Οι καταθέσεις στις τράπεζες συνεχίζουν να αυξάνονται, ωστόσο η ίδια δυναμική δεν καταγράφεται στις χορηγήσεις νέων δανείων. Παρά τη σημαντική ενίσχυση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος τα τελευταία χρόνια, οι τράπεζες εξακολουθούν να διατηρούν αυστηρή πιστωτική πολιτική, εγκρίνοντας χρηματοδοτήσεις με ιδιαίτερη προσοχή.

Τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Κεντρική Τράπεζα με μήνα αναφοράς τον Μάϊο δείχνουν ότι ο δανεισμός του τραπεζικού συστήματος δεν συμβαδίζει με την ρευστότητα που υπάρχει στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Για παράδειγμα οι καταθέσεις κατοίκων Κύπρου αυξήθηκαν €239 εκατ. τον Μάϊο ενώ τα δάνεια €173 εκατ. εκ των οποίων τα €48,8 εκατ. ήταν οικιστικά δάνεια και €63 εκατ. για επιχειρήσεις.

Η πολιτική αυτή δεν έχει περάσει απαρατήρητη από την τελευταία έκθεση του ΔΝΤ, με τους τεχνοκράτες να αναγνωρίζουν ότι ο κυπριακός τραπεζικός τομέας είναι από τους καλύτερα κεφαλαιοποιημένους στην Ευρώπη, με υψηλή ρευστότητα αλλά επιβαρύνεται και από ένα σοβαρό έλλειμμα δυναμισμού.

Η ύπαρξη μεγάλου αριθμού μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός ισολογισμών των τραπεζών και ένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης που εξακολουθεί να λειτουργεί ως τροχοπέδη για την αναδιάρθρωση των ΜΕΔ, αποτελούν την κυρία αιτία που δεν επιτρέπει στον τομέα να έχει δυναμική. Το  ΔΝΤ βλέπει έναν κλάδο που δείχνει περιορισμένη δυναμική και ο λόγος δανείων προς καταθέσεις κινείται γύρω στο 50%, έναντι άνω του 100% στον μέσο όρο της ΕΕ, ένδειξη ότι οι τράπεζες δανείζουν πολύ λιγότερο από ό,τι θα μπορούσαν δεδομένης της ρευστότητας που διαθέτουν.

Το ΔΝΤ σχολιάζει ότι οι μεγάλες εκκρεμότητες στα ΜΕΔ και η αργή απονομή δικαιοσύνης αποτελούν έναν από τους βασικούς λόγους που η κυπριακή τραπεζική αγορά παραμένει επιφυλακτική σε ό,τι αφορά τον δανεισμό νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Η μακρά διάρκεια εκδίκασης υποθέσεων, οι μεγάλες καθυστερήσεις, η περιορισμένη εξειδίκευση των δικαστηρίων και η ελλιπής ψηφιοποίηση αποτελούν δυσκολεύουν την έγκαιρη εκτέλεση εξασφαλίσεων, τις διαδικασίες αφερεγγυότητας και, τελικά, την επίλυση των ΜΕΔ. Το αποτέλεσμα είναι η δυσκολία στον δανεισμό επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων δυσκολεύονται να διαχειριστούν τα «κόκκινα» δάνεια που κατέχουν, οι τράπεζες γνωρίζουν ότι η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεση για την είσπραξη εξασφαλίσεων και η δικαστική οδός είναι αργή και αβέβαιη, με συνέπεια να παραμένουν πολύ πιο επιφυλακτικές στη χορήγηση νέων δανείων, ειδικά προς νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Τα παραπάνω, σύμφωνα με το ΔΝΤ, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί ο λόγος δανείων προς καταθέσεις παραμένει χαμηλός, παρά την ισχυρή κεφαλαιακή θέση του συστήματος.

Ο Υπουργός Οικονομικών Μάκης Κεραυνός μιλώντας στην ετήσια συνέλευση των τραπεζών  τόνισε την ανάγκη δημιουργίας περισσότερων κατάλληλων χρηματοδοτικών προϊόντων προς τις επιχειρήσεις και βελτίωση του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών ανά οικονομικό τομέα.

Η Κεντρική Τράπεζα στο Οικονομικό Δελτίο αναφέρει ότι η πιστωτική επέκταση προς τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα ενισχύθηκε κατά το 2025 και στις αρχές του 2026, ωστόσο η δυναμική της μετριάστηκε τον Μάρτιο του 2026, εν μέσω αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής των καθαρών δανείων  προς τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα  κορυφώθηκε, αν και από χαμηλή βάση, στο7,4% τον Φεβρουάριο του 2026 και υποχώρησε στο 6,4% τον Μάρτιο του 2026. Η επιβράδυνση αυτή αποδίδεται κυρίως στη συγκράτηση των δανείων προς ΜΧΕ, των οποίων ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής διαμορφώθηκε στο 6,3% τον Μάρτιο του 2026, έναντι 7,5% τον Δεκέμβριο του 2025, μετά από κορύφωση, αν και από χαμηλή βάση, στο 8,2% τον Φεβρουάριο του 2026 — τον υψηλότερο ρυθμό μεταβολής από το 2010.

Αντίθετα, τα δάνεια προς νοικοκυριά συνέχισαν να ενισχύονται σταδιακά, με τον ετήσιο ρυθμό μεταβολής να ανέρχεται στο 4,8% τον Μάρτιο του 2026, από 3,8% τον Δεκέμβριο του 2025. Η Κεντρική Τράπεζα εξηγεί ότι ο νέος δανεισμός προς τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα  περιορίστηκε σε €1,1 δισ. κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι €1,2 δισ. την αντίστοιχη περίοδο του 2025, αντανακλώντας κυρίως τη μείωση του δανεισμού προς επιχειρήσεις.

Η εξέλιξη αυτή αντισταθμίστηκε εν μέρει από τη συνεχιζόμενη ενίσχυση του νέου δανεισμού προς νοικοκυριά  ιδιαίτερα για στεγαστικά δάνεια. Συνολικά, η πιστωτική επέκταση παραμένει ανθεκτική, παρά το περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.