Στην έκδοση νέων συστάσεων για την ασφάλεια αίματος, ιστών, κυττάρων και ανθρωπίνων οργάνων προχώρησε το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC), εξαιτίας της συνεχιζόμενης επιδημίας της νόσου Έμπολα που προκαλείται από τον ιό Bundibugyo (BDBV) στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και την Ουγκάντα.

Σύμφωνα με τις οδηγίες, άτομα που επιστρέφουν από περιοχές όπου καταγράφεται κοινοτική μετάδοση του ιού πρέπει να αποκλείονται προσωρινά από την αιμοδοσία ή τη δωρέα κυττάρων και ιστών για τουλάχιστον έξι εβδομάδες μετά την άφιξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η σύσταση βασίζεται στο γεγονός ότι η μέγιστη περίοδος επώασης της νόσου Έμπολα υπολογίζεται στις 21 ημέρες.

Παρόμοια προληπτική προσέγγιση προτείνεται και για τις δωρεές πλάσματος που προορίζονται για τη βιομηχανική παραγωγή φαρμακευτικών προϊόντων.

Αν και οι διαδικασίες επεξεργασίας περιλαμβάνουν μέτρα ασφαλείας,  το ECDC επισημαίνει ότι οι συγκεκριμένες μέθοδοι δεν έχουν αξιολογηθεί ειδικά έναντι της οικογένειας ιών στην οποία ανήκει και ο Bundibugyo.

Επιπρόσθετα, άτομα που βρίσκονται υπό ιατρική παρακολούθηση λόγω πιθανής έκθεσης στον ιό δεν πρέπει να προχωρούν σε δωρεά αίματος ή άλλων ουσιών ανθρώπινης προέλευσης για τουλάχιστον έξι εβδομάδες από την έναρξη της παρακολούθησής τους, ακόμη και αν δεν εμφανίζουν συμπτώματα.

Το ECDC υπογραμμίζει επίσης ότι όσοι νοσούν ενεργά από τη νόσο Έμπολα αποκλείονται πλήρως από κάθε μορφή δωρεάς, καθώς ο ιός μπορεί να εντοπιστεί στο αίμα, στους ιστούς, στα κύτταρα, στα όργανα και σε άλλα σωματικά υγρά κατά τη διάρκεια της λοίμωξης.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στα άτομα που έχουν αναρρώσει από τη νόσο. Παρότι έχουν απαλλαγεί από τα συμπτώματα, επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι ο ιός μπορεί να παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ορισμένους ιστούς και σωματικά υγρά.

Όπως επισημαίνει το ECDC, έχουν καταγραφεί περιπτώσεις ανίχνευσης ορθοεβολαϊών στο σπέρμα, στο μητρικό γάλα, στο οφθαλμικό υγρό και στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό ακόμη και μετά την αποδρομή της νόσου.

Όσον αφορά τις μεταμοσχεύσεις οργάνων, η αρμόδια ευρωπαϊκή Αρχή δεν προτείνει οριζόντια απαγόρευση αλλά εξατομικευμένη αξιολόγηση κάθε περιστατικού.

Στην εκτίμηση θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η κατάσταση του λήπτη, ο πιθανός κίνδυνος μετάδοσης, η ενημερωμένη συγκατάθεση του ασθενούς και η ανάγκη ενισχυμένης παρακολούθησης μετά τη μεταμόσχευση.

Σε περιπτώσεις δοτών που έχουν αναρρώσει από τη νόσο Έμπολα, θα μπορούσε να εξεταστεί περίοδος αναβολής έως και 18 μηνών.

Παρά τις προληπτικές οδηγίες, το ECDC εκτιμά ότι ο συνολικός κίνδυνος μετάδοσης του ιού μέσω αίματος, κυττάρων, ιστών ή οργάνων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο παραμένει πολύ χαμηλός.