Λοιμώξεις που μέχρι πριν από μερικά χρόνια χαρακτηρίζονταν κυρίως ως «τροπικές» και θεωρούνταν πολύ χαμηλής έως ανύπαρκτης επικινδυνότητας για την Ευρώπη, βρίσκονται πλέον επίσημα υπό διαρκή επιτήρηση από τις αρμόδιες υγειονομικές Αρχές, ενώ λοιμώδη νοσήματα τα οποία εμφανίζονται εδώ και χρόνια στην Ευρώπη απειλούν με σοβαρές εξάρσεις εξαιτίας της αυξημένης κινητικότητας των πληθυσμών, του διεθνούς εμπορίου και της εξάπλωσης κουνουπιών και άλλων διαβιβαστών νοσημάτων.

Τα τελευταία δύο χρόνια, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου Λοιμώξεων (ECDC), η Ευρώπη κατέγραψε τον υψηλότερο αριθμό τοπικά μεταδιδόμενων περιστατικών δάγκειου πυρετού και chikungunya που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα.

Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική καθώς μέχρι πριν από λίγα χρόνια τα περισσότερα περιστατικά αφορούσαν άτομα που είχαν μολυνθεί εκτός Ευρώπης, ενώ τώρα οι ευρωπαϊκές υγειονομικές Αρχές καταγράφουν όλο και περισσότερες περιπτώσεις τοπικής μετάδοσης.

Το ECDC έχει εκδώσει αναλυτικούς χάρτες που καταγράφουν την παρουσία και εξάπλωση διαβιβαστών νοσημάτων στην Ευρώπη, με την Κύπρο να περιλαμβάνεται σε αυτούς τόσο ως μέρος της Μεσογείου όσο και ως περιοχή ιδιαίτερου ενδιαφέροντος.

Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τους επικαιροποιημένους χάρτες του ECDC, στο νησί έχει πλέον επιβεβαιωθεί εγκατεστημένος πληθυσμός τόσο του Aedes aegypti (προϋπήρχε), όσο και του Aedes albopictus (γνωστού ως κουνούπι – τίγρης).

Αν και το γεγονός αυτό δεν πρέπει να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Κύπρος αντιμετωπίζει άμεση επιδημιολογική κρίση, η παρουσία των δύο ειδών κουνουπιών δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τοπική μετάδοση ασθενειών όπως ο δάγκειος πυρετός ή η νόσος chikungunya σε περίπτωση εισαγωγής μολυσμένων κρουσμάτων από το εξωτερικό.

Το Aedes aegypti θεωρείται διεθνώς ο σημαντικότερος φορέας δάγκειου πυρετού, chikungunya, Zika και κίτρινου πυρετού. Αντίστοιχα, το Aedes albopictus έχει αποδειχθεί σημαντικός διαβιβαστής αρκετών ιών και χαρακτηρίζεται από υψηλή προσαρμοστικότητα.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η συνύπαρξη των δύο ειδών δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην Ευρώπη. Για τον λόγο αυτό, η παρουσία τους παρακολουθείται στενά από τις αρμόδιες ευρωπαϊκές Αρχές.

Πέρα από τα κουνούπια, οι χάρτες επιτήρησης του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) αναδεικνύουν και την παρουσία άλλων διαβιβαστών στην Κύπρο, όπως τα τσιμπούρια και οι σκνίπες, τα οποία συνδέονται με σημαντικές λοιμώξεις.

Στους χάρτες και τις βάσεις δεδομένων επιτήρησης του ECDC και του δικτύου VectorNet καταγράφεται η παρουσία ειδών όπως το Hyalomma marginatum, ένα τσιμπούρι που ευδοκιμεί σε θερμά και ξηρά κλίματα όπως αυτό της Κύπρου, καθώς και του Rhipicephalus sanguineus, γνωστού ως καφέ τσιμπουριού του σκύλου, το οποίο συνδέεται με τον μεσογειακό κηλιδώδη πυρετό και άλλες νόσους.

Σημαντική είναι, επίσης, η παρουσία σκνιπών του γένους Phlebotomus, οι οποίες αποτελούν τους βασικούς φορείς της λεϊσμανίασης, με την Κύπρο να θεωρείται ενδημική περιοχή για τη συγκεκριμένη λοίμωξη, η οποία προσβάλλει τόσο ανθρώπους όσο και ζώα, κυρίως σκύλους.

Οι σκνίπες συνδέονται, επίσης, με τον λεγόμενο πυρετό των σκνιπών (sand fly fever), μια ιογενή λοίμωξη που προκαλεί υψηλό πυρετό, πονοκέφαλο και έντονες μυαλγίες.

Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα εποχή όσον αφορά τέτοιου είδους νοσήματα

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σύμφωνα με τις τελευταίες αξιολογήσεις του ECDC, ο ιός του Δυτικού Νείλου, η λοίμωξη chikungunya και ο δάγκειος πυρετός αποτελούν σήμερα τις σημαντικότερες ασθένειες που συνδέονται με τα κουνούπια στην Ευρώπη.

Το ECDC επισημαίνει, στην τελευταία του αναφορά, ότι η περίοδος δραστηριότητας των κουνουπιών ξεκινά πλέον νωρίτερα την άνοιξη και ολοκληρώνεται αργότερα το φθινόπωρο, ενώ σημαντικό ρόλο για την αύξηση του κινδύνου φαίνεται να διαδραματίζει η κλιματική αλλαγή αφού οι ψηλότερες θερμοκρασίες, οι ήπιοι χειμώνες και οι μεταβολές στα πρότυπα βροχόπτωσης δημιουργούν ευνοϊκό περιβάλλον για την επιβίωση και αναπαραγωγή των εντόμων. Ως αποτέλεσμα, είδη που παλαιότερα περιορίζονταν σε συγκεκριμένες γεωγραφικές ζώνες επεκτείνονται σταδιακά σε νέες περιοχές της Ευρώπης.

Την ίδια ώρα, το ECDC καταγράφει τα τελευταία χρόνια σταδιακή εξάπλωση τσιμπουριών και σκνιπών σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, εξέλιξη που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το Ixodes ricinus, το βασικό τσιμπούρι-φορέας της νόσου Lyme και της εγκεφαλίτιδας από κρότωνες. Επιπρόσθετα, οι σκνίπες του Phlebotomus, που μεταδίδουν τη λεϊσμανίαση, εμφανίζονται σε ολοένα περισσότερες περιοχές της νότιας και κεντρικής Ευρώπης.

Κεντρικό μήνυμα του ECDC είναι ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα εποχή όσον αφορά τα νοσήματα που μεταδίδονται από κουνούπια, τσιμπούρια και άλλους διαβιβαστές, με την εξάπλωση του κουνούπιου τίγρη, την παρουσία του Aedes aegypti σε περιοχές της Μεσογείου, την αύξηση των τοπικών κρουσμάτων δάγκειου πυρετού και chikungunya, καθώς και την επιμήκυνση της περιόδου δραστηριότητας των εντόμων αυτών λόγω καιρικών συνθηκών, να οδηγούν στην ανάγκη για διαρκή επιτήρηση και ενίσχυση των μέτρων πρόληψης, με ιδιαίτερη έμφαση στις χώρες της νότιας Ευρώπης και της Μεσογείου.