεταβολική τους υγεία.

Τι έδειξε η μελέτη

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, σε συνεργασία με ερευνητικά ιδρύματα της Δανίας, της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.

Συμμετείχαν 150 υγιείς ενήλικες από τη Δανία. Οι 75 ακολουθούσαν αυστηρά χορτοφαγική διατροφή, χωρίς κρέας, ψάρι, γαλακτοκομικά ή αυγά, ενώ οι υπόλοιποι 75 κατανάλωναν τόσο φυτικά όσο και ζωικά τρόφιμα.

Οι επιστήμονες ανέλυσαν δείγματα κοπράνων, αίματος και ούρων, εξετάζοντας όχι μόνο τα βακτήρια και τους ιούς του εντέρου, αλλά και ουσίες που παράγονται κατά τη λειτουργία του μεταβολισμού.

Στόχος ήταν να κατανοήσουν πώς διαφορετικά διατροφικά πρότυπα συνδέονται με τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος και με δείκτες της γενικότερης υγείας.

Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Microbiome.

Η έκπληξη των επιστημόνων

Οι ερευνητές περίμεναν ότι οι αυστηρά χορτοφάγοι θα είχαν μεγαλύτερη ποικιλία βακτηρίων, επειδή καταναλώνουν περισσότερες φυτικές ίνες και φυτικές ουσίες που τροφοδοτούν τους μικροοργανισμούς του εντέρου.

Ωστόσο, διαπίστωσαν ότι η βακτηριακή ποικιλία ήταν κατά μέσο όρο χαμηλότερη σε αυτή την ομάδα.

Ο καθηγητής Oluf Borbye Pedersen, ένας από τους επικεφαλής της έρευνας, παρομοίασε το έντερο με ένα τροπικό δάσος.

Όπως ένα δάσος φιλοξενεί πολλά διαφορετικά είδη οργανισμών, έτσι και το έντερο αποτελεί ένα σύνθετο οικοσύστημα, στο οποίο η ποικιλία των μικροοργανισμών θεωρείται γενικά χαρακτηριστικό ενός ανθεκτικού μικροβιώματος.

Γιατί, λοιπόν, οι άνθρωποι που κατανάλωναν περισσότερα φυτικά τρόφιμα δεν είχαν και μεγαλύτερη βακτηριακή ποικιλία;

Μήπως η απάντηση βρίσκεται στην πρωτεΐνη;

Μια πιθανή εξήγηση που εξετάζουν οι επιστήμονες αφορά την πρόσληψη πρωτεΐνης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, στους αυστηρά χορτοφάγους η πρωτεΐνη αντιστοιχούσε κατά μέσο όρο στο 12% της συνολικής ενεργειακής πρόσληψης, έναντι 17% στους παμφάγους.

Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι οι αυστηρά χορτοφάγοι που κατανάλωναν περισσότερη πρωτεΐνη είχαν βακτηριακή ποικιλία αντίστοιχη με εκείνη των παμφάγων.

Το εύρημα δημιουργεί την υπόθεση ότι η πρωτεΐνη μπορεί να διαδραματίζει σημαντικότερο ρόλο στη διαμόρφωση του εντερικού μικροβιώματος από όσο είχε εκτιμηθεί μέχρι σήμερα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η χαμηλότερη πρόσληψη πρωτεΐνης αποδείχθηκε η αιτία της μικρότερης βακτηριακής ποικιλίας. Η μελέτη ήταν παρατηρητική και δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίας και αποτελέσματος.

Η άλλη όψη της έρευνας

Εάν σταματούσαμε εδώ, θα δημιουργούσαμε την εντύπωση ότι η αυστηρή χορτοφαγία βλάπτει το έντερο.

Όμως τα υπόλοιπα αποτελέσματα της έρευνας δίνουν μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα.

Οι αυστηρά χορτοφάγοι είχαν περισσότερα είδη βακτηρίων ικανά να διασπούν φυτικές ίνες, ενώ παρουσίαζαν και άλλες διαφορές στη σύνθεση του μικροβιώματος που οι ερευνητές αξιολόγησαν ως ευνοϊκές.

Παράλληλα, είχαν χαμηλότερα επίπεδα σακχάρου και χοληστερόλης στο αίμα, καθώς και λιγότερους δείκτες φλεγμονής σε σύγκριση με τους παμφάγους.

Με άλλα λόγια, η μικρότερη ποικιλία βακτηρίων δεν συνοδευόταν από συνολικά χειρότερους μεταβολικούς δείκτες.

Αυτό αποτελεί ίσως και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της έρευνας: η υγεία του εντέρου δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τον αριθμό των διαφορετικών βακτηρίων που φιλοξενεί.

Σημασία έχει επίσης ποιοι μικροοργανισμοί υπάρχουν, τι λειτουργίες επιτελούν και πώς αλληλεπιδρούν με τον οργανισμό.

Τι σημαίνει για τη διατροφή μας

Οι επιστήμονες δεν εισηγούνται στους αυστηρά χορτοφάγους να αρχίσουν να καταναλώνουν κρέας ή άλλα ζωικά προϊόντα.

Αντίθετα, υπογραμμίζουν ότι η επαρκής πρόσληψη θρεπτικών συστατικών έχει σημασία ανεξάρτητα από το διατροφικό πρότυπο που επιλέγει κάποιος.

Ιδιαίτερα για όσους αποκλείουν όλα τα ζωικά προϊόντα, η πρόσληψη επαρκούς πρωτεΐνης χρειάζεται προγραμματισμό.

Όσπρια, όπως φακές και φασόλια, κινόα, ξηροί καρποί και σπόροι αποτελούν φυτικές πηγές πρωτεΐνης που μπορούν να ενταχθούν στην καθημερινή διατροφή.

Η μελέτη δεν καθορίζει κάποια ειδική ποσότητα πρωτεΐνης για τη βελτίωση του μικροβιώματος ούτε αποδεικνύει ότι η αύξησή της θα προκαλέσει μεγαλύτερη βακτηριακή ποικιλία.

Τι κρατούν οι ερευνητές

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η σχέση ανάμεσα στη διατροφή και στο εντερικό μικροβίωμα είναι πιο περίπλοκη από όσο συχνά παρουσιάζεται.

Οι φυτικές ίνες παραμένουν σημαντικές για την υγεία του εντέρου. Ωστόσο, η ποσότητά τους δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει τη σύνθεση των μικροοργανισμών.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μελέτη περιλάμβανε σχετικά μικρό αριθμό συμμετεχόντων και ότι απαιτούνται μεγαλύτερες έρευνες για την επιβεβαίωση των ευρημάτων.

Η ισορροπημένη διατροφή δεν εξαρτάται μόνο από όσα αφαιρούμε από το πιάτο μας, αλλά και από όσα φροντίζουμε να περιλαμβάνει.