Και με σφραγίδα μελέτης η έλλειψη νοσηλευτών στην Κύπρο και μάλιστα χωρίς να λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό οι ανάγκες που προκύπτουν από την εφαρμογή δύο πολύ σημαντικών νομοθεσιών για τον τομέα της Υγείας που αφορούν την παροχή ανακουφιστικής φροντίδας και την παροχή υπηρεσιών κατ’ οίκο νοσηλευτικής φροντίδας στους χρόνιους, κλινήρεις και ηλικιωμένους ασθενείς.
Η μελέτη που εκπονήθηκε από την καθηγητή Γιάννη Υφαντόπουλο για λογαριασμό του υπουργείου Υγείας, βρίσκεται πλέον στα χέρια των βουλευτών. Σύμφωνα με αυτήν, αλλά και την επικαιροποίηση των δεδομένων που ακολούθησε, οι τρέχουσες ανάγκες για νοσηλευτές φθάνουν τους 586 ενώ έλλειμμα 411 νοσηλευτών υπολογίζεται και για το 2030.
Συγκεκριμένα, το 2025 υπήρχαν διαθέσιμοι στην Κύπρο 6.272 νοσηλευτές με την αναμενόμενη ζήτηση να βρίσκεται στις 6.858 νοσηλευτές και συνεπαγόμενο έλλειμμα 586 νοσηλευτές.
Το 2030, σύμφωνα με τα στοιχεία, θα υπάρχουν διαθέσιμοι 7.158 νοσηλευτές με τις υπολογιζόμενες ανάγκες να φθάνουν τους 7.569 νοσηλευτές.
Θετικό πρόσημο θα αρχίσει να έχει η αναλογία αναγκών/διαθέσιμων νοσηλευτών από το 2035 και μετά οπόταν και υπολογίζεται ότι θα υπάρχουν διαθέσιμοι 8.263 νοσηλευτές και οι ανάγκες θα απαιτούν 7.818 με την ίδια τάση να υπολογίζεται μέχρι το 2055 οπόταν και εάν επαληθευτούν τα στοιχεία θα υπάρχει πλεόνασμα 2.678 νοσηλευτών.
Συγκεκριμένα οι ανάγκες καταγράφονται σε δύο στάδια. Για τους σκοπούς της μελέτης λήφθηκαν αρχικά υποψή στον υπολογισμό οι ανάγκες νέων νοσηλευτηρίων που είχαν εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας μέχρι τη στιγμή έναρξης της μελέτης, οι ανάγκες νέων νοσηλευτηρίων που είχαν εξασφαλίσει άδεια ίδρυσης αλλά όχι άδεια λειτουργίας και οι τρέχουσες ανάγκες των κρατικών δομών (νοσοκομείων, κέντρων υγείας κ.α.).
Με βάση αυτές τις παραμέτρους το έλλειμμα βρισκόταν στους 369 νοσηλευτές για το 2025 και στους 187 νοσηλευτές για το 2030.
Σε δεύτερο στάδιο στον υπολογισμό προστέθηκαν και οι ανάγκες που προέκυψαν από την ψήφιση του νόμου για τη λειτουργία των κέντρων αποκατάστασης αλλά και για την ενίσχυση της στελέχωσης των κρατικών δομών (ΟΚΥπΥ ).
Με βάση τον δεύτερο, επικαιροποιημένο, υπολογισμό, που περιλαμβάνεται στο σημείωμα του υπουργείου Υγείας, οι ανάγκες ανέβηκαν στους 586 νοσηλευτές για την πενταετία 2025 – 2030 και στους 411 νοσηλευτές για τα έτη 2030-2035.
Σημαντικό δεδομένο για την τρέχουσα πενταετία βεβαίως, το γεγονός ότι στους 586 νοσηλευτές πρέπει να προστεθούν μερικές ακόμα εκατοντάδες επαγγελματίες αφού, όπως επισημαίνει το υπουργείο Υγείας στο σημείωμα του προς τη Βουλή, κατά τον υπολογισμό δεν λήφθηκαν υπόψη οι ανάγκες που προκύπτουν από την εφαρμογή του νόμου που αφορά την κοινοτική νοσηλευτική (που επί το πλείστο παρέχεται από νοσηλευτές) και του νόμου για την ανακουφιστική φροντίδα για την παροχή της οποίας επιβάλλεται η συμμετοχή μεγάλου αριθμού νοσηλευτών.
Κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε.
Όπως αναφέρει στην έκθεση του ο καθηγητής Υφαντόπουλος, επικαλούμενος και στοιχεία από την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, «διαχρονικά η Κύπρος παρουσιάζει σχετική υστέρηση συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε ό,τι αφορά την επάρκεια νοσηλευτικού προσωπικού».
Έπειτα από «συγκριτική αξιολόγηση του αριθμού των νοσηλευτών ανά 100.000 κατοίκους με άλλες χώρες, χρησιμοποιώντας στοιχεία της σχετικής μελέτης της Eurostat 2023 και προσαρμόζοντας τα δεδομένα στα γραφήματα έτσι ώστε να περιλαμβάνονται και υπολογισμοί για το 2025 για την Κύπρο, ότι η Κύπρος παρουσιάζει συγκριτικά χαμηλή συγκέντρωση νοσηλευτών ανά μονάδα πληθυσμού για τους νοσηλευτές γενικής νοσηλευτικής ενώ είναι σε καλύτερη θέση στην περίπτωση των μαιών».
