Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

«Σήμερα είμαστε αντιμέτωποι με νέες μορφές εμπορίας ανθρώπων που διαφέρουν σημαντικά από εκείνες των προηγούμενων δεκαετιών, αφού οι σύγχρονοι εκμεταλλευτές βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε ψηφιακές πλατφόρμες, εφαρμογές με κρυπτογράφηση και διαδικτυακές απάτες στρατολόγησης θυμάτων», υπογράμμισε η εκτελεστική πρόεδρος της μη κυβερνητικής οργάνωσης Cyprus Stop Trafficking (CST) Παρασκευή Τζέου.

Μιλώντας στο συνέδριο που η CST οργάνωσε την περασμένη Τετάρτη (14/10) στο Σπίτι της Συνεργασίας στη Λευκωσία με την ευκαιρία της σημερινής Πανευρωπαϊκής Ημέρας Κατά της Εμπορίας Ανθρώπων που είναι η 18η Οκτωβρίου κάθε έτους, η  Παρασκευή Τζέου τόνισε ότι «παρατηρούμε περιπτώσεις καταναγκαστικής εργασίας που εμφανίζονται ως νόμιμη απασχόληση, σύνθετες μορφές εξάρτησης λόγω χρέους που πλήττουν αιτούντες άσυλο και αλλοδαπούς φοιτητές, καθώς και ύπουλες μορφές ψυχολογικού εξαναγκασμού που αντικαθιστούν τον σωματικό περιορισμό». Ιδιαίτερη αναφορά έκανε  στην ετήσια Έκθεση 2026 του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ για την εμπορία προσώπων στον κόσμο, που δημοσιεύτηκε πριν λίγες μέρες και που για άλλη μια χρονιά κατέταξε την Κυπριακή Δημοκρατία στην τιμητική κατηγορία 1 (tier 1). Υπογράμμισε ότι «η αναγνώριση επιβραβεύει τις ουσιαστικές προσπάθειες, τα νομοθετικά πλαίσια και το έργο που έχουν επιτελέσει οι κρατικές Αρχές και η κοινωνία των πολιτών όλα αυτά τα χρόνια, ωστόσο δεν αποτελεί τερματισμό της προσπάθειας, είναι ένα επίπεδο που απαιτεί ακόμη μεγαλύτερη εγρήγορση». Η κυρία Τζέου μετέφερε ακόμα στους παρευρισκόμενους, μήνυμα της ιδρύτριας και επίτιμης προέδρου της CST Ανδρούλας Χριστοφίδου-Henriques.

Η Παρασκευή Τζέου απευθύνεται στους παρευρισκόμενους

Ομιλήτρια στην εκδήλωση ήταν επίσης η Deniz Altıok συντονίστρια προγραμμάτων στην τουρκοκυπριακή «μη κυβερνητική» οργάνωση Human Rights Platform  που αναγνωρίζει θύματα trafficking στα κατεχόμενα, διεξάγοντας ad hoc ελέγχους, βάσει διεθνών πρωτοκόλλων. Αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στα κενά που δημιουργεί η διχοτόμηση της Κύπρου, τα οποία εκμεταλλεύονται οι διακινητές ανθρώπων (traffickers) και σε μοτίβα στρατολόγησης θυμάτων όπως οι φοιτητικές βίζες και οι διαδικτυακές προσφορές εργασίας στην  κατεχόμενη Κύπρο. Είπε χαρακτηριστικά ότι η εμπορία προσώπων στα κατεχόμενα «είναι ένα έγκλημα μόνο στα χαρτιά, αφού δεν παρέχεται προστασία για τα θύματα και ενδεικτικό αυτού είναι ότι τον προηγούμενο χρόνο δεν έγινε καμία έρευνα, καμία δίωξη, καμία καταδίκη διακινητή και κανένα θύμα δεν εντοπίστηκε». Σημειώνουμε ότι το μεταναστευτικό μοντέλο του κατοχικού καθεστώτος, είναι ουσιαστικά «σύμμαχος» των σωματεμπόρων στα κατεχόμενα, γιατί απαγορεύει στις γυναίκες θύματα να εγκαταλείπουν την εργασία τους και τον εργοδότη τους στο νυχτερινό κλαμπ στο οποίο προσλήφθηκαν αρχικά με βάση την άδεια εισόδου (visa) τους. Σε αντίθετη περίπτωση, θα απελαθούν – και έτσι καθίστανται περισσότερο ευάλωτες στην εκμετάλλευση.

Στη διάρκεια του συνεδρίου, που διεξήχθη στην αγγλική γλώσσα, έγινε αναφορά και στην «ιστορία ενός θύματος», από την επιζήσασα και ακτιβίστρια κατά της εμπορίας ανθρώπων Irene Che επικεφαλής του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Επιζώντων του μη κυβερνητικού οργανισμού Step Up Stop Slavery που υπογράμμισε ότι «η διάσωση και η επίσημη αναγνώριση ενός θύματος από το κράτος, δεν είναι το αίσιο τέλος της ιστορίας, αλλά η αρχή μιας μακράς και επίπονης διαδρομής». Σημειώνουμε ότι παρέμβαση στην εκδήλωση έκανε και η γραμματέας της Cyprus Stop Trafficking  Έφη Ξάνθου που αναφέρθηκε στην παρένθετη εγκυμοσύνη ως μια νέα μορφή  εμπορίας προσώπων. «Ήδη – είπε – τα κράτη βρίσκονται ενώπιον διλημμάτων για τη διαχείριση διασυνοριακών γεννήσεων και βρεφών που χρειάζονται επειγόντως ταξιδιωτικά έγγραφα για να επιστρέψουν στην χώρα διαμονής των γονιών τους. Το εφιαλτικό σενάριο αφορά την πληρωμένη παραγωγή ανθρώπων για εκμετάλλευση από δίκτυα εμπορίας προσώπων από τη μέρα της γέννησης τους». Συνοπτική αποτίμηση των εργασιών του συνεδρίου, έγινε από τον Νέλσωνα Νεοκλέους μέλος του διοικητικού συμβουλίου της CST. Οι φωτογραφίες της εκδήλωσης είναι του Γιώργου Χριστοφόρου.

Αριστερά η Deniz Altok και η Irene Che στο συνέδριο

Το χάσμα μεταξύ πολιτικής και έμπρακτης προστασίας

Σχολιάζοντας τη θετική αξιολόγηση της Κυπριακής Δημοκρατίας για την καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων στη φετινή Έκθεση του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, η Παρασκευή Τζέου παρατήρησε ότι αν και η κατάταξη αντικατοπτρίζει με θετικό τρόπο το θεσμικό μας πλαίσιο, η πραγματικότητα στο πεδίο μάς υπενθυμίζει ότι υπάρχουν ακόμη κρίσιμα ζητήματα που χρήζουν διόρθωσης.

Η κατάταξη στην κατηγορία 1 δεν σημαίνει ότι μια χώρα είναι απαλλαγμένη από το φαινόμενο της εμπορίας ανθρώπων, σημαίνει απλώς ότι πