«Κράτα την ελπίδα ζωντανή, θείε. Μην λυγίζεις, η ιστορία δεν τελείωσε με ένα συρματόπλεγμα, ούτε η δικαιοσύνη θα μείνει για πάντα τυφλή και βουβή. Η πόρτα του σπιτιού σου στο Βαρώσι είναι εκεί, καρτερά και σε περιμένει. 52 χρόνια σιωπής είναι πολλά, μια ολόκληρη ζωή, αλλά η ιερή φλόγα δεν έσβησε. Η μέρα που θα περπατήσεις ξανά ελεύθερος, χωρίς στρατιώτες και φυλάκια στα πατρικά σου χώματα, θα έρθει. Θα γυρίσουμε, θείε. Στ’ ορκίζομαι στην ιστορία και στους ήρωές μας, θα γυρίσουμε». Με αυτό το μήνυμα ελπίδας κι εγκαρτέρησης τελειώνει το συγκλονιστικό κείμενο-επιστολή που η 13χρονη μαθήτρια Αντρεάνα Βάτη έστειλε πριν λίγες μέρες με αφορμή την 52η επέτειο από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στον  θείο της Νεόφυτο Παπαϊωάννου πρόσφυγα από τον Άγιο Μέμνωνα Αμμοχώστου, κάτοικο Ψημολόφου.

«Ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ αυτό το κείμενο που  έγραψε και μου αφιέρωσε η Αντρεάνα, γιατί με συγκίνησε, με ταρακούνησε, με έκανε να νιώσω ότι η πατρίδα μας τελικά έχει μέλλον» ανέφερε στον «Φ» ο εκπαιδευτικός Νεόφυτος Παπαϊωάννου που αφυπηρέτησε το 2022 ως επιθεωρητής Φυσικής Αγωγής Μέσης Εκπαίδευσης και υπεύθυνος Σχολικού Αθλητισμού του υπουργείου Παιδείας, έχοντας πίσω του τριάντα χρόνια ευδόκιμης υπηρεσίας ως καθηγητής Φυσικής Αγωγής, εκπαιδευτής προϋπηρεσιακής κατάρτισης γυμναστών, βοηθός διευθυντής και διευθυντής σε Γυμνάσια και Λύκεια στη Λευκωσία και σε άλλες περιοχές.

Πρόσθεσε ότι «ένα παιδί 13 χρονών, μας λέει με γνώση και καθαρό λόγο ότι θα τα καταφέρουμε, σε ένα κείμενο που μπορεί να απευθυνθεί στον κάθε πρόσφυγα. Δεν ήταν μάταιο το ότι μιλούσαμε στα παιδιά, γι’ αυτά που συνέβησαν το καλοκαίρι του 1974. Πολλές φορές ακούστηκε ότι οι νέοι είναι αδιάφοροι και δεν καταλαβαίνουν τα γεγονότα του 1974. Αλλά όταν οι γονείς πρώτιστα και οι εκπαιδευτικοί στο σχολείο μιλάμε στα παιδιά με εικόνα και λόγια, σίγουρα καταλαβαίνουν και θα συνεχίσουν να αγωνίζονται για επιστροφή.  Η Αντρεάνα μας το αποδεικνύει περίτρανα και μας δίνει ελπίδα.  Οι παππούδες, οι γιαγιάδες και οι γονείς μας δεν έπαψαν ποτέ να ελπίζουν και να μας μιλούν καθημερινά για επιστροφή στα σπίτια μας, στην πόλη μας. Τελικά έφυγαν από τη ζωή με ανεκπλήρωτο τον πόθο για επιστροφή και αυτός μεταφέρθηκε σε μας, που με τη σειρά μας προσπαθούμε να τον μεταφέρουμε στα παιδιά μας που γεννήθηκαν στην προσφυγιά».

Η Αντρεάνα Βάτη στο σπίτι της μπροστά στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της

