Ανέβηκαν στα πλοία με μια αλλαξιά, με κατεύθυνση το άγνωστο, αλλά μακριά από τη φρίκη της τουρκικής εισβολής. Αμούστακα παιδιά, τραυματισμένα από όσα είδαν και κυρίως από όσα έχασαν. Μακριά από το ξάγρυπνο βλέμμα των μανάδων τους. Πίσω τους, ο τόπος τους ματωμένος. Με ανθρώπους φρεσκοθαμένους. Με συγγενείς που αγνοείτο η τύχη τους. Με τους βομβαρδισμούς ακόμη να αντηχούν και την αγωνία να μην έχει καταλαγιάσει γύρω από ένα ερώτημα: «Σταμάτησε ως εδώ ο πόλεμος;». Πρόκειται για τα προσφυγόπουλα της Κύπρου του 1974. Τα ασυνόδευτα παιδιά που πήγαν στην Ελλάδα για επιβιώσουν.

Τις συγκλονιστικές τους εμπειρίες από αυτό τους το ταξίδι, περιγράφουν στον «Φ» ο Ευρωβουλευτής Γιώργος Γεωργίου και ο δημοσιογράφος Κορνήλιος Χατζηκώστας, αναδεικνύοντας τους δεσμούς που χτίστηκαν και την αγάπη που έλαβαν μακριά από τα σπίτια τους, την οποία δεν λησμονήσαν ποτέ.

«Στον πόλεμο ήμουν 11 χρονών. Κατάγομαι από την Αφάνεια στην επαρχία Αμοχώστου και ήμουν αιχμάλωτος μαζί με τη μητέρα, τα αδέλφια μου και αρκετούς συγγενείς για 15 μέρες», αναφέρει ο κ. Γεωργίου.

Όταν αφέθηκαν ελεύθεροι πήγαν στη Λάρνακα και από εκεί στην Κυπερούντα. «Τότε άκουσα από το ραδιόφωνο ότι ο Μητροπολίτης Ηλίας και Ωλένης θα φιλοξενήσει παιδιά στον Νομό Ηλίας. Είπα στην μάνα μου, θέλω να φύγω. Επειδή είχαμε ζήσει πάρα πολύ άσχημες στιγμές, είχαμε θάψει στις 6 Αυγούστου έναν πρώτο μου ξάδελφο που σκοτώθηκε και είχαμε και άλλους δύο στενούς συγγενείς (γαμπρό και θείο) αγνοούμενους, με έναν πόλεμο ο οποίος δεν ήταν βέβαιο ότι είχε τελειώσει. Ένιωσα ότι ήθελα να φύγω. Η μάνα μου αντέδρασε, αλλά μπροστά στη ρευστή κατάσταση που υπήρχε, το δέχθηκε».

Το ταξίδι θα γίνονταν με την αδελφή του και έναν πρώτο του ξάδελφο. «Η μόνη έγνοια της μάνα μου ήταν εκεί που θα πάμε να φροντίσω -ως ο κάπως πιο μεγάλος- να παραμείνουμε όλοι μαζί. Ένιωσα πως είχε μετανιώσει πικρά για αυτήν την απόφασή της, όταν από το κατάστρωμα του πλοίου την αποχαιρετούσα και ακούγονταν οι λυγμοί της πάνω στο κατάστρωμα. Ήταν πάρα πολύ αργά, γιατί το πλοίο είχε ήδη ξεκινήσει», θυμάται με συγκίνηση. Βεβαίως εξηγεί, ήταν η πρώτη φορά που ανέβαιναν σε πλοίο, η πρώτη φορά που έβγαιναν από την Κύπρο. Αυτό έκανε πολλά παιδιά να ξεχάσουν για λίγο τα κλάματα και να νιώσουν την ψευδαίσθηση μιας εκδρομής. Φτάσαμε μετά από 1,5 μέρα στον Πειραιά», από εκεί μετακινήθηκαν σε άλλη περιοχή.

Όλα κι όλα τα υπάρχοντα του, ήταν μια μικρή πέτσινη τσάντα, μια αλλαξιά και μια-δυο πρόχειρες τροφές για το πλοίο. Όμως όταν έφτασαν στην Ελλάδα, τόσο ο κόσμος όσο και η ανάδοχη οικογένεια φρόντισε να μην τους λείψει κάτι.

