Ο απόηχος του πορίσματος της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς για την έρευνα σε σχέση με τα όσα καταγράφονται στο βιβλίο «Κράτος Μαφία» περιλαμβάνει πλέον και αντιδράσεις ενεχόμενων αξιωματούχων.
Από την πρώτη στιγμή, άτομα, για τα οποία υπάρχουν ευρήματα περί τέλεσης ενδεχόμενων ποινικών αδικημάτων, εξέφρασαν στον ευρύτερο κύκλο τους θέσεις περί μη αποδοχής των όσων τους προσάπτονται από μαρτυρίες.
Πλέον, όμως, κάποιοι εκ των ελεγχόμενων αξιωματούχων εκδηλώνουν δημοσίως τις θέσεις τους, παρόλο που είναι σε εξέλιξη διαδικασία για αξιολόγηση του πορίσματος. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Αναστασιάδη, ο οποίος πέραν από την αρχική του τοποθέτηση την περασμένη Τρίτη, χθες ανακοίνωσε μέσω συνεργατών του την απόφασή του να παραθέσει συνέντευξη Τύπου την προσεχή Τρίτη στη δημοσιογραφική Εστία.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση που στάλθηκε χθες από το πολιτικό του γραφείο στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ο κ. Αναστασιάδης «θα απαντήσει ολοκληρωμένα και με τεκμηρίωση σε όλα τα ζητήματα που προκύπτουν από την έρευνα της Αρχής Κατά της Διαφθοράς».
Υπενθυμίζεται ότι στη βάση του πορίσματος και των εισηγήσεων ο κ. Αναστασιάδης ελέγχεται για (1) εμπορία επηρεασμού σε τρεις περιπτώσεις, (2) το κακούργημα της κατάχρησης εξουσίας σε μία περίπτωση και (3) κατάχρησης εξουσίας σε βαθμό πλημμελήματος ή απόπειρας διάπραξης ποινικού αδικήματος σε τρεις περιπτώσεις.
«Ήταν οι ενδεδειγμένες»
Χθες υπήρξε κι άλλη αντίδραση προς την ίδια κατεύθυνση. Ο λόγος για την πρώην επικεφαλής της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (ΜΟΚΑΣ), Εύα Ρωσσίδου Παπακυριακού.
Της αποδίδεται ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας σε βαθμό πλημμελήματος ή απόπειρα διάπραξης ποινικού αδικήματος και παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος, για τους χειρισμούς της σε σχέση με δημοσίευμα διεθνούς δημοσιογραφικού δικτύου (OCCRP, 14/8/2019) σε βάρος του Νίκου Αναστασιάδη.
Η τελευταία στην τοποθέτησή της απορρίπτει τα ευρήματα των -διορισμένων από την Αρχή κατά της Διαφθοράς- ερευνητών, χωρίς, ωστόσο, να εισέλθει σε διαδικασία αναλυτικού σχολιασμού των επίμαχων σημείων που εντοπίστηκαν.
Η κ. Ρωσσίδου Παπακυριακού αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι σχετικές παράγραφοι της ανακοίνωσης της Αρχής κατά της Διαφθοράς «δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα σε ό,τι αφορά στις ενέργειες της ΜΟΚΑΣ», ενώ προσθέτει ότι δεν επιθυμεί να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες λόγω του ενδεχομένου να διεξαχθεί ανακριτικό έργο, το οποίο -όπως υποστηρίζει- θα καταδείξει ότι οι έρευνες που έγιναν «ήταν οι ενδεδειγμένες».
Σύμφωνα με την ίδια, η διερεύνηση είχε ξεκινήσει αυτεπάγγελτα από τη ΜΟΚΑΣ στη βάση του δημοσιεύματος και ακολούθησε η δημόσια έκκληση του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας για εξέταση της υπόθεσης. Όπως σημειώνει στην γραπτή της δήλωση, η έρευνα διενεργήθηκε από εξειδικευμένη ομάδα ανακριτών, λογιστών και δικηγόρων και περιλάμβανε διερευνητικές ενέργειες τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό.