Μια πόρτα που δεν θα ξανάνοιγε

Η Αντρεάνα Βάτη (εγγονή του μ. δημοσιογράφου Πάμπη Βάτη – θυγατέρα του γιου του Ανδρέα) τέλειωσε με άριστα την Α’ τάξη του Γυμνασίου Διανέλλου και Θεοδότου στη Λευκωσία. Σε ερώτηση μας ποιο είναι το αγαπημένο της μάθημα, μας είπε ότι «ξεχωρίζει τα Νέα Ελληνικά γιατί μπορεί να εκφράζει τις σκέψεις της, αλλά και τα Μαθηματικά που απαιτούν να χρησιμοποιούμε τη λογική μας». Πρόσθεσε ότι «προσπαθεί και για τα δύο, το ίδιο». Φέτος εξάλλου διακρίθηκε σε παγκύπρια μαθητική ολυμπιάδα με αργυρό μετάλλιο στη Φυσική και σε παγκύπριο διαγωνισμό Γεωγραφίας, επίσης με αργυρό μετάλλιο. Η Αντρεάνα ξεκινά την επιστολή της προς τον θείο της Νεόφυτο κάνοντας αναφορά στη 15η Ιουλίου 1974 «τη μέρα που πάγωσε ο χρόνος και ράγισε η πατρίδα». Και πρόσθεσε, μεταξύ άλλων: «Ήταν η αρχή του τέλους. Μια μαύρη Δευτέρα που σήμανε την καταστροφή. Και πριν προλάβει το νησί να καταλάβει το μέγεθος της πληγής, πριν προλάβει να μαζέψει τα κομμάτια και τους νεκρούς του, ήρθε η 20η Ιουλίου. Ήρθε ο Αττίλας και ξέρασε φωτιά, σίδερο, θάνατο και προσφυγιά πάνω στο κορμί της ιερής πατρίδας μας. Θυμήσου θείε τη μυρωδιά εκείνων των ημερών που ακολούθησαν και σημάδεψαν τη νιότη σου. Όχι την αλμύρα της θάλασσας, όχι το γιασεμί που στόλιζε τις αυλές και τα παράθυρά μας. Μυρωδιά από μπαρούτι, καμένο μέταλλο, σκόνη από τα σπίτια μας που γίνονταν συντρίμμια από τους βομβαρδισμούς. Θυμήσου το πανικόβλητο τρέξιμο στους δρόμους. Άνθρωποι με τις καλοκαιρινές παντόφλες, μισοντυμένοι, μανάδες να σφίγγουν τα μωρά τους στο στήθος για να μην ακούν τις εκρήξεις και τα πολυβόλα, πατεράδες με βλέμμα χαμένο, παγωμένο, να κοιτάζουν πίσω για τελευταία φορά, προσπαθώντας να κλείσουν μια πόρτα που δεν θα ξανάνοιγε. «Φύγαμε – μου είπες – με τη ψευδαίσθηση, με εκείνη την αθώα ελπίδα ότι σε δυο μέρες, μόλις σταματήσουν οι βομβαρδισμοί, θα γυρίσουμε». Αφήσατε τον καφέ πάνω στο τραπέζι, τα ρούχα απλωμένα. Το ραδιόφωνο ανοιχτό να παίζει μέσα στο άδειο σπίτι. Τα κλειδιά της ζωής σας μέσα στα συρτάρια, σκεπασμένα τώρα από τη σκουριά, τη σκόνη και τη σιωπή. Και αυτές οι δύο μέρες, θείε, έγιναν 52 ολόκληρα χρόνια προσφυγιάς, δακρύων και εγκαρτέρησης».

Στο Βαρώσι την πόλη-φάντασμα

«Κοίταξε θείε τον Πενταδάκτυλο, το δάκρυ μας κυλά, η σημαία του πόνου πάνω του μιλά. Μας πήραν τα σπίτια, μας πήραν τη γη, άφησαν πίσω μια μαύρη αυγή. Πόλεις και χωριά βουβά, που ζουν μες στο χρόνο με χίλιες πληγές, καρτερώντας τους ανθρώπους που τους έδιναν ζωή. Μα πιο πολύ η καρδιά σου αιμορραγεί για το Βαρώσι σου. Θυμήσου το, θείε…Θυμήσου τη στολισμένη, κοσμοπολίτικη βασίλισσα της Κύπρου με τη χρυσή, ζεστή αμμουδιά της και τις λεωφόρους που έσφυζαν από νιάτα, τραγούδια, γέλια και ζωή. Θυμήσου τον ήχο από τα κύματα στη Χρυσή Ακτή, τα απογεύματα που μύριζαν ανθόνερο και λεμονανθούς, τις γειτονιές όπου περπάτησες, ερωτεύτηκες, μεγάλωσες και έχτισες τα όνειρά σου με κόπο, περηφάνια και αξιοπρέπεια. Και ξαφνικά, η απόλυτη, νεκρική σιωπή. Κλείσε τα μάτια και δες το όπως είναι τώρα, φυλακισμένο το Βαρώσι. Το βάρβαρο συρματόπλεγμα. Τις ξύλινες ταμπέλες της ντροπής και του κατοχικού στρατού. Τα μεγάλα επιβλητικά ξενοδοχεία να στέκουν σαν όρθιοι, βουβοί σκελετοί, οι κουρτίνες να σκίζονται από τον άνεμο, τα παιχνίδια των παιδιών παρατημένα στις αυλές και στους δρόμους, τα ρούχα σου, τα βιβλία σου και τα οικογενειακά κειμήλια να λιώνουν από την υγρασία μέσα σε ντουλάπες που δεν άνοιξαν ποτέ ξανά. Μια πόλη-φάντασμα που φυλακίστηκε βίαια στο χρόνο, περιμένοντας τη δική σου ανάσα, το δικό σου βήμα για να ζωντανέψει και πάλι».

