Η δημόσια διαπόμπευση δεν χρειάζεται πια πλατεία. Αρκεί μια ανάρτηση, μια φωτογραφία, ένα όνομα και λίγες γραμμές καταγγελτικού λόγου για να τεθεί ένα πρόσωπο ενώπιον ενός άτυπου ψηφιακού δικαστηρίου. Στις πλείστες των περιπτώσεων, χωρίς αποδείξεις, χωρίς δυνατότητα άμεσης απάντησης και χωρίς αποκατάσταση της αλήθειας αν οι ισχυρισμοί είναι ψευδείς.
Στην Κύπρο του 2026, η ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία του λόγου και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δοκιμάζεται καθημερινά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Λαϊκά δικαστήρια στήνονται μέσα σε λίγα λεπτά, συχνά με ανεπανόρθωτες συνέπειες για τα πρόσωπα που βρίσκονται κάθε φορά στο στόχαστρο.
Νομικά, το πλαίσιο στην Κύπρο επιτρέπει ορισμένους περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης για την προστασία της φήμης ή των δικαιωμάτων τρίτων. Πρακτικά, ωστόσο, απουσιάζει ο μηχανισμός που θα παρακολουθεί την ψηφιακή δραστηριότητα και θα εντοπίζει παραβάσεις, ώστε αυτές να οδηγούνται ενώπιον της δικαιοσύνης.
Την ίδια στιγμή, ακόμη και αν το θύμα δικαιωθεί δικαστικά, η ζημιά μπορεί να έχει ήδη γίνει. Γι’ αυτό η ανάπτυξη κριτικής σκέψης ανάμεσα στους πολίτες εξελίσσεται σε επιτακτική ανάγκη, ώστε να διακρίνεται η ωφέλιμη για τη δημοκρατία κριτική από τη σκόπιμη προσπάθεια εξόντωσης προσώπων με αλλότρια κίνητρα.
Για τη νομική πτυχή του ζητήματος στην Κύπρο τοποθετείται στον «Φ» της Κυριακής ο δικηγόρος Ηλίας Στεφάνου. Από την πλευρά του, ο ψυχίατρος δρ Γιώργος Μικελλίδης προσεγγίζει το θέμα στην ψυχιατρική του διάσταση και εξηγεί πώς η ικανότητα φιλτραρίσματος των πληροφοριών αποτελεί όχι μόνο στοιχείο κριτικής σκέψης, αλλά και παράγοντα προστασίας της ψυχικής υγείας.
Το νομικό πλαίσιο στην Κύπρο
Στην Κύπρο, η ελευθερία της έκφρασης κατοχυρώνεται στο άρθρο 19 του Συντάγματος. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και έκφρασης με οποιοδήποτε τρόπο. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης, καθώς και την ελευθερία λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών χωρίς παρέμβαση από οποιαδήποτε δημόσια αρχή και ανεξαρτήτως συνόρων.
Η άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού μπορεί να υπόκειται σε διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, που περιγράφονται στην παράγραφο 3. Αυτά, προβλέπονται από τον νόμο και είναι αναγκαία μόνο για το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας υγείας ή των δημόσιων ηθών, ή για την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων τρίτων, ή για την αποτροπή της αποκάλυψης πληροφοριών που λήφθηκαν εμπιστευτικά, ή για τη διατήρηση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.
Για δυσφημιστικό περιεχόμενο, το κυπριακό δίκαιο στηρίζεται κυρίως στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148. Όπως επισημαίνει και ο δικηγόρος Ηλίας Στεφάνου, οι ποινικές διατάξεις περί δυσφήμησης στον Ποινικό Κώδικα είχαν καταργηθεί το 2003. Ως αποτέλεσμα, η κλασική δυσφήμηση σήμερα κινείται πρωτίστως στο αστικό πεδίο, με αξίωση για αποζημιώσεις ή άλλα ένδικα μέσα.
