Το Εφετείο απέρριψε την έφεση 19χρονης Βρετανίδας υπηκόου, η οποία κατηγορείται μαζί με άλλα τρία πρόσωπα για σοβαρά αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά, επικυρώνοντας την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την έναρξη της δίκης της ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 15 Ιουνίου 2026.

Η νεαρή γυναίκα είναι η τέταρτη κατηγορούμενη σε υπόθεση που αφορά συνολικά δέκα κατηγορίες, μεταξύ των οποίων συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια πέραν του ενός κιλού κοκαΐνης, κατοχή κάνναβης, μεθαμφεταμίνης, ζυγαριών ακριβείας με ίχνη ναρκωτικών ουσιών, καθώς και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, οι τέσσερις κατηγορούμενοι επέβαιναν σε όχημα που βρισκόταν υπό παρακολούθηση της ΥΚΑΝ. Κατά την ανακοπή και έρευνα του οχήματος εντοπίστηκε ποσότητα κοκαΐνης βάρους 1 κιλού και 29 γραμμαρίων, ποσότητα κάνναβης 153 γραμμαρίων, χρηματικό ποσό €3.060, καθώς και διάφορα αντικείμενα που σχετίζονται με τη χρήση και διακίνηση ναρκωτικών.

Κατά την έρευνα εντοπίστηκαν επίσης στην τσάντα της 19χρονης δύο σακουλάκια που περιείχαν ουσία η οποία έμοιαζε με μεθαμφεταμίνη («crystal»), καθώς και γυάλινο σκεύος καπνίσματος με ίχνη καμένης ουσίας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η ίδια φέρεται να παραδέχθηκε επί τόπου ότι η ουσία ήταν crystal, ενώ για το σκεύος καπνίσματος ανέφερε ότι το χρησιμοποιούσε παλαιότερα.

Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η ποσότητα που βρέθηκε στην κατοχή της βρισκόταν στα όρια προσωπικής χρήσης, ότι η παρουσία της στο όχημα συνδεόταν με τη δίμηνη σχέση που διατηρούσε με τον πρώτο κατηγορούμενο και ότι ο τελευταίος είχε δηλώσει στην Αστυνομία πως τα ναρκωτικά ήταν δικά του και οι υπόλοιποι επιβαίνοντες δεν είχαν σχέση με αυτά.

Παράλληλα, προβλήθηκε ότι η κατηγορούμενη γεννήθηκε και διαμένει στην Κύπρο, ζει με την οικογένειά της, δεν διατηρεί ουσιαστικούς δεσμούς με το Ηνωμένο Βασίλειο και θα μπορούσε να αφεθεί ελεύθερη υπό αυστηρούς όρους, όπως παράδοση ταξιδιωτικών εγγράφων, εγγραφή στο stop-list και τακτική παρουσία σε αστυνομικό σταθμό.

Το Εφετείο, ωστόσο, έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, στο παρόν στάδιο το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται μόνο στην όψη του και όχι ως προς την τελική αξιοπιστία ή βαρύτητά του.

Οι εφέτες σημείωσαν ότι η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει όχι μόνο αδικήματα που θα μπορούσαν να συνδέονται με προσωπική χρήση, αλλά και ιδιαίτερα σοβαρές κατηγορίες που αφορούν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος. Υπέδειξαν επίσης ότι τα ναρκωτικά και τα σχετικά αντικείμενα βρίσκονταν σε εμφανή σημεία μέσα στο όχημα και ότι στην προσωπική περιουσία της εντοπίστηκαν ναρκωτικές ουσίες και εξοπλισμός χρήσης.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα στοιχεία αυτά δημιουργούν, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, πιθανότητα καταδίκης και συνεπώς ενισχύουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Παράλληλα, απέρριψε τον ισχυρισμό ότι οι δεσμοί της με την Κύπρο αρκούσαν για να εξουδετερώσουν τον κίνδυνο μη προσέλευσής της στη δίκη.

Στην απόφαση επισημαίνεται ακόμη ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της 19χρονης, περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι εργαζόταν στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια, προτού καταλήξει ότι η σοβαρότητα των κατηγοριών και οι πιθανές ποινές δικαιολογούν τη συνέχιση της κράτησής της.

Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη και εξατομικευμένη ως προς την κατηγορούμενη, απορρίπτοντας όλους τους λόγους έφεσης και επικυρώνοντας το διάταγμα κράτησής της μέχρι την έναρξη της δίκης.