Η επικαιρότητα των τελευταίων ημερών γύρω από το πολυσυζητημένο «Videogate» και το πόρισμα του ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή Ανδρέα Πασχαλίδη επανέφερε στο προσκήνιο ένα νομικό όρο που μέχρι πρότινος παρέμενε στα ψιλά γράμματα, την «εμπορία επιρροής». Καθώς νομικοί και πολιτικοί διασταυρώνουν τα ξίφη τους για το αν και πότε στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα, η κυπριακή κοινωνία παρακολουθεί αμήχανη.
Ένα ερώτημα ωστόσο που προκύπτει είναι κατά πόσο οι βουλευτές που περνούν το κατώφλι υπουργικών γραφείων κρατώντας φακέλους ψηφοφόρων ή στέλνουν μηνύματα σε υπηρεσιακούς παράγοντες για… τακτοποίηση αιτημάτων θεωρούνται έμποροι επιρροής ή όχι;
Στο ποινικό δίκαιο, η εμπορία επιρροής προϋποθέτει συνήθως τη διεκδίκηση ή αποδοχή ανταλλάγματος, οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους, προκειμένου ένα πρόσωπο να ασκήσει αθέμιτη επιρροή σε κάποιον λήπτη αποφάσεων. Στην πολιτική σκηνή, ωστόσο, το αντάλλαγμα συνήθως είναι η ψήφος.
Όταν ένας βουλευτής χρησιμοποιεί την πολιτική του ιδιότητα και την πρόσβαση που του παρέχει το αξίωμά του για να επιταχύνει μια διαδικασία ή να εξασφαλίσει μια χαριστική μεταχείριση για έναν ψηφοφόρο του, διαπράττει μια μορφή άτυπης συναλλαγής.
Η μόνη διαφορά είναι ότι στην Κύπρο, αυτή η μορφή εμπορίου δεν διώκεται, αντίθετα, έχει άτυπα θεσμοθετηθεί.
Το «Videogate» και οι αποκαλύψεις του πόσο εύκολα διακινούνται υποσχέσεις και προσβάσεις στα ανώτατα δώματα της εξουσίας, απλώς καθρεφτίζουν στην κορυφή αυτό που συμβαίνει καθημερινά στη βάση της πολιτικής ζωής του τόπου.
Α.Ν.