«Ήταν πολύ θερμή η υποδοχή των ανθρώπων, οι οποίοι ανέβαιναν πάνω στα λεωφορεία ή μας πετούσαν από τα παράθυρα σοκολάτες, καραμέλες και διάφορα άλλα πράγματα σε μια ένδειξη καλωσορίσματος. Η υποδοχή, αυτή, μας έκανε να νιώσουμε μια σιγουριά ότι θα πέσουμε σε καλά χέρια, διότι δεν ξέραμε ούτε πού πηγαίναμε», επισημαίνει.

Κατέληξαν στην Βάρδα, σε έναν σταθμό που μαζεύονταν διάφοροι άνθρωποι και οικογένειες, που είχαν κριθεί κατάλληλες από την Μητρόπολη Ηλείας, και οι οποίες έπαιρναν μαζί τους παιδιά». Όμως υπήρχε και ένας όρος που έπρεπε να τηρηθεί.

«Κάποιος κύριος λέει, τότε “Μπορώ να σας πάω εγώ στο ίδιο χωριό, όχι στο ίδιο σπίτι”. Ήταν ο Σάκης Καραθανάσης, ο οποίος δημάρχευε εκείνη την περίοδο στον Δήμο Ανδραβίδας. Εγώ πήγα στη θεία την Αθίτσα και στον θείο τον Ντίνο».

Το πρώτο βράδυ, θυμάται ο κ. Γεωργίου, πήγαμε στο καφενείο. «Μαζεύτηκαν πάρα πολλοί άνθρωποι γύρω μου και με ρωτούσαν διάφορα πράγματα. Δεν θα ξεχάσω ότι σε αυτές τις περιγραφές που έκανα, ήταν πολύ νωπές οι αναμνήσεις, τα συναισθήματα και οι εμπειρίες από την αιχμαλωσία και τον πόλεμο. Από τους βομβαρδισμούς, τα αεροπλάνα, τους σκοτωμούς, τους βιασμούς οι οποίοι συνέβησαν στο χωριό μου. Όλοι ήταν πολύ συγκινημένοι, πολύ δακρυσμένοι».

Στο σχολείο, αναφέρει ο κ. Γεωργίου, τους υποδέχτηκαν με πάρα πολύ αγάπη οι δάσκαλοι και τα υπόλοιπα παιδιά. «Εγώ προσωπικά πέρασα εξαιρετικά σε αυτήν την οικογένεια. Ήταν μεγάλοι άνθρωποι χωρίς παιδιά, με αγάπησαν ως δικό τους. Μάλιστα όταν πλησίασε η περίοδος του επόμενου καλοκαιριού που θα φεύγαμε, η θεία η Ανθίτσα με ρώτησε αν ήθελα να μείνω εκεί για πάντα, να με υιοθετήσουν. Προφανώς η μάνα μου δεν θα δέχονταν κάτι τέτοιο».

Οι άνθρωποι της περιοχής, θυμάται ο κ. Γεωργίου, ήταν εξαιρετικά λαϊκοί, δημοκρατικοί, πάρα πολύ θυμωμένοι για το γεγονός ότι η Χούντα δεν αντέδρασε και επέτρεψε στην ΕΟΚΑ Β’ το πραξικόπημα. Μας ζήτησαν ακόμη και συγγνώμη που αφέθηκε η Κύπρος αβοήθητη».

Επέστρεψε ως φοιτητής στο χωριό αυτό, το 1983 και είδε, τότε, από κοντά τη θεία Αθίτσα. «Ξαναπήγα αργότερα με τα παιδιά μου για να τους δω, δεν ήταν στη ζωή. Τους έκλαψα σαν να ήταν γονείς μου». Οι δεσμοί που δημιουργήθηκαν, υπογραμμίζει, ήταν ισχυροί. Διατηρήθηκε η επαφή με το συγγενικό περιβάλλον των ανθρώπων αυτών, με τους, τότε συμμαθητές του, τη δασκάλα του την Ευγενία Καραθανάση. Υπάρχει επικοινωνία και αμφότερες επισκέψεις. Η, δε, Ανδραβίδα είναι πλέον χωριό του.

Ήμασταν ασυνόδευτοι, καταλήγει ο κ. Γεωργίου, αλλά είχαν την τύχη να πέσουν σε πολύ θερμές αγκαλιές. «Όχι όπως τα ασυνόδευτα παιδιά σήμερα, που είτε πνίγονται στις θάλασσες, είτε τυγχάνουν σεξουαλικής ή άλλης εκμετάλλευσης. Χτες ήμασταν εμείς, σήμερα είναι κάποιοι άλλοι. Γι’ αυτό η αντιμετώπιση απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους, στα παιδιά, θα πρέπει να διατρέχεται από έναν αίσθημα ευαισθησίας, ενσυναίσθησης».

