Η ενθρόνιση του μητροπολίτη Γρηγόριου φέρνει στο προσκήνιο την ίδια τη μητρόπολη Πάφου η οποία είναι η αρχαιότερη και «πρώτη τη τάξει» στην Εκκλησία της Κύπρου. Η μητρόπολη Πάφου καλείται και «πρωτόθρονη», επειδή ιεραρχικά είναι η πρώτη επισκοπική έδρα στην Εκκλησία της Κύπρου, βεβαίως, μετά τον αρχιεπισκοπικό θρόνο.
Λόγω του προβαδίσματος αυτού, ο εκάστοτε μητροπολίτης Πάφου αναλαμβάνει Τοποτηρητής του θρόνου όταν χηρεύσει ο αρχιεπισκοπικός θρόνος και έχει την ευθύνη δρομολόγησης των διαδικασιών για ανάδειξη νέου Αρχιεπισκόπου.
Η επισκοπή Πάφου ήταν από τις πρώτες που ιδρύθηκαν στην Κύπρο τον 1ο αιώνα και εκεί δίδαξαν τον Χριστιανισμό οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας το 45 μ.Χ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ιστορία των επικεφαλής της μητροπολιτικής περιφέρειας Πάφου τα τελευταία 157 χρόνια που περιλαμβάνουν τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας έως και την έναρξη της περιόδου της Αγγλοκρατίας αλλά και μέχρι τις μέρες μας.
Με βάση τα δεδομένα της ίδιας της μητρόπολης Πάφου (τα οποία κατέγραψε ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος όταν ήταν μητροπολίτης Πάφου), σε αδρές γραμμές η διοίκηση και η δράση των εκάστοτε επικεφαλής της, εξελίχθηκε ως ακολούθως:
Ο μητροπολίτης Πάφου Νεόφυτος, ήταν ο τελευταίος μητροπολίτης Πάφου επί Τουρκοκρατίας και πρώτος επί Αγγλοκρατίας (1869 – 1888). Εκτός από τη φροντίδα που επέδειξε για τα ελληνικά σχολεία στην Πάφο, ενίσχυσε και τα Ελληνικά Εκπαιδευτήρια Λευκωσίας με 100.000 γρόσια της εποχής.
Η Εκκλησία της Πάφου ταλαιπωρήθηκε από μακρόχρονη χηρεία (1899 – 1910), λόγω του Αρχιεπισκοπικού ζητήματος. Ακολούθως, ανέλαβε ο μητροπολίτης Ιάκωβος Αντζουλάτος (1910 – 1929). Ο Ιάκωβος ανέπτυξε σημαντική δράση τόσο στον θρησκευτικό, όσο και στον εθνικό και εκπαιδευτικό τομέα. Παρά την έλλειψη οικονομικών πόρων, προσεγγίζοντας ευκατάστατους κατοίκους της Πάφου πέτυχε να κοσμήσει την πόλη με καλλιμάρμαρα νεοκλασικά εκπαιδευτήρια καθώς και με στάδιο που φέρει το όνομά του.
Ο μόνος επίσκοπος στην Κύπρο
Εξίσου δυναμικός ιεράρχης και ιδιαίτερα μορφωμένος ήταν και ο διάδοχος του Ιακώβου, ο Λεόντιος (1930 – 1947). Ωστόσο, τον επόμενο χρόνο της εκλογής του (1931), εξαιτίας των Οκτωβριανών, εξορίστηκαν από την Κύπρο οι μητροπολίτες Κιτίου και Κυρηνείας και λίγο αργότερα (1933) πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος Κύριλλος ο Γ΄. Έτσι, ο Λεόντιος έμεινε ο μόνος επίσκοπος στην Κύπρο και ταυτόχρονα Τοποτηρητής του αρχιεπισκοπικού θρόνου. Σε μια εποχή που παρατηρήθηκε έξαρση των προσπαθειών της αγγλικής αποικιοκρατικής κυβέρνησης για υποταγή της Ελληνικής Παιδείας και αφελληνισμό του τόπου, ο μητροπολίτης Λεόντιος έριξε το βάρος του στο εθνικό θέμα, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τις υποθέσεις της μητρόπολης Πάφου.
Το 1946 μετέβη στο Λονδίνο για να ζητήσει την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, αλλά προσέκρουσε στην άρνηση των Άγγλων. Εκτιμάται, πως αν ζούσε, ίσως θα ηγείτο του Απελευθερωτικού Αγώνα. Πέθανε, όμως, το 1947, σε ηλικία μόλις 50 ετών, λίγες μέρες μετά την εκλογή του ως Αρχιεπίσκοπος Κύπρου.
