Εν αναμονή διορισμών -ίσως και σήμερα- ποινικών ανακριτών, μετά το πόρισμα για το «Κράτος Μαφία», η Βουλή έθεσε χθες το ζήτημα της διεύρυνσης των εξουσιών της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς, ώστε να διορίζει η ίδια ποινικούς ανακριτές. Ενώπιον της Επιτροπής Νομικών υπάρχουν τρεις προτάσεις νόμου, ενώ χθες στο τραπέζι «έπεσε» και η κυβερνητική θέση για ετοιμασία νομοσχεδίου.
Μετά την εξέλιξη αυτή και νοουμένου ότι η Νομική Υπηρεσία δεν ευνοεί την ψήφιση μιας πρότασης χωρίς συζήτηση, είναι άγνωστο ποια θα είναι η τελική κατάληξη των προτάσεων των βουλευτών. Από τη χθεσινή συζήτηση δεν έλειψαν και οι εντάσεις εξ αφορμής της παρουσίας στην Επιτροπή του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, Σάββα Αγγελίδη, ο οποίος ως γνωστόν έχει αυτοεξαιρεθεί από τη διαδικασία μελέτης του πορίσματος.
Ο βουλευτής του Κινήματος ΑΛΜΑ, Μιχάλης Παρασκευά, έθεσε από την αρχή θέμα για την παρουσία του, ωστόσο, η πρόεδρος της Επιτροπής, Φωτεινή Τσιρίδου, το προσπέρασε αρκετές φορές, μέχρι που στο τέλος ο κ. Παρασκευά επέμενε ότι ο κ. Αγγελίδης δεν θα έπρεπε να συμμετέχει στη συζήτηση λόγω της αυτοεξαίρεσης, όσο και για άλλες υποθέσεις.
Η αντίδραση από πλευράς της προέδρου της Επιτροπής, ήταν άμεση. Η κ. Τσιρίδου παρενέβη αναφέροντας ότι εδώ δεν κάνουμε λαϊκό δικαστήριο, ξεκαθαρίζοντας ότι η Επιτροπή εξετάζει θεσμικές αλλαγές και προτάσεις νόμου και δεν αποτελεί βήμα για εκδίκαση υποθέσεων ή προσωπικών αντιπαραθέσεων.
Παίρνοντας τον λόγο, ο Βοηθός Γενικού Εισαγγελέας ανέφερε: «Ουαί και αλίμονο να τροποποιούνται νόμοι για να προσαρμόζονται αναλόγως προσώπων ή υποθέσεων που έχουν πάρει την πορεία τους». Επί της ουσίας, ο κ. Αγγελίδης διαφώνησε με τις προτάσεις λόγω της μορφής που έχουν, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για έναν ευρύτερο, εποικοδομητικό διάλογο μεταξύ των εξουσιών του κράτους.
Αναλύοντας τις βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν οποιαδήποτε νομοθετική τροποποίηση προτού αυτή υιοθετηθεί, ο κ. Αγγελίδης επεσήμανε ότι μια αλλαγή στο άρθρο 14 δεν θα αποτρέψει τη χρονοβόρα επανάληψη των διαδικασιών, αφού θα έπρεπε πρώτα να γίνει προκαταρκτική εξέταση, μετά έρευνα και ύστερα να διοριστούν ποινικοί ανακριτές.
Ο ίδιος εισηγήθηκε τροποποίηση του άρθρου 9 παραγράφου 3 του Νόμου περί της Αρχής, ώστε μετά την προκαταρκτική εξέταση μιας καταγγελίας, αν κριθεί απαραίτητο, να διορίζονται ποινικοί ανακριτές.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα στο ζήτημα της αντικειμενικότητας. Όπως εξήγησε, η όποια ποινική ανάκριση πρέπει να διεξάγεται με τρόπο που να μην αφήνει το παραμικρό ίχνος υποψίας για προκατάληψη.
Στο πλαίσιο αυτό, ξεκαθάρισε ότι η εμπλοκή του Γενικού Εισαγγελέα είναι θεσμικά προβλεπόμενη και, για σκοπούς πρακτικότητας, δεν πρέπει να αλλοιωθεί ο ρόλος του σε ό,τι αφορά την τελική κρίση του αποτελέσματος των ερευνών.
Αναγνωρίζοντας την ανάγκη όπως η όλη διαδικασία να ολοκληρώνεται σε εύλογο χρονικό διάστημα, ο κ. Αγγελίδης έστειλε σαφές μήνυμα προς τους βουλευτές: «Ποτέ δεν υπάρχουν αδιέξοδα, όμως είναι σφάλμα να προχωρούμε σε μεμονωμένες κινήσεις. Απαιτείται η συνέργεια ολόκληρου του κρατικού και δικαστικού μηχανισμού για να φτάσουμε σε ένα στέρεο αποτέλεσμα που θα αντέχει στον χρόνο».
Στη θέση αυτή προστέθηκε και η τοποθέτηση του γενικού διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Γιώργου Παντελή, ότι η Κυβέρνηση θα καταθέσει δικό της αυτόνομο νομοσχέδιο για την Αρχή κατά της Διαφθοράς, για διεύρυνση των εξουσιών της.
Υπέρ της πρότασης των βουλευτών του Κινήματος ΑΛΜΑ, για διορισμό ποινικών ανακριτών, τάχθηκε και ο Επίτροπος Διαφάνειας, Χάρης Πογιατζιής, διαφωνώντας με την πρόταση του ΔΗΣΥ όπως οι ποινικοί ανακριτές διορίζονται από κατάλογο δικηγόρων που θα καθορίζει ο Δικηγορικός Σύλλογος και θα εγκρίνει ο Γενικός Εισαγγελέας.
Ο κ. Πογιατζιής αναφέρθηκε και στην ανάγκη ενίσχυσης της Αρχής με μόνιμο προσωπικό, τονίζοντας ότι αυτή τη στιγμή μόνο ένα πρόσωπο είναι μόνιμο κι αυτός είναι ο κλητήρας. Ο ίδιος ανέφερε ότι μέχρι σήμερα η Αρχή έχει λάβει 849 καταγγελίες, 580 από αυτές συμπληρώθηκαν και μόνο για τις 17 διατάχθηκε ποινική έρευνα.