Γράμματα γεμάτα αγωνία για όσους ήταν στην Κύπρο

Τα παιδιά, εξηγεί ο κ. Γεωργίου, όσο καλά και αν περνούσαν στην Ελλάδα. Όση αγάπη και νοιάξιμο και αν λάμβαναν. Δεν λησμονούσαν την Κύπρο. Αγωνιούσαν για τους δικούς τους.  

«Εμείς είμαστε παιδιά που μεγαλώσαμε μέσα σε μια μέρα. Η εμπειρία του πολέμου, εκείνη η αιχμαλωσία, το πραξικόπημα, η εισβολή. Μας μεγάλωσε, μας ωριμάσαμε. Είχα έγνοια για την Κύπρο, διότι πέραν του ότι θάψαμε τον ξάδελφο μου 6 Αυγούστου –τον οποίο ξέθαψε η θεία μου με τα χέρια της, μετά από 14 μέρες, από τον ομαδικό τάφο που είχε τοποθετηθεί– είχαν, επίσης, απομείνει άλλα δύο συγγενικά πρόσωπα ως αγνοούμενοι. Στα γράμματα που ανταλλάζαμε με την μάνα μου, ρωτούσα συνεχώς “Ήρθε ο θείος ο Κλεάνθης; Ήρθε ο γαμπρός μας;” Δεν ήρθαν ποτέ».

Η αλληλογραφία, αναφέρει ο κ. Γεωργίου, ήταν τακτική. «Πρέπει να σου πω ότι αυτά τα γράμματα τα φυλάω ακόμη. Είναι γράμματα μουσικεμένα από τα δάκρυα μου, όταν τα διάβαζα τότε. Μου έλειπε η μάνα μου. Μου έλειπε η οικογένειά μου, τα αδέλφια μου, ο πατέρας μου. Όσο καλά και να περνούσαμε αυτή η απόσταση δεν ήταν κάτι το εύκολο. Ούτε η συνθήκη».

Κορνήλιος Χατζηκώστας: Ο ζαχαροπλάστης που, δήθεν, έγραφε τα οφειλόμενα στο δεφτέρι

«Όταν μέσα στις περισσές δυσκολίες επιβίωσης ακούσαμε ότι στην Ελλάδα μπορούν να φιλοξενηθούν πρόσφυγες μαθητές με καλυμμένα τα έξοδά τους, η ανακούφισή μας ήταν απερίγραπτη. Ήταν δώρο Θεού μια τέτοια διέξοδος. Αρκεί να σκεφτείτε ότι είμαστε εννέα αδέλφια και χάσαμε τον βασικότερο πλουτοπαραγωγικό μας πόρο, τη γεωργία».

Το σπίτι στο οποίο κατέληξαν ως πρόσφυγες, δεν ήταν άλλο από μια σκοτεινή αποθήκη, την οποία καθάρισαν και διαμορφώσαν με χίλια ζόρια ώστε να μπορεί να κατοικηθεί.

«Ήμουν τότε 14 χρόνων. Έφυγα πρώτος εγώ για την Ελλάδα με το πλοίο ΟΙΝΟΥΣΑΙ, το οποίο απέπλευσε από τη Λεμεσό για τον Πειραιά στις 4 Οκτωβρίου 1974. Ακολούθησαν με άλλα καράβια η δίδυμη αδελφή μου Φιλοθέη και ο μικρότερος από εμάς αδελφός μου Ευσέβιος. Όλοι διαμέναμε σε διαφορετικά οικοτροφεία», περιγράφει.

«Ήταν μεγάλη η συγκίνησή μου όταν πρωτοπατούσα τα χώματα της Ελλάδας, καθώς την αντιμετώπιζα περισσότερο ως ιδέα», αναφέρει ο κ. Χατζηκώστας και προσθέτει για τον κόσμο: «Τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια τους όταν μας αντίκρυζαν ως καταδιωγμένους από την τουρκική βαρβαρότητα. Δεν χόρταιναν να ακούνε τις ιστορίες μας. Τον τρόπο του ξεριζωμού μας, τους βομβαρδισμούς των τουρκικών αεροπλάνων από τους οποίους εγώ κινδύνευσα. Την πρώτη μέρα της εισβολής στο χωριό μου, την Φιλιά τα αεροπλάνα μυδραλιοβολούσαν δίπλα μου. Ξάπλωσα και έβλεπα τις σφαίρες που κτυπούσαν τις πορτοκαλιές λίγα μέτρα μακριά και έπειτα έναν συγχωριανό μου βοσκό, στο πόδι».