Περαιτέρω, «προβληματισμό προκαλεί και η κατανομή του ανθρώπινου δυναμικού μεταξύ τομέων, καθώς οι γιατροί απασχολούνται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα ενώ οι νοσηλευτές συγκεντρώνονται κατά κύριο λόγο στον δημόσιο».
«Η κατανομή του νοσηλευτικού προσωπικού μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα παραμένει άνιση αν και παρουσιάζει ήπια τάση σύγκλισης την περίοδο 2021-2025:
· Δημόσιος και ευρύτερος δημόσιος τομέας 60%-67%.
· Ιδιωτικός τομέας 33%-40%».
«Η τρέχουσα εικόνα του νοσηλευτικού προσωπικού χαρακτηρίζεται από σημαντικό έλλειμμα νοσηλευτών σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ε.Ε. Η Κύπρος διαθέτει 5,3 νοσηλευτές ανά 1000 κατοίκους ενώ ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι 8,5 νοσηλευτές ανά 1000 κατοίκους. Στη Φιλανδία, Γερμανία και Ιρλανδία ο αντίστοιχος δείκτης είναι 12 νοσηλευτές ανά 1000 κατοίκους. Αυτό σημαίνει ότι η Κύπρος έχει περίπου 29% λιγότερους νοσηλευτές σε σχέση με τις χώρες αυτές».
Στα γενικά συμπεράσματα της μελέτης αναφέρεται ότι «η μακροπρόθεσμη εξισορρόπηση της προσφοράς και της ζήτησης νοσηλευτικού προσωπικού στην Κύπρο είναι εφικτή».
«Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό αλλά και ποιοτικό. Αφορά την κατανομή τις δεξιότητες, τη γήρανση του προσωπικού και την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης του συστήματος».
Τι εισηγείται ο Ελλαδίτης εμπειρογνώμονας
Στις εισηγήσεις του προς το υπουργείο Υγείας ο καθηγητής Υφαντόπουλος, τονίζει ότι κανένα μέτρο δεν μπορεί να αποδώσει μόνο του, υπογραμμίζοντας ότι χρειάζεται σειρά ενεργειών περιλαμβανομένης της σωστής επιτήρησης και παρακολούθησης των δεδομένων.
Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, εισηγείται:
· Ενίσχυση της προσφοράς νοσηλευτών με αύξηση εκπαιδευτικών θέσεων, υποτροφίες και οικονομικά κίνητρα, ενίσχυση της εκπαιδευτικής υποδομής.
· Διατήρηση προσωπικού με βελτίωση απολαβών, βελτίωση συνθηκών εργασίας, μείωση επαγγελματικής εξουθένωσης.
· Προσέλκυση νοσηλευτών από το εξωτερικό και αποτελεσματική διαχείριση εισροών και εκροών προσωπικού.
· Αναβάθμιση δεξιοτήτων με ανάπτυξη προηγμένων νοσηλευτικών ρόλων και διεύρυνση αρμοδιοτήτων και αξιοποίηση εξειδίκευσης.
· Διακυβέρνηση και τεχνολογία με δημιουργία συστηματικής παρακολούθησης, ψηφιακά εργαλεία παρακολούθησης τηλεϋγεία και ηλεκτρονικά συστήματα υποστήριξης.
«Καμία μεμονωμένη παρέμβαση δεν επαρκεί. Απαιτείται συνδυασμός μέτρων και που θα προσαρμοστούν στις ιδιαιτερότητες της Κύπρου».
«Η αδράνεια δεν είναι επιλογή»
Καταλήγοντας στην έκθεση του ο καθηγητής τονίζει ότι: «Η εκτίμηση του ρίσκου μη παρέμβασης αναδεικνύει ότι η αδράνεια δεν είναι ουδέτερη επιλογή. Σε περιβάλλον όπου η ζήτηση γίνεται πιο σύνθετη, η μη προσαρμογή οδηγεί σε σταδιακή επιδείνωση της λειτουργικής ικανότητας, σε αυξημένη πίεση ποιότητας και ασφάλειας, σε ανακατανομή βαρών μεταξύ επιπέδων και τομέων και σε πολλαπλασιασμό των απαιτήσεων για διαχείριση κρίσης αντί για προγραμματισμό».
Ο κίνδυνος, επισημαίνει, «δεν αφορά μόνο αριθμούς αλλά την ικανότητα του συστήματος να λειτουργεί προβλέψιμα, δίκαια και με συνέπεια. Ο προγραμματισμός του νοσηλευτικού ανθρώπινου δυναμικού στην Κύπρο πρέπει να ιδωθεί ως μηχανισμός διακυβέρνησης της δυναμικότητας του συστήματος υγείας. Η μετάβαση από τη διάγνωση στη διακυβέρνηση δεν είναι ένα επιπλέον βήμα, είναι το σημείο όπου οι αναγνωρισμένες πιέσεις μετατρέπονται σε στοχευμένες χρονικά κλιμακωτές επιλογές που μπορούν να εφαρμοστούν, να παρακολουθηθούν και να αναπροσαρμόζονται ώστε η χώρα να διατηρεί τη λειτουργική της ικανότητα απέναντι σε προβλέψιμες αλλά ισχυρές μεταβολές της ζήτησης και του πλαισίου παροχής».