Μετά τον Λεόντιο, οι συγκυρίες ήταν τέτοιες που οδήγησαν τη μητρόπολη Πάφου σε μαρασμό. Ο Κλεόπας (1948 – 1951) που διαδέχθηκε τον Λεόντιο (σε ηλικία 70 ετών) ήταν ταλαιπωρημένος και ψυχικά και σωματικά από τη μακροχρόνια διένεξη του με την αδελφότητα της μονής Κύκκου, από την ηγουμενία της οποίας είχε απομακρυνθεί το 1937. Στο σύντομο διάστημα της αρχιερατείας του επιφορτίσθηκε, ως Τοποτηρητής του αρχιεπισκοπικού θρόνου και με την εκλογή Αρχιεπισκόπου.
Ο Φώτιος (1951 – 1959) λίγο μετά την άνοδό του στον θρόνο, αντιμετώπισε τους καταστροφικούς σεισμούς του 1953 με τις μεγάλες ζημιές τόσο στην πόλη όσο και στην επαρχία της Πάφου. Το κτήριο της μητρόπολης είχε υποστεί τότε αρκετές ζημιές και οι υπηρεσίες προσφέρονταν για αρκετό καιρό από αντίσκηνα που είχαν στηθεί στον παρακείμενο κήπο. Λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών που επικράτησαν κατά τη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ, ο Φώτιος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάφο το 1956. Το 1959, μετά τη λήξη του Απελευθερωτικού Αγώνα, υπέβαλε παραίτηση από τον μητροπολιτικό θρόνο.
Η περίπτωση Γενναδίου
Ο Γεννάδιος (1959 – 1972), εξελέγη μητροπολίτης Πάφου σε ηλικία 66 ετών. Προηγουμένως, είχε διατελέσει χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος (1948 – 1959), βοηθός των Αρχιεπισκόπων Μακαρίου Β΄ και Μακαρίου Γ΄. Στην πορεία, παρασύρθηκε από κληρικούς και λαϊκούς κύκλους στη συνωμοσία εναντίον του Μακαρίου και κατ’ επέκταση της Κύπρου. Ο Παφιακός λαός, πριν ακόμα φανούν τα αποτελέσματα της συνωμοσίας με το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, εκθρόνισε τον Γεννάδιο (Μάρτιος 1972), ο οποίος αργότερα (Ιούλιος 1973) καθαιρέθηκε από Μείζονα Σύνοδο. Νέα Μείζων Σύνοδος, που συνήλθε στη Λευκωσία το 1982 (ύστερα από έκφραση μεταμελείας και εκζήτηση συγγνώμης εκ μέρους του) επανέφερε τον Γεννάδιο στο αρχιερατικό αξίωμα.
Οι πέντε τελευταίοι μητροπολίτες
Τον Γεννάδιο διαδέχθηκε ο Χρυσόστομος Α΄ (1973 – 1977) ο οποίος υπηρετούσε ως βοηθός του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου με τον τίτλο του χωρεπισκόπου Κωνσταντίας. Η έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε λόγω της δράσης της ΕΟΚΑ Β΄ και η επακολουθήσασα τουρκική εισβολή, έστρεψαν την προσοχή προς άλλες προτεραιότητες, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα το πνευματικό έργο.
Τον Χρυσόστομο Α΄, ο οποίος εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Κύπρου σε διαδοχή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, διαδέχθηκε ο μέχρι τότε ηγούμενος της ιεράς μονής Αγίου Νεοφύτου, Χρυσόστομος Β΄. Η αρχιερατεία του Χρυσοστόμου Β΄ ήταν μακρά (1978 – 2006). Επί των ημερών του κτίστηκαν πέραν των 30 ενοριακών ναών στην πόλη και την όλη μητροπολιτική περιφέρεια Πάφου. Ανηγέρθη επίσης και ετέθη σε λειτουργία το Νεανικό Κέντρο της μητροπόλεως Πάφου. Με πρότασή του προς την Ιερά Σύνοδο, το 1996, ο μητροπολίτης Χρυσόστομος Β΄ ανασυνέστησε την επισκοπή Αρσινόης με την εκλογή του Γεωργίου Παπαχρυσοστόμου ως του πρώτου στους τελευταίους αιώνες.
Τον Χρυσόστομο Β΄ διαδέχθηκε, το 2006, ο Γεώργιος ο οποίος παρέμεινε στον θρόνο της Πάφου μέχρι τις 24 Δεκεμβρίου 2022, όταν εξελέγη Αρχιεπίσκοπος.
Τον μητροπολίτη Γεώργιο διαδέχθηκε ο μητροπολίτης Τυχικός, ο οποίος εξελέγη στις 23 Φεβρουαρίου 2023. Ενθρονίστηκε στις 12 Μαρτίου 2023 και κηρύχθηκε έκπτωτος στις 22 Μαΐου 2025 και στις 8 Ιανουαρίου 2026 ετέθη σε αργία για αποτείχιση. Τον διαδέχθηκε ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος, ο οποίος εξελέγη μητροπολίτης Πάφου στις 26 Μαΐου 2026 και χειροτονήθηκε και ενθρονίστηκε στις 11 Ιουνίου 2026.