Η τεχνολογία mRNA, που αναπτύχθηκε αρχικά για τη θεραπεία του καρκίνου και ταξίδεψε στο ευρύ κοινό μέσα από τα εμβόλια COVID-19, βρίσκεται τώρα στο επίκεντρο νέας επιστημονικής συζήτησης. Ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο Lancet επιβεβαιώνει τον σύνδεσμο των mRNA εμβολίων με σπάνια περιστατικά μυοκαρδίτιδας, κυρίως σε νέους άνδρες, τονίζοντας ωστόσο ότι ο κίνδυνος από τη νόσο COVID-19 παραμένει σαφώς μεγαλύτερος.

Η ιστορία πίσω από το mRNA

Αξίζει να θυμηθούμε ότι η εφαρμογή της τεχνολογίας mRNA δεν γεννήθηκε ξαφνικά μέσα στην πανδημία. Πίσω της υπήρχαν δεκαετίες έρευνας. Στη Γερμανία, το ζευγάρι επιστημόνων τουρκικής καταγωγής Ουγούρ Σαχίν και Οζλέμ Τουρετζί, συνιδρυτές της BioNTech, εργάστηκε επί χρόνια πάνω στη χρήση του mRNA κυρίως για την ανοσοθεραπεία του καρκίνου. Η ίδια η BioNTech αναφέρει ότι η εταιρεία ιδρύθηκε το 2008 για να μετατρέψει επιστημονικές ανακαλύψεις σε θεραπείες, ενώ οι Σαχίν και Τουρετζί είχαν από νωρίς εστιάσει στη δυναμική του mRNA.

Για την ακρίβεια, η τεχνολογία mRNA δεν έχει έναν μόνο «πατέρα». Καθοριστική ήταν και η συμβολή της Καταλίν Καρικό και του Ντρου Βάισμαν, που τιμήθηκαν με Νόμπελ Ιατρικής το 2023 για ανακαλύψεις που επέτρεψαν την ανάπτυξη αποτελεσματικών mRNA εμβολίων κατά της COVID-19.

Η πανδημία επιτάχυνε τα πάντα

Όταν εμφανίστηκε ο κορονοϊός, η έρευνα που είχε ξεκινήσει για τον καρκίνο αξιοποιήθηκε επειγόντως για την ανάπτυξη εμβολίου. Αυτό έγινε σε χρόνο πρωτοφανή για τα δεδομένα της φαρμακευτικής έρευνας. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη συζήτηση: τα εμβόλια δεν πέρασαν από τον κλασικό πολυετή κύκλο που γνώριζε μέχρι τότε το κοινό για την ανάπτυξη νέων σκευασμάτων πριν από τη μαζική χρήση.

Ωστόσο, η σωστή διατύπωση είναι κρίσιμη. Οι διαδικασίες συμπιέστηκαν χρονικά, με παράλληλες φάσεις, τεράστια χρηματοδότηση, συνεχή αξιολόγηση δεδομένων και rolling review από τις ρυθμιστικές αρχές. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων επισημαίνει ότι τα εμβόλια COVID-19 μπορούσαν να εγκριθούν μόνο εφόσον πληρούσαν τις απαιτήσεις ποιότητας, ασφάλειας και αποτελεσματικότητας της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, ενώ οι εταιρείες μπορούσαν να συνδυάζουν φάσεις ή να διεξάγουν ορισμένες μελέτες παράλληλα, όπου αυτό ήταν ασφαλές.

Μυοκαρδίτιδα και περικαρδίτιδα: Πόσο συχνές ήταν;

Το σημείο που προκάλεσε τις μεγαλύτερες ανησυχίες ήταν η μυοκαρδίτιδα και η περικαρδίτιδα, δηλαδή φλεγμονές στον καρδιακό μυ και στο περίβλημα της καρδιάς. Η νέα ανασκόπηση αναφέρει ότι τα περιστατικά μετά τον εμβολιασμό ήταν συχνότερα μετά τη δεύτερη δόση: περίπου 12,6 περιστατικά ανά εκατομμύριο δόσεις για το Pfizer και 35,6 ανά εκατομμύριο για το Moderna. Με απλά ποσοστά, αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 0,00126% για το Pfizer και 0,00356% για το Moderna.

Τα στοιχεία των CDC στις ΗΠΑ δείχνουν ότι ο κίνδυνος ήταν σαφώς υψηλότερος στους νεότερους άνδρες. Μετά τη δεύτερη δόση mRNA, καταγράφηκαν 40,6 περιστατικά μυοκαρδίτιδας ανά εκατομμύριο δόσεις σε άνδρες 12-29 ετών, έναντι 4,2 ανά εκατομμύριο στις γυναίκες της ίδιας ηλικιακής ομάδας. Στους άνδρες άνω των 30 ετών η αναλογία ήταν 2,4 ανά εκατομμύριο και στις γυναίκες άνω των 30 ετών 1 ανά εκατομμύριο.

Ακόμη πιο αναλυτικά, μελέτη στο JAMA κατέγραψε τα υψηλότερα ποσοστά μετά τη δεύτερη δόση σε αγόρια 12-15 ετών, με 70,7 περιστατικά ανά εκατομμύριο δόσεις Pfizer, σε αγόρια 16-17 ετών με 105,9 ανά εκατομμύριο, και σε νέους άνδρες 18-24 ετών με 52,4 ανά εκατομμύριο για Pfizer και 56,3 ανά εκατομμύριο για Moderna. Δηλαδή ακόμη και στην υψηλότερη ομάδα, μιλάμε για περίπου 0,01059%.

Το συμπέρασμα της επιστήμης σήμερα

Το βασικό συμπέρασμα δεν είναι ότι δεν υπήρξαν παρενέργειες. Υπήρξαν. Το συμπέρασμα είναι ότι, με βάση τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα δεδομένα, ήταν σπάνιες, παρακολουθήθηκαν, καταγράφηκαν και αξιολογήθηκαν. Οι CDC αναφέρουν ότι η μυοκαρδίτιδα και η περικαρδίτιδα μετά τον εμβολιασμό είναι σπάνιες, εμφανίστηκαν συχνότερα σε εφήβους και νέους άνδρες μέσα στην πρώτη εβδομάδα μετά τη δεύτερη δόση, ενώ οι περισσότεροι ασθενείς ανταποκρίνονται καλά στη θεραπεία και στην ανάπαυση.

Η μεγάλη εικόνα είναι ότι η τεχνολογία mRNA δεν κλείνει με τον κορονοϊό. Αντίθετα, ανοίγει δρόμους. Η ίδια ανασκόπηση σημειώνει προοπτικές για εμβόλια κατά της γρίπης, του RSV και άλλων λοιμωδών νοσημάτων, αλλά και για εξατομικευμένα αντικαρκινικά εμβόλια και θεραπείες που βασίζονται στο RNA.

Η υγεία, λοιπόν, δεν προχωρά χωρίς ερωτήματα. Προχωρά επειδή θέτει ερωτήματα, μετρά κινδύνους, διορθώνει, παρακολουθεί και επανεξετάζει. Το mRNA υπήρξε παιδί μακράς έρευνας, δοκιμάστηκε σε συνθήκες παγκόσμιας πίεσης και τώρα αξιολογείται με την ψυχραιμία των δεδομένων. Και αυτή ίσως είναι η πιο χρήσιμη απάντηση στη συζήτηση που άνοιξε η πανδημία.

huffposts.gr