Η κ. Παπακυριακού σημειώνει ακόμη ότι «ως Προϊστάμενη της ΜΟΚΑΣ, η οποία υπάγεται στον Γενικό Εισαγγελέα, μέχρι την αφυπηρέτηση μου τον Νοέμβριο του 2022, ουδέποτε ενεργούσα ή αποφάσιζα μόνη μου, σε σχέση με ανάλυση ύποπτων συναλλαγών, αλλά ενεργούσαμε ως ομάδα επειδή απαιτούνταν εξειδικευμένες γνώσεις, κυρίως λογιστικές – χρηματοοικονομικές.
Χωρίς με αυτό να υπονοώ ότι δεν είχα ευθύνη ως Προϊστάμενη για την ορθή διεξαγωγή και εφαρμογή των αρμοδιοτήτων της ΜΟΚΑΣ, τη μελέτη των τελικών Πορισμάτων, ακόμη και για την ενημέρωση του Γενικού Εισαγγελέα, εκεί που επιβάλλετο να γίνει, όπως έγινε στην εν λόγω περίπτωση, με παράδοση του πορίσματος στον τότε Γενικό Εισαγγελέα».
Εκφράζει παράπονα για τον τρόπο με τον οποίο εξετάστηκε από την Αρχή κατά της Διαφθοράς, αναφέροντας ότι κλήθηκε ως μάρτυρας σε δύο συνεδρίες, κατά τις οποίες, όπως ισχυρίζεται, δεν της τέθηκαν ερωτήσεις επί της ουσίας της συγκεκριμένης υπόθεσης ούτε της παρουσιάστηκε σχετικό μαρτυρικό υλικό.
«Αυτό θα έπρεπε να είχε γίνει, προτού καταλήξουν και μου καταλογίσουν προσωπικές ευθύνες και μάλιστα αφήνοντας να εννοηθεί ότι ενεργήσαμε για εξυπηρέτηση του τέως Προέδρου», προσθέτει.
Η τέως Εισαγγελέας δηλώνει ότι δεν ανησυχεί για το αποτέλεσμα οποιασδήποτε έρευνας ενδεχομένως ακολουθήσει, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι τα στοιχεία του φακέλου θα καταδείξουν «τα πραγματικά γεγονότα και την εσφαλμένη ανάλυση και κατάληξη της Αρχής».
Καταλήγοντας, η κ. Παπακυριακού, εκφράζει «έντονη απογοήτευση και αναστάτωση» για την απόδοση στο πρόσωπό της ενδεχόμενης διάπραξης ποινικών αδικημάτων, υποστηρίζοντας ότι η υπόθεση εξετάστηκε διεξοδικά (σ.σ. αναφέρεται στα όσα καταλογίστηκαν στον Αναστασιάδη στο επίμαχο δημοσίευμα) και «χωρίς πρόθεση συγκάλυψης», ενώ σημειώνει ότι προχώρησε στη δημόσια τοποθέτηση επειδή η διερεύνηση των ζητημάτων που εγείρει το πόρισμα ενδέχεται να είναι χρονοβόρα και στο μεταξύ, όπως αναφέρει, θα παραμένουν σε εκκρεμότητα «αβάσιμοι και άδικοι ισχυρισμοί» σε βάρος της.
Τι καταλογίστηκε στην κ. Εύα Ρωσσίδου Παπακυριακού
>> Το δημοσίευμα του OCCRP και η έρευνα μετά από τοποθέτηση Αναστασιάδη
Όπως γίνεται αντιληπτό, παρά τον σχολιασμό των ευρημάτων, η κ. Ρωσσίδου Παπακυριακού, δεν μπαίνει σε διαδικασία να αναφερθεί σ΄ αυτή καθαυτή τη μαρτυρία (σ.σ. επικαλείται ενδεχόμενη ποινική έρευνα), στη βάση της οποίας γίνεται εισήγηση ώστε να ελεγχθεί ποινικά.
Εδώ να υπενθυμίσουμε ότι η υπόθεση που αφορά την τέως επικεφαλής της ΜΟΚΑΣ, έχει να κάνει με το δημοσίευμα του διεθνούς δικτύου δημοσιογράφων OCCRP ημερομηνίας 14/8/2019 με τίτλο «Τα τραπεζικά αρχεία συνδέουν τον Πρόεδρο της Κύπρου με το ‘Troika Laundromat’».