Όμως, στην περίπτωση που η διαδικτυακή έκφραση μετατρέπεται σε εργαλείο διασποράς μίσους, τότε εισέρχεται στην σφαίρα του ποινικού δικαίου. «Βάσει του Νόμου 134(Ι)/2011 και του Άρθρου 99Α του Ποινικού Κώδικα, ο συντάκτης μιας ανάρτησης, ο οποίος εκ προθέσεως δημόσια υποκίνηση βία ή μίσος λόγω φυλής, θρησκείας, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου, διαπράττει ποινικό αδίκημα, τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης έως πέντε έτη, χρηματικό πρόστιμο έως €10.000 ή και τις δύο ποινές», εξηγεί ο Ηλίας Στεφάνου.
Επιπλέον, ως κράτος μέλος της ΕΕ, η Κύπρος λειτουργεί και εντός του πλαισίου του Digital Services Act. Ο DSA δεν αντικαθιστά το εθνικό δίκαιο περί δυσφήμησης ή παρενόχλησης, αλλά επιβάλλει στις μεγάλες πλατφόρμες μηχανισμούς αναφοράς παράνομου περιεχομένου, διαφάνεια στις αποφάσεις αφαίρεσης περιεχομένου και δυνατότητες προσφυγής των χρηστών. Το ζήτημα στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι, όπως προαναφέρθηκε, η απουσία μηχανισμού εφαρμογής. Ενώ στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης δημοσιεύονται αμέτρητα σχόλια που ενδέχεται να παραβιάζουν τους προβλεπόμενους περιορισμούς, δεν υπάρχουν οι δομές που θα έχουν την ευθύνη να τα εντοπίζουν άμεσα, να τα αξιολογούν και να τα καταγγέλλουν.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι αν ο θιγόμενος μπορεί να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, αλλά αν η Πολιτεία διαθέτει μηχανισμούς αρκετά γρήγορους και αποτελεσματικούς ώστε να αποτρέπουν τη μετατροπή μιας ανάρτησης σε ψηφιακό διασυρμό. Η προστασία της ελευθερίας της έκφρασης παραμένει θεμέλιο της δημοκρατίας. Ωστόσο, η ιδιωτική ζωή και τα δικαιώματα τρίτων δεν μπορούν να μένουν απροστάτευτα.
Η συζήτηση στην Κύπρο για ψευδείς ειδήσεις και διαδίκτυο
Οι ψευδείς ειδήσεις και οι προεκτάσεις τους δεν είναι η πρώτη φορά που απασχολούν έντονα την Πολιτεία. Η συζήτηση στη Βουλή ανέδειξε, επί της ουσίας, το αδιέξοδο μέσα στο οποίο κινείται η Κύπρος. Από τη μία, αναγνωρίστηκε ότι οι ψευδείς ή κακόβουλες αναρτήσεις μπορούν να οδηγήσουν σε διασυρμό, εκφοβισμό και πραγματική βλάβη. Από την άλλη, η προσπάθεια ποινικής ρύθμισης προσέκρουσε σε σοβαρές ενστάσεις για την ελευθερία της έκφρασης και την ελευθεροτυπία, καθώς ο όρος «ψευδείς ειδήσεις» μπορεί να ερμηνευτεί ευρέως και να αγγίξει ακόμη και την καλόπιστη δημοσιογραφική ή δημόσια κριτική.
Επί θητείας Έμιλυς Γιολίτη στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το 2021 κατατέθηκε σχετικό νομοσχέδιο, το οποίο είχε επανέλθει στην Επιτροπή Νομικών και επί της παρούσας διακυβέρνησης. Δεν αφορούσε μόνο τις ψευδείς ειδήσεις, αλλά και τις απειλές, την εξύβριση, καθώς και τη διάδοση αισχρών φωτογραφιών ή εικόνων στο διαδίκτυο, με πρόνοια για μετατροπή τέτοιων συμπεριφορών από αστικά σε ποινικά αδικήματα και με ποινή φυλάκισης.
