«Έγραψε (ο διοικητής) στους επισκόπους του νησιού να μεταβούν στη Λευκωσία μαζί με τους κοτζαμπάσηδες. Στις 9 Ιουλίου τους υποχρέωσε να πάνε στο Σεράγιο. Αφού έδωσε εντολή να κλειστούν οι πύλες, αρχίζοντας τους αποκεφαλισμούς από τον επίσκοπο της Λάρνακας, διέταξε το ίδιο και για τους επισκόπους της Πάφου και της Κερύνειας και απαγχόνισε τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό. Καθημερινά δεν επεδίωκε παρά να φέρνει από όλα τα μέρη της νήσου αθώα πλάσματα, με σκοπό να χύνεται ολοένα και περισσότερο το αίμα. Μετά απ’ αυτό έφθασε στην αξεπέραστη ωμότητα να βάζει να σφάζουν μεταξύ ιερέων και κληρικών άλλοτε 10, άλλοτε 15, άλλοτε 20 κάθε μέρα. Με παρόμοιο απαίσιο σύστημα αφάνισε τους προκρίτους, τους ηγούμενους, τους πρωθιερείς. Για να διαφύγουν τον θάνατο, μερικοί επιβιβάζονταν σε πλοία είτε για τη Γένοβα είτε για τη Μασσαλία και το Λιβόρνο. Οι ναοί και τα μοναστήρια των Ελλήνων, έχουν πια εντελώς ξεγυμνωθεί, οι αγροί έχουν ερημωθεί, η γεωργία καταστραφεί και οποιαδήποτε δοσοληψία και εμπόριο έχουν ανασταλεί».
Τα πιο πάνω περιλαμβάνονται σε δύο ανταποκρίσεις, οι οποίες δημοσιεύθηκαν το φθινόπωρο του 1821, στην εφημερίδα «Notizie del Giorno», στη Ζάκυνθο, υπό τον τίτλο: «Λεπτομέρειες της οικτρής θέσης των κατοίκων της Κύπρου, προερχόμενες από αυθεντικές επιστολές σταλμένες από τη Λάρνακα». Γραμμένες στα ιταλικά, εκδόθηκαν από τον Θεόδωρο Παπαδόπουλλο στο πρωτότυπο και σε μετάφραση Γιώργου Χατζηκωστή.
Ως προς τα γεγονότα: Τον Ιούλιο του 1821, με αφορμή τη διανομή επαναστατικών προκηρύξεων στη Λάρνακα, ο Τούρκος διοικητής της Κύπρου υπέβαλε στον Σουλτάνο κατάλογο ονομάτων αρχιερέων, κληρικών και προκρίτων, ζητώντας σύλληψη και εκτέλεσή τους. Ορισμένοι δραπέτευσαν από το νησί και λίγοι αλλαξοπίστησαν για να σωθούν. Ωστόσο, οι πλείστοι προγραφέντες θανατώθηκαν και οι περιουσίες τους δημεύθηκαν.
Ο Ιωάννης Φιλήμων (1860) γράφει για 486 προγραφέντες. Σύμφωνα με νεότερους υπολογισμούς (Ιωάννη Θεοχαρίδη), οι προγραφέντες δεν ξεπερνούσαν τους εκατό. Παρατηρείται, ωστόσο, πως βάσει της μαρτυρημένης έκτασης της καταστολής, τα θύματα ήταν πολλαπλάσια (Πέτρος Παπαπολυβίου).
Οι ιουλιανές σφαγές πρόλαβαν την εξάπλωση της Επανάστασης στην Κύπρο. Ωστόσο, εκατοντάδες Κύπριοι μετέβησαν –ορισμένοι μέσω Ευρώπης– στην Ελλάδα, συμβάλλοντας στον αγώνα ποικιλοτρόπως.
Σε γραπτή διακήρυξή τους, στην Ευρώπη, στις 6 Δεκεμβρίου 1821, 18 κληρικοί και λαϊκοί τόνισαν: «Επειδή η τυραννική διοίκησις των Τούρκων μετεβλήθη ολοτελώς εις ληστήαν, και κατέσφαξαν όσους έβαλον εις το χέρι χριστιανούς, τους δε ιερούς ημών ναούς και οίκους άλλους μεν ερήμωσαν άλλους δε κατέκαυσαν, δίδωντας εις αρπαγήν τα τέκνα ημών και γυναίκας, νομίζομεν ότι έχομεν κάθε δίκαιον να μη γνωρίζωμεν πλέον διά διoίκησιv τoυς αιμοβόρους τούτους ληστάς, αλλά συμφώνως με τους λοιπούς αδελφούς ημών Έλληνας θέλομεν προσπαθήσει την ελευθερίαν της ειρηνικής ημών, πάλαι μεν μακαρίας, ήδη δε τρισαθλίας νήσου Κύπρου».
