Το Εφετείο ανέτρεψε εν μέρει πρωτόδικη απόφαση που επιβλήθηκε σε 21χρονο με ποινές φυλάκισης έως και τριών ετών για σειρά ληστειών και αποπειρών ληστείας με μαχαίρι σε περίπτερα του Στροβόλου, κρίνοντας ότι, παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων, το υπόλοιπο της ποινής θα πρέπει να ανασταλεί για τρία χρόνια, δίνοντάς του μια «δεύτερη ευκαιρία» υπό αυστηρούς όρους.

Με ομόφωνη απόφασή του, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του καταδικασθέντα ότι οι ποινές που του επιβλήθηκαν ήταν έκδηλα υπερβολικές, διατηρώντας τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επέβαλε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με μεγαλύτερη αυτή των τριών ετών για ληστεία. Ωστόσο, έκανε δεκτό τον λόγο έφεσης που αφορούσε το θέμα της αναστολής της εκτέλεσης των ποινών.

Η υπόθεση αφορούσε τέσσερα περιστατικά που διαπράχθηκαν τον Οκτώβριο του 2024 και τον Ιούλιο του 2025. Σύμφωνα με τα γεγονότα που έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος εισερχόταν σε περίπτερα κρατώντας κουζινομάχαιρο και απαιτούσε χρήματα από τους υπαλλήλους. Σε τρεις περιπτώσεις οι πράξεις παρέμειναν σε στάδιο απόπειρας, ενώ σε μία περίπτωση κατάφερε να αποσπάσει ποσό 20 ευρώ, το οποίο αργότερα επέστρεψε.

Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε επιβάλει ποινές φυλάκισης δυόμισι ετών για κάθε μία από τις τρεις κατηγορίες απόπειρας ληστείας, έξι μηνών για κατοχή επιθετικού όπλου σε δημόσιο χώρο και τριών ετών για τη ληστεία, διατάσσοντας όπως οι ποινές συντρέχουν.

Εξετάζοντας την έφεση, το Εφετείο έκρινε ότι οι ποινές δεν ήταν έκδηλα υπερβολικές, επισημαίνοντας ότι τα αδικήματα ληστείας συγκαταλέγονται στα σοβαρότερα αδικήματα κατά της περιουσίας και προκαλούν αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στην κοινωνία. Υπογράμμισε ακόμη ότι ο νομοθέτης προβλέπει μέχρι και ισόβια κάθειρξη για ένοπλη ληστεία, γεγονός που καταδεικνύει τη βαρύτητα των συγκεκριμένων πράξεων.

Παράλληλα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι ο νεαρός ήταν λευκού ποινικού μητρώου, παραδέχθηκε άμεσα τα αδικήματα, συνεργάστηκε με τις Αρχές και επέδειξε μεταμέλεια. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν επίσης οι εκθέσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και περιέγραφαν ένα βεβαρημένο προσωπικό και οικογενειακό ιστορικό, με εμπειρίες εγκατάλειψης, εκφοβισμού και απώλειας, χρήση ναρκωτικών ουσιών, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, καθώς και διαγνώσεις δυσθυμικής διαταραχής και διαταραχής προσωπικότητας.

Το Εφετείο σημείωσε ότι οι πράξεις του καταδικασθέντα χαρακτηρίζονταν από «μεγάλη επιπολαιότητα» και όχι από οργανωμένο εγκληματικό σχεδιασμό, καθώς δρούσε χωρίς να καλύπτει τα χαρακτηριστικά του, χρησιμοποιώντας ένα κοινό κουζινομάχαιρο που είχε πάρει από το σπίτι του. Τόνισε επίσης ότι, παρά την αναστάτωση που προκάλεσε, κανένα πρόσωπο δεν τραυματίστηκε.

Καθοριστικής σημασίας για την απόφαση υπήρξε το γεγονός ότι ο εφεσείων βρίσκεται υπό κράτηση από τις 4 Ιουλίου 2025 και είχε ήδη εκτίσει περίπου έντεκα μήνες φυλάκισης. Σύμφωνα με το Εφετείο, το διάστημα αυτό ήταν αρκετό, ώστε να αντιληφθεί τις συνέπειες του εγκλεισμού και της εγκληματικής του συμπεριφοράς.

Υπό το φως των ιδιαίτερων προσωπικών του περιστάσεων και της ανάγκης για αναμόρφωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αναστολή του υπολοίπου των ποινών εξυπηρετεί καλύτερα τόσο το δημόσιο συμφέρον όσο και την προοπτική επανένταξης του νεαρού στην κοινωνία.

Ως εκ τούτου, το Εφετείο αποφάσισε ότι το υπόλοιπο όλων των ποινών φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από την ημερομηνία έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης, διατηρώντας κατά τα λοιπά τις ποινές που είχαν επιβληθεί.