Το θέμα προωθήθηκε για συζήτηση το 2024, ωστόσο σκόνταψε σε έντονες αντιδράσεις που διατυπώθηκαν στην Επιτροπή Νομικών της Βουλής από διάφορους φορείς, περιλαμβανομένου του δημοσιογραφικού κόσμου. Οι ενστάσεις επικεντρώθηκαν στον κίνδυνο η πρόταση, όπως ήταν διατυπωμένη, να οδηγήσει σε έμμεση ποινικοποίηση του δημοσιογραφικού έργου και να επηρεάσει την ελευθερία της έκφρασης και της ελευθεροτυπίας.
Πολιτικές δυνάμεις επισήμαναν ότι μπορούν να αποδεχθούν την ανάγκη κάλυψης του κενού, αλλά δεν μπορούν να υπερψηφίσουν ως έχει μια ρύθμιση που ποινικοποιεί δημοσιεύσεις ή αναρτήσεις επειδή μπορεί να θεωρηθούν προσβλητικές. Το αποτέλεσμα ήταν το Υπουργείο Δικαιοσύνης, τον Αύγουστο του 2024, να ζητήσει αναβολή της συζήτησης και να προχωρήσει στη συγκρότηση ομάδας νομικών για την επεξεργασία λύσεων, με στόχο την αναζήτηση ευρύτερης συναίνεσης.
Το διακύβευμα σήμερα είναι να βρεθεί η χρυσή τομή, ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά φαινόμενα όπως η κακόβουλη στοχοποίηση, οι απειλές και η απόπειρα δολοφονίας χαρακτήρων, με παράλληλη διατήρηση του σεβασμού στο πανανθρώπινο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Ζητούμενο είναι η κριτική να ασκείται σε κόσμιο και ανθρώπινο πλαίσιο, με λόγο που δεν θα εκθέτει κανέναν σε ψηφιακό λιθοβολισμό εξαιτίας αυθαίρετων δημοσιεύσεων ή κατηγοριών.
Η θωράκιση των πολιτών από την Πολιτεία μπορεί να επιχειρηθεί με υποχρεώσεις προς τις πλατφόρμες για άμεση αφαίρεση αναρτήσεων που διαπομπεύουν ανθρώπους, αλλά και με επένδυση στον ψηφιακό γραμματισμό, ώστε η κοινωνία να μάθει να διαχωρίζει τον έλεγχο και την κριτική από τη συκοφαντία και τον κανιβαλισμό. Κομβικής σημασίας θεωρείται επίσης ένας μηχανισμός παρακολούθησης του περιεχομένου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που θα μπορεί να εντοπίζει τις παρεμβάσεις που ξεπερνούν την κόκκινη γραμμή.
Τσιρίδου: Πρέπει να εκσυγχρονιστούμε

Την ανάγκη εκσυγχρονισμού αναδεικνύει με δηλώσεις της στον «Φ της Κυριακής» η τέως αναπληρώτρια πρόεδρος της Επιτροπής Νομικών της Βουλής, Φωτεινή Τσιρίδου.