Στο εν λόγω ρεπορτάζ καταγράφονται ισχυρισμοί ότι η δικηγορική εταιρεία «Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι», διευκόλυνε τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, διακινώντας εκατομμύρια δολάρια μεταξύ εταιρειών-κέλυφος (shell companies) και ότι λειτουργούσε ως διαμεσολαβητής στις Τράπεζες για πελάτες υψηλού κινδύνου.
Εξετάζοντας η Αρχή το περιεχόμενο κατέληξε σε ευρήματα/μαρτυρίες που αφορούν την κ. Παπακυριακού. Το ένα είναι ότι ενώ ανεξάρτητος ελεγκτικός οίκος την είχε ενημερώσει για το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, η ίδια άρχισε έρευνα οκτώ μέρες μετά και αφού πρώτα ο Πρόεδρος Αναστασιάδης την κάλεσε με δημόσια τοποθέτηση να το πράξει αυτό για να φανεί πως οι σε βάρος του ισχυρισμοί δεν ευσταθούν.
Το δεύτερο εύρημα για την κ. Παπακυριακού είναι ότι ενώ τα πορίσματα της ΜΟΚΑΣ δεν δημοσιεύονται, εντούτοις το έπραξε σημειώνοντας στην ανακοίνωσή της πως δεν προέκυψε «τίποτα κατακριτέο».
Το τρίτο εύρημα είναι ότι έγινε ελλιπής έρευνα. Σημειώνει η Αρχή στην ανακοίνωση για το πόρισμα: «Το Πόρισμα που εκδόθηκε από τη ΜΟ.Κ.Α.Σ δεν ήταν ακριβής απεικόνιση των ενοχοποιητικών στοιχείων που είχαν συλλεχθεί κατά τη διάρκεια της έρευνάς σχετικά με τις κατηγορίες του OCCRP, καταδεικνύοντας πλημμελή διεξαγωγή έρευνας, παρά την ύπαρξη προφανών προειδοποιητικών ενδείξεων και συνιστούν στοιχεία δυνάμενα να θεμελιώσουν αμφιβολίες ως προς την πληρότητα, την αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία της διερευνητικής διαδικασίας».
Τα μετέπειτα βήματα
Και χθες στη σφαίρα της δημόσιας συζήτησης παρέμεινε ο μετέπειτα χειρισμός του πορίσματος των ερευνητών της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς. Θυμίζουμε πως το πόρισμα μαζί με το ογκώδες μαρτυρικό υλικό που το συνοδεύει, αναμένεται να παραδοθεί από τον επίτροπο Διαφάνειας και επικεφαλής της Αρχής, Χάρη Πογιατζή, στον Γενικό Εισαγγελέα αρχές της προσεχούς εβδομάδας.
Ενδεικτικές του γενικότερου κλίματος είναι οι χθεσινές δηλώσεις της Λητούς Καριόλου, δικηγόρου του συγγραφέα του βιβλίου «Κράτος Μαφία», Μακάριου Δρουσιώτη. Μιλώντας στο ΡΙΚ η κ. Καριόλου, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πώς μπορεί να διασφαλιστεί η αναγκαία ανεξαρτησία όταν τα πρόσωπα που καλούνται να λάβουν αποφάσεις παραμένουν λειτουργικά και υπηρεσιακά ενταγμένα στην ίδια ιεραρχική δομή της Νομικής Υπηρεσίας και εξακολουθούν να είναι στενοί συνεργάτες και να εξαρτώνται υπηρεσιακά από εκείνους που αυτοεξαιρέθηκαν».
Εξάλλου, ο γνωστός ποινικολόγος, Ηλίας Στεφάνου, μιλώντας στο ραδιοφωνικό σταθμό 107.6 χαρακτήρισε ορθή την αυτοεξαίρεση του Γενικού Εισαγγελέα από την υπόθεση, λόγω της σύγκρουσης συμφέροντος που ανακύπτει, ωστόσο τόνισε ότι το ζήτημα δεν εξαντλείται εκεί. Υπέδειξε την ανάγκη να πλαισιωθεί το Εισαγγελικό Συμβούλιο από ανεξάρτητα πρόσωπα, ώστε να διασφαλιστεί η αντικειμενική αμεροληψία και η έξωθεν καλή μαρτυρία στη διαχείριση του πορίσματος.