Ο πρώτος μας προορισμός, του κ. Χατζηκώστα, όπου έμειναν για δέκα ημέρες ήταν ένα οικοτροφείο στον Καρέα στην Αθήνα. «Δεν μπορώ να ξεχάσω μια εξαίρετη κυρία που μας φρόντιζε με περισσή αγάπη, την οποία αποκαλούσαμε “μαμά!”». Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν, περίπου 50 παιδιά, στην Παιδόπολη Ωραιοκάστρου υπό την ευθύνη του Εθνικού Οργανισμού Προνοίας. Εκεί έλαβαν όλα τα παιδιά αγάπη πολλή και ζεστασιά. «Ήταν πάντα παρόντες στις στιγμές της μοναξιάς μας, της λύπης, των δυσκολιών μας».

Το ενδιαφέρον των κατοίκων της περιοχής, συνεχίζει ο κ. Χατζηκώστα, τους φανερώνονταν και εκεί σε κάθε ευκαιρία. «Όταν κατεβαίναμε από την Παιδόπολη στο Ωραιόκαστρο δεν μας άφηναν να πληρώνουμε. Ο μακαριστός Στέλιος ο ζαχαροπλάστης, έγραφε δήθεν τα οφειλόμενά μας χρήματα στο “δεφτέρι”, και ποτέ δεν μας τα ζητούσε», αναπολεί.

«Τον Ιανουάριο του 1975 μας επισκέφθηκε ο πατέρας μου και μας μετέφερε τα τρία αδέλφια στη Φλώρινα όπου διαμέναμε στα οικοτροφεία του μητροπολίτη Φλωρίνης Πρεσπών και Εορδαίας Αυγουστίνου Καντιώτη», λαμβάνοντας και εκεί ανάλογη αγάπη και η φροντίδα.

«Δεν θα ξεχάσω τους ανθρώπους, οι οποίοι μας φιλοξενούσαν κάποιες φορές στα σπίτια τους για να ξεφύγουμε λίγο από τη ρουτίνα του οικοτροφείου. Στη Φλώρινα έμεινα μέχρι που αποφοίτησα από το Γυμνάσιο, τον Ιούνιο του 1978. Όμως, όταν ήμουν στην Πέμπτη τάξη, πληροφορήθηκα ότι τα λειτουργικά έξοδα της παραμονής μου πληρώνονταν από κοινού από δύο κυρίες, οι οποίες δεν ήθελαν να μάθω το όνομά τους. Να ήταν άραγε, εκείνες οι εξαίρετες κυρίες οι οποίες μας αγόραζαν ρούχα τα Χριστούγεννα;», αναρωτιέται.

Ένα συγκινητικό περιστατικό, αναφέρει ο κ. Χατζηκώστα, το οποίο πληροφορήθηκε μόλις πριν από ένα χρόνο αφήνοντας τον και έκπληκτο, αφορά ένα χριστουγεννιάτικο δώρο. «Ο πατέρας ενός παιδιού της περιοχής, του είχε πει να προσφέρει κάτι που αγαπά πολύ σε ένα παιδί του οικοτροφείου από την Κύπρο. Εκείνος αποφάσισε να δώσει μια αγαπημένη του μπλούζα (τρικό) που μόλις του είχαν αγοράσει οι γονείς του. Είδε, λοιπόν, ότι το φορούσα αλλά ποτέ δεν μου είπε ότι ήταν δικό του, αν και τον έβλεπα σχεδόν καθημερινά».

Οι ιστορίες είναι ατέλειωτες, υπογραμμίζει και προσθέτει πως αισθάνεται μεγάλη ευγνωμοσύνη για τη φιλοξενία που έλαβε στην Ελλάδα. «Συνεχής έγνοια μου είναι να την ανταποδώσω με το δικό μου τρόπο όσο μπορώ. Έχω συχνή επαφή τόσο με τη Φλώρινα, όσο και με το Ωραιόκαστρο και τους ανθρώπους τους. Του επισκέπτομαι συχνά και έρχονται και εκείνοι στην Κύπρο».

Τόσο στη Φλώρινα όσο και στο Ωραιόκαστρο, αναφέρει ο κ. Χατζηκώστα, πραγματοποίησαν εκδηλώσεις ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. «Στο Ωραιόκαστρο συγκεκριμένα, την εκδήλωση, την οποία πραγματοποιήσαμε τον Μάιο του 2025 ονομάσαμε ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ. Στο πλαίσιο της εκδήλωσης αυτής, σε συνεργασία με τις τοπικές Αρχές τοποθετήσαμε και σχετική πλάκα στην Παιδόπολη».