Η βουλεύτρια του Δημοκρατικού Συναγερμού αναφέρει ότι φαινόμενα όπως ο διαδικτυακός εκφοβισμός, η παρενόχληση, η παραβίαση προσωπικών δεδομένων, η ρητορική μίσους και η διάδοση ψευδών ειδήσεων καταγράφονται εδώ και χρόνια, σημειώνοντας ότι πλέον λαμβάνουν ανησυχητικές διαστάσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Σημειώνει επίσης ότι το ζήτημα είχε τεθεί προς συζήτηση στην Επιτροπή Νομικών, Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, όπου εξετάστηκε προτεινόμενο πλαίσιο για την ενσωμάτωση στο κυπριακό δίκαιο διατάξεων που θα συμβάλουν σε πιο ομαλή και ασφαλή λειτουργία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Σύμφωνα με την ίδια, στόχος των ρυθμίσεων είναι οι πολίτες να μπορούν να εκφράζονται και να αλληλοεπιδρούν στο διαδίκτυο με μεγαλύτερη ασφάλεια, όπως, όπως είπε, έχει ήδη συμβεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Στο μεταξύ τον περασμένο Ιανουάριο η Φωτεινή Τσιρίδου κατέθεσε επίσης πρόταση νόμου για τη Διδασκαλία της Ψηφιακής Πολιτότητας και της Ασφαλούς Συμπεριφοράς στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Σκοπός της πρωτοβουλίας είναι να καταστήσει τη σχετική εκπαίδευση υποχρεωτική σε δημόσια και ιδιωτικά σχολεία όλων των βαθμίδων. Μέσω αυτής, οι μαθητές θα εξοπλίζονται με βασικές γνώσεις για το τι συνιστά νόμιμη και παράνομη συμπεριφορά στο ψηφιακό περιβάλλον, πριν τα λάθη μετατραπούν σε ποινικά, κοινωνικά ή ψυχικά τραύματα. Επιπλέον, θα μάθουν να κινούνται υπεύθυνα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να σέβονται την ιδιωτική ζωή, τα προσωπικά δεδομένα και τα δικαιώματα των άλλων, αλλά και να αναπτύσσουν ψυχική ανθεκτικότητα και την ικανότητα να ζητούν βοήθεια όταν τη χρειάζονται.
Ηλίας Στεφάνου: Πότε το πληκτρολόγιο παραβιάζει τον νόμο

Η ευκολία χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ότι στο ψηφιακό περιβάλλον η ελευθερία του λόγου είναι απεριόριστη. Εξ αρχής τονίζεται ότι, η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ένα από τα θεμέλια κάθε δημοκρατικής κοινωνίας και προστατεύει όχι μόνο πληροφορίες ή ιδέες που γίνονται εύκολα αποδεκτές, αλλά και εκείνες που προσβάλλουν, σοκάρουν ή ανησυχούν. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως το δικαίωμα της έκφρασης είναι αχαλίνωτο και ασύδοτο. Επιτρέπεται ο περιορισμός του για την προστασία της δημόσιας τάξης, της εθνικής ασφάλειας ή της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων.
Στην Κύπρο, η διαδικτυακή δυσφήμιση αποτελεί αστικό αδίκημα που σκοπεύει στην αποκατάσταση της βλάβης του θύματος μέσω οικονομικής αποζημίωσης. Δυσφήμιση συνιστά η δημοσίευση ισχυρισμών, οι οποίοι αποδίδουν σε άλλο πρόσωπο εγκληματική ή ανάρμοστη συμπεριφορά, πλήττουν την επαγγελματική ή κοινωνική του υπόσταση ή είναι δυνατόν να το εκθέσουν σε μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη. Τονίζεται πως ευθύνη φέρει και ο κάθε χρήστης που αναπαράγει μια φήμη ή επικαλείται ως πηγή τρίτο πρόσωπο. Το θύμα μπορεί να επιτύχει νομικά, μέσω αστικής φύσης διαδικασιών, την άμεση διαγραφή των αναρτήσεων μέσω της έκδοσης δικαστικών διαταγμάτων, την αποκάλυψη των στοιχείων ανώνυμων χρηστών από τις πλατφόρμες, καθώς και την επιδίκαση οικονομικών αποζημιώσεων.
Το πάλε ποτέ ποινικό αδίκημα του λίβελλου (δηλαδή η δημοσίευση δυσφημιστικού υλικού η οποία σκοπεί να πλήξη τη φήμη ενός προσώπου) καταργήθηκε το 2003. Ωστόσο, η διαδικτυακή έκφραση εισέρχεται στη σφαίρα του ποινικού δικαίου όταν μετατρέπεται σε εργαλείο μίσους. Εδώ, ο στόχευση του νόμου αλλάζει και επιδιώκει την αυστηρή τιμωρία του δράστη για την κοινωνική απαξία της πράξης του. Βάσει του Νόμου 134(Ι)/2011 και του Άρθρου 99Α του Ποινικού Κώδικα, ο συντάκτης μιας ανάρτησης, ο οποίος εκ προθέσεως δημόσια υποκίνηση βία ή μίσος λόγω φυλής, θρησκείας, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου, διαπράττει ποινικό αδίκημα, τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης έως πέντε έτη, χρηματικό πρόστιμο έως €10.000 ή και τις δύο ποινές.