Τον Σεπτέμβριο του 1827, ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας –ο οποίος είχε και κυπριακές ρίζες– κλήθηκε εγγράφως από τον Βρετανό υφυπουργό Άμυνας να προσδιορίσει την Ελλάδα και τα όριά της. Ορίζοντας το ελληνικό έθνος, ο Καποδίστριας έθεσε ως κριτήρια ορθόδοξο χριστιανικό θρήσκευμα και ελληνική γλώσσα. Ακολούθως, με σημείο αναφοράς και το ιουλιανό αιματοκύλισμα, τόνισε: «Τα όρια της Ελλάδος από τεσσάρων μεν αιώνων διεγράφησαν υπό δικαιωμάτων, τα οποία ούτε ο χρόνος, ούτε αι πολύμορφοι συμφοραί, ούτε η δορικτησία, ουδέποτε ίσχυσαν να παραγράψωσι, διεγράφησαν δε από του 1821 διά του αίματος του χυθέντος εις τας σφαγάς της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Κυδωνιών, των Ψαρών, του Μεσολογγίου, και εις τας πολυαρίθμους ναυμαχίας τε και πεζομαχίας εν αίς εδοξάσθη το γενναίον τούτο έθνος. Ορμώμενοι εκ τούτων των γεγονότων, ευκόλως καταπειθόμεθα ότι ούτε υπερφιλοδοξία, ούτε κερδομανία, αλλά χρέος ιερόν και απαραβίαστον θέλει ενάξη διαπαντός την Ελλάδα να συστείλη τα όρια της χώρας αυτής». Παρά ταύτα, η Κύπρος παρέμεινε υπό τον οθωμανικό ζυγό, όπως παρέμειναν και άλλες αιματοβαμμένες περιοχές.
Το ποίημα του Μιχαηλίδη και η θυσία του Χριστόδουλου Σώζου
Το χυθέν αίμα και οι θυσίες, ως στοιχεία ενίσχυσης δεσμών με την Ελλάδα, ενωτικού πόθου και εθνικών δικαίων προβάλλονται γλαφυρά και στο ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη, «Η 9η Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία (Κύπρου)». Γεννημένος στο Λευκόνοικο, στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Μιχαηλίδης εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό περίπου στα 1880. Γραμμένη στα 1894-1895, η «9η Ιουλίου» δημοσιεύθηκε τμηματικά στον Τύπο και το 1911 περιλήφθηκε σε έκδοση επικών και λυρικών ποιημάτων του Μιχαηλίδη, με επιμέλεια του Χριστόδουλου Χουρμούζιου.
Συγκεκριμένα, ο ποιητής παρουσιάζει τον Κυπριανό να λέει αγέρωχα στον Τούρκο διοικητή λίγο πριν τον απαγχονισμό:
«Η ρωμηοσύνη έν φυλή συνώκαιρη του κόσμου,
κανένας δεν ευρέθηκεν για να την ηξηλείψῃ,
κανένας, γιατί σκέπει την που τάψη ο Θεός μου.
Η ρωμηοσύνη έν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψῃ!
Σφάξε μας ούλους κι’ ας γενή το γαίμάμ μας αυλάκιν,
κάμε τον κόσμον μακελειόν και τους ρωμηούς τραούλια,
αμμά ξερε πως ύλαντρον όντας κοπή καβάκιν
τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.
Το ’νίν αντάν να τρώ την γην, τρώει την γην θαρκέται,
μα πάντα κείνον τρώεται και κείνον καταλυέται».
Στον Μιχαηλίδη ανήκει και το συγκλονιστικό επίγραμμα, στον εθνομάρτυρα Κυπριανό: «Σύ που σκοτώθης για το φως/ σήκου να δης τον ήλιο,/ ξύπνα, να δης το αίμα σου/ πως έγεινε βασίλειο».
Ένα χρόνο μετά την έκδοση της «9ης Ιουλίου» στη Λεμεσό, ο δήμαρχος της πόλης, ο δικηγόρος Χριστόδουλος Σώζος, μετέβη στην Ελλάδα, για να πολεμήσει στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Ήταν ένας από τους 1.500-1.800 Κύπριους εθελοντές των Βαλκανικών Πολέμων. Παππούς του ήταν ο αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης Αντώνιος Ιακώβου Λοΐζου· πατέρας του ο εθελοντής της Κρητικής Επανάστασης (1866), Σώζων Αντωνίου Λοΐζου.
