Σημαντικό προηγούμενο για τις συντάξεις χηρείας δημιουργεί απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε αντισυνταγματική τη στέρηση σύνταξης σε δεύτερη σύζυγο συνταξιούχου δημοσίου υπαλλήλου, απορρίπτοντας την έφεση της Δημοκρατίας και δικαιώνοντας τη χήρα που διεκδικούσε το δικαίωμά της μετά τον θάνατο του συζύγου της.
Η υπόθεση αφορούσε γυναίκα, η οποία νυμφεύθηκε το 1993 συνταξιούχο κρατικό υπάλληλο, μετά τον θάνατο της πρώτης συζύγου του. Ο σύζυγός της είχε αφυπηρετήσει το 1986 και απεβίωσε το 2016. Μετά τον θάνατό του, η χήρα του υπέβαλε αίτηση για σύνταξη χηρείας, η οποία απορρίφθηκε από τη διοίκηση με βάση το άρθρο 12 του Νόμου 216(Ι)/2012, που απέκλειε από το δικαίωμα αυτό δεύτερες συζύγους συνταξιούχων κρατικών υπαλλήλων.
Το Ανώτατο έκρινε ότι η συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση στέρησε από την εφεσίβλητη ένα περιουσιακό δικαίωμα που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Στην απόφασή του, το Δικαστήριο επισήμανε ότι κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου της εφεσίβλητης, η νομοθεσία προέβλεπε ρητά ότι δεύτερη σύζυγος συνταξιούχου, του οποίου η πρώτη σύζυγος είχε αποβιώσει μετά την αφυπηρέτησή του, δικαιούται σύνταξη χηρείας. Το δικαίωμα αυτό διατηρήθηκε και στον περί Συντάξεων Νόμο του 1997, προτού καταργηθεί με τον Νόμο του 2012.
Οι δικαστές έκριναν ότι η εφεσίβλητη είχε αποκτήσει «θεμιτή προσδοκία» για μελλοντική καταβολή σύνταξης χηρείας, η οποία αποτελούσε περιουσιακό συμφέρον με επαρκή νομική βάση. Σημείωσαν επίσης ότι ο αποβιώσας σύζυγός της κατέβαλλε υποχρεωτικά εισφορές στο Ταμείο Χηρών και Ορφανών, γεγονός που ενίσχυε τη θεμελίωση του δικαιώματος.
Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η κατάργηση του δικαιώματος αυτού μέσω του άρθρου 12 του Νόμου 216(Ι)/2012 συνιστούσε πλήρη στέρηση περιουσιακού δικαιώματος. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, τέτοια στέρηση μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο για τους περιοριστικά καθορισμένους λόγους του άρθρου 23 του Συντάγματος, οι οποίοι δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση.
Το Ανώτατο απέρριψε τη θέση της Δημοκρατίας ότι η χήρα δεν είχε αποκτήσει δικαίωμα επειδή ο σύζυγός της βρισκόταν ακόμη εν ζωή όταν ψηφίστηκε ο νόμος του 2012. Αντίθετα, έκρινε ότι η κρίσιμη παράμετρος ήταν η ύπαρξη θεμιτής και νομικά κατοχυρωμένης προσδοκίας, η οποία καταργήθηκε εκ των υστέρων από τον νομοθέτη.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι κανείς δεν έχει δικαίωμα στη διατήρηση μιας νομοθετικής ρύθμισης επ’ αόριστον, ωστόσο τόνισε πως οι νομοθετικές μεταβολές δεν μπορούν να καταργούν συνταγματικά προστατευόμενα περιουσιακά δικαιώματα χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το Σύνταγμα.
Η απόφαση αναφέρει επίσης ότι ο σκοπός του Νόμου 216(Ι)/2012, που ήταν η συγκράτηση των δαπανών των συνταξιοδοτικών συστημάτων του δημόσιου τομέα, δεν εμπίπτει στους συνταγματικά επιτρεπτούς λόγους για στέρηση ή περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε ομόφωνα την έφεση της Δημοκρατίας και επικύρωσε την ακύρωση της διοικητικής απόφασης που είχε στερήσει από την εφεσίβλητη τη σύνταξη χηρείας. Παράλληλα επιδίκασε έξοδα ύψους 4.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ όπου εφαρμόζεται, υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της Δημοκρατίας.