Όπως έχει επιβεβαιώσει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όταν το πληκτρολόγιο σπέρνει μίσος, η προστασία της κοινωνίας υπερέχει της ελευθερίας του λόγου.
Δρ. Γιώργος Μικελλίδης: Η δολοφονία χαρακτήρων στην εποχή των social media

Η εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει προσφέρει πρωτόγνωρες δυνατότητες επικοινωνίας, ενημέρωσης και έκφρασης. Παράλληλα όμως έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο η δημόσια διαπόμπευση και η λεγόμενη «δολοφονία χαρακτήρων» μπορούν να συμβούν με πρωτοφανή ταχύτητα και ένταση. Ένα σχόλιο, μια φωτογραφία, ένα βίντεο ή μια κατηγορία μπορούν μέσα σε λίγες ώρες να διαδοθούν σε χιλιάδες ανθρώπους, συχνά χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός έλεγχος της ακρίβειας των πληροφοριών.
Από ψυχιατρικής και ψυχολογικής πλευράς, η κοινωνική απόρριψη αποτελεί μία από τις πιο επώδυνες ανθρώπινες εμπειρίες. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει εξελιχθεί μέσα σε κοινωνικές ομάδες και η ανάγκη για αποδοχή είναι βαθιά ριζωμένη στη βιολογία μας. Μελέτες έχουν δείξει ότι η κοινωνική απόρριψη ενεργοποιεί περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την εμπειρία του σωματικού πόνου. Για τον λόγο αυτό, η δημόσια ταπείνωση, η χλεύη ή η διαδικτυακή στοχοποίηση δεν αποτελούν απλώς δυσάρεστες εμπειρίες, αλλά μπορούν να προκαλέσουν πραγματική ψυχική οδύνη.
Στην κλινική πράξη συναντούμε άτομα που, μετά από διαδικτυακές επιθέσεις ή δημόσια έκθεση, εμφανίζουν συμπτώματα άγχους, αϋπνίας, καταθλιπτικής διάθεσης, κρίσεων πανικού, κοινωνικής απόσυρσης και έντονου αισθήματος ντροπής. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για νέους ανθρώπους ή άτομα με προϋπάρχουσες ψυχικές δυσκολίες, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι σοβαρές και μακροχρόνιες.
Ένα επιπλέον πρόβλημα είναι ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ευνοούν συχνά την άμεση συναισθηματική αντίδραση εις βάρος της ψύχραιμης αξιολόγησης. Ο άνθρωπος έχει την τάση να διαμορφώνει γρήγορα εντυπώσεις και να αναζητά πληροφορίες που επιβεβαιώνουν τις ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις του. Έτσι, μια φήμη ή μια αποσπασματική πληροφορία μπορεί να μετατραπεί σε «αλήθεια» στα μάτια πολλών ανθρώπων πριν εξεταστούν τα πραγματικά γεγονότα.
Στη σημερινή εποχή, η ικανότητα φιλτραρίσματος των πληροφοριών αποτελεί όχι μόνο στοιχείο κριτικής σκέψης αλλά και παράγοντα προστασίας της ψυχικής υγείας. Πριν αναπαράγουμε μια είδηση ή συμμετάσχουμε στην καταδίκη ενός προσώπου, οφείλουμε να αναρωτηθούμε αν γνωρίζουμε όλα τα δεδομένα και αν η αντίδρασή μας βασίζεται σε γεγονότα ή σε συναισθηματικές παρορμήσεις. Η ενσυναίσθηση, η υπευθυνότητα και ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αποτελούν θεμέλια μιας ώριμης κοινωνίας. Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός, η σύνεση και η ανθρωπιά παραμένουν πιο απαραίτητες από ποτέ.