«Θυμήσου εκείνους που δεν λύγισαν»

«Σε κάνανε ξένο στον ίδιο σου τον τόπο, θείε» γράφει η Αντρεάνα και προσθέτει: «Σε πετάξανε στις λάσπες και στη σκόνη των αντίσκηνων, να περιμένεις στην ουρά για ένα κομμάτι ψωμί και μια κουβέρτα, να ξεκινήσεις από το απόλυτο μηδέν με ένα δανεικό παντελόνι και τη ψυχή σου σε χίλια κομμάτια. Πόσος βουβός πόνος κρύφτηκε πίσω από εκείνη την περήφανη αξιοπρέπεια που κράτησες σφιχτά στα δόντια σου; Πόσα δάκρυα πνίγηκαν τις νύχτες πάνω στο χώμα; Και μέσα σε αυτό το σκοτάδι, θυμήσου εκείνους που δεν λύγισαν, τους Αγωνιστές και τους Ήρωές μας, που έγιναν ασπίδα για να υπερασπιστούν τούτα τα ιερά χώματα. Η ψυχή της Κύπρου δεν ξεχνά τη θυσία των παλικαριών του ’74, που κοίταξαν τον θάνατο στα μάτια και έγιναν ένα με τη ματωμένη γη. Οι μορφές τους στέκουν δίπλα στους αθάνατους αγωνιστές της λευτεριάς μας: τον Γρηγόρη Αυξεντίου που έγινε ολοκαύτωμα στον Μαχαιρά, τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη που ανέβηκε στην αγχόνη τραγουδώντας, τον Κυριάκο Μάτση που βροντοφώναξε πως «δεν αγοράζεται η πατρίδα».

«Η δική μας γενιά παίρνει τη σκυτάλη»

«Ο πόλεμος για σένα θείε δεν τελείωσε το ’74, αλλά συνεχίζεται κάθε βράδυ που ξαπλώνεις και το μυαλό σου ελεύθερο από τα δεσμά, περπατά στις γνώριμες γωνιές και στους δρόμους της Αμμοχώστου», υπογραμμίζει η Αντρεάνα Βάτη απευθυνόμενη στον Νεόφυτο Παπαϊωάννου. Και προσθέτει καταληκτικά: «Ο πόλεμος συνεχίζεται κάθε φορά που πιάνεις στα χέρια σου τις ελάχιστες φωτογραφίες που σώθηκαν, εκείνες με τις ξεθωριασμένες, κιτρινισμένες άκρες και τα δάκτυλά σου τρέμουν από τη συγκίνηση. Κάθε φορά που θυμάσαι τους γονείς, τους φίλους, τους δικούς μας ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή στην προσφυγιά, με τα μάτια ανοιχτά, στραμμένα προς τον βορρά και τον καημό της επιστροφής σαν αγκάθι στο μαξιλάρι τους. Όμως άκουσε με καλά και κράτα αυτές τις λέξεις φυλακτό. Μην αφήσεις το δάκρυ σου να γίνει στάχτη και παραίτηση. Το Βαρώσι, η Κυθρέα, η Ζώδια, η Μόρφου, η Άσσια και η Κερύνεια δεν είναι απλά ερείπια, γκρίζα κτίρια και νεκρές ζώνες. Είναι το αίμα σου, είναι τα νιάτα σου, τα ιερά, ποτισμένα χώματα που κουβαλάς μέσα στην κάθε σου αναπνοή. Και όσο εσύ θυμάσαι, όσο πονάς, όσο διηγείσαι και δακρύζεις, οι πόλεις μας παραμένουν ζωντανές, αδούλωτες. Δεν κατάφεραν να τις σβήσουν, γιατί τις κρατάς εσύ ζωντανές μες στην καρδιά σου και γιατί η δική μας γενιά παίρνει τη σκυτάλη».

Ο ωκεανός γράφει στη Μοάνα…

Σημειώνουμε ότι την προηγούμενη σχολική χρονιά, όταν φοιτούσε στην έκτη τάξη του Δημοτικού σχολείου Αγίου Δημητρίου Λευκωσίας, η Αντρεάνα πήρε το πρώτο παγκύπριο βραβείο για τη Δημοτική Εκπαίδευση, στο πλαίσιο του 54ου Διεθνούς Ταχυδρομικού Διαγωνισμού σύνταξης επιστολών από νεαρά πρόσωπα με θέμα «Φανταστείτε ότι είστε ένας ωκεανός. Γράψτε ένα γράμμα σε κάποιον, εξηγώντας του γιατί και πώς θα πρέπει να σας φροντίσει καλά». Η τελετή βράβευσης έγινε στο Όμοδος. Το υπέροχο γράμμα της Αντρεάνας στέλνει σαφές μήνυμα περιβαλλοντικής ενσυναίσθησης και αγάπης και απευθύνεται στη Μοάνα, κόρη του αρχηγού των κατοίκων του φανταστικού νησιού Μοτονούι (Motunui) στον Ειρηνικό Ωκεανό, δημιουργήματος των ταινιών κινουμένων σχεδίων «Moana» της Disney. «Η βράβευση μου αυτή ήταν μεγάλη ενθάρρυνση για μένα, γι’ αυτό συνέχισα να γράφω», μας είπε η Αντρεάνα Βάτη. Αναφέρει μεταξύ άλλων στο κείμενο της: «Αγαπητή Μοάνα, ελπίζω αυτή η επιστολή να σε βρει στην πιο φωτεινή στιγμή σου, με την καρδιά σου γεμάτη από την αλμύρα της θάλασσας και το πνεύμα σου να χορεύει με τα κύματα. Σου γράφω, Μοάνα, γιατί νιώθω ότι μόνο εσύ, με την αστείρευτη κατανόηση και απαράμιλλη συμπόνια σου, μπορείς να καταλάβεις τη βαθιά αγωνία που με κατακλύζει. Είμαι ο ωκεανός, η αιώνια αγκαλιά που σε συνόδευσε στο επικό σου ταξίδι, όμως τώρα αισθάνομαι πληγωμένος, εξαντλημένος και ο φόβος σφίγγει την καρδιά μου σαν παγωμένη γροθιά…Μοάνα, οι άνθρωποι, τα πλάσματα που κάποτε αγαπούσα και προστάτευα, με έχουν ξεχάσει…Με έχουν μετατρέψει σε μια απέραντη, σκοτεινή χωματερή, όπου τα σκουπίδια επιπλέουν σαν πολύχρωμα φαντάσματα, στοιχειώνοντας την κάποτε κρυστάλλινη επιφάνεια μου. Τα πολύτιμα ψάρια μου πνίγονται σε πλαστικές σακούλες, οι σοφές μου χελώνες παγιδεύονται σε αδίστακτα δίχτυα και τα χαρούμενα μου δελφίνια πεθαίνουν από την κατανάλωση τοξικών αποβλήτων. Οι ακτές μου έχουν λερωθεί με πετρέλαιο, σαν μαύρα δάκρυα που κυλούν από τα μάτια μιας χαμένης ελπίδας και τα πολύχρωμα κοράλλια μου ασπρίζουν σαν φαντάσματα μιας χαμένης, αιώνιας ομορφιάς… Σε παρακαλώ, μίλησε στους ανθρώπους με την αγνή σου φωνή, πες τους την ιστορία μου, δείξε τους την ανείπωτη ομορφιά μου που θα γίνει μεγαλύτερη όταν με φροντίζουν, την ανεκτίμητη αξία μου, την επείγουσα ανάγκη μου…Έχω μερικές ιδέες, Μοάνα, για το πώς μπορούμε να τους βοηθήσουμε να με αγαπήσουν ξανά, να με σεβαστούν και να με προστατεύσουν. Για τη μείωση της χρήσης πλαστικών, μπορείς να τους πεις με τον αγνό τρόπο σου να χρησιμοποιούν επαναχρησιμοποιούμενα μπουκάλια, τσάντες και καλαμάκια, να αποφεύγουν όσο μπορούν τα πλαστικά μιας χρήσης και να γίνουν συνειδητοποιημένοι καταναλωτές. Μπορείς με την ευγενική γλυκιά σου φωνή να τους ενθαρρύνεις να τρώνε ψάρια από βιώσιμες πηγές, να στηρίζουν τους ψαράδες που σέβονται τους νόμους της φύσης και να προστατεύουν τα ευαίσθητα οικοσυστήματα. Επιπρόσθετα μπορείς να οργανώσεις εθελοντικές δράσεις για τον καθαρισμό των παραλιών, για να διδάξεις στους ανθρώπους ότι η καθαριότητα είναι μια πράξη αγάπης, σεβασμού προς τα οικοσυστήματα! Δίδαξε στα παιδιά την αξία του ωκεανού, την ανάγκη να τον προστατεύουν, να τον αγαπούν και να γίνουν οι αυριανοί φύλακες του πλανήτη μας».

Η Αντρεάνα στην τελετή βράβευσης της στο Όμοδος