Ο Σώζος έπεσε ηρωικά στις 6 Δεκεμβρίου 1912, στον λόφο του Προφήτη Ηλία, απέναντι από το Μπιζάνι, καθώς οι ελληνικές δυνάμεις πολεμούσαν για τα Ιωάννινα. Εξαρχής, ο θάνατός του προβλήθηκε ως κατοχύρωση των ενωτικών δικαιωμάτων των Κυπρίων. Στις 23 Δεκεμβρίου, στο Βαρώσι, ο δικηγόρος Ιωάννης Μυριανθεύς τόνισε στον επιμνημόσυνο λόγο του: «Το τίμιον αίμα, το οποίο έχυσεν ο μέγας Κύπριος προς άρδευσιν του αδηφάγου της Ελευθερίας δένδρου εξαίρει εν τη συνειδήσει του έθνους και κυροί την ηρωϊκότητα της γλυκείας πατρίδος Κύπρου». Στον «Εκκλησιαστικό Κήρυκα», τον οποίον εξέδιδε ο μητροπολίτης Κιτίου Μελέτιος Μεταξάκης, γράφτηκε πως με τον «υπέροχον» θάνατό του ο Σώζος κατέλαβε θέση στο εθνικό πάνθεο πλάι στον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και τους «μετ’ αυτού υπέρ της Κυπριακής ελευθερίας κατά το 1821 μαρτυρήσαντας».
Τον Φεβρουάριο (1913) ο Βασίλης Μιχαηλίδης δημοσίευσε το ποίημα «Εις τον ηρωϊκώς πεσόντα Χρ. Σώζον»:
«Αχ! Σώζο επολέμησες μιάλην να δης Ελλάδαν
η δάφνη έσιει μυρωδκιάν αμμά σιει τζιαι πικράδαν.
Έσιει παντού η δάφνη σου τους τόπους μυρισμένους,
αμμά εμάς η πίκρα της εσιει μας ψατζιεμένους».
Η σημασία της θυσίας του Σώζου προβλήθηκε γλαφυρότερα κατά τα αποκαλυπτήρια της προτομής του, Ιούνιο 1915. Τόνισε ο βουλευτής Ιωάννης Κυριακίδης: «Ο Σώζος είνε σήμερον ο μέγιστος εθνικός παράγων εντός και εκτός Κύπρου και είναι ο ισχυρότερος ενωτικός δεσμός». Ο δήμαρχος Πάφου, Νεόφυτος Νικολαΐδης, παρέστησε το «χυθέν αίμα» του Σώζου να ποτίζει το δένδρο της ελευθερίας, το οποίο σύντομα θα άπλωνε τη σκιά του και στην Κύπρο. Ακολούθως επισήμανε: «Διά του τιμίου σου αίματος ανέδειξας εμπράκτως ότι είμεθα γνήσια τέκνα εκείνων, οίτινες μετέδωκαν απανταχού τον πολιτισμόν και τα φώτα. Επί του τάφου σου ορθούται υπερήφανος η πατρίς σου, έτοιμη να διεκδικήση το τίμιον αίμα σου και να συνεχίση το έργον σου».
Όντως, το έργο συνεχίστηκε. Και, βάσει έργων και λόγων, οι Χρ. Σώζος, Ιω. Καποδίστριας, Β. Μιχαηλίδης και Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός εξακολουθούν να αποτελούν σημεία αναφοράς, «κι ας έρχονται, ας φεύγουνε,/ ας ορμούνε, ας παφλάζουν, ας σβήνουνε,/ ένα-ένα τα κύματα της ιστορίας» (Θοδόσης Περίδης).
ΥΓ: Σε ελαιογραφία του λαϊκού ζωγράφου Μιχαήλ Κάσιαλου, η οποία περιλαμβάνεται στις συλλογές τις Πινακοθήκης Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, απεικονίζεται ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός οδηγούμενος στον θάνατο. Το 1974, ο 89χρονος Κάσιαλος αποτέλεσε ένα από τα θύματα της τουρκικής εισβολής. Απεβίωσε στις 30 Αυγούστου 1974 στη Λάρνακα, συνεπεία της κακοποίησής του από Τούρκους στρατιώτες, στο σπίτι του, στην κατεχόμενη, πια, Άσσια.
* Δρ Ιστορίας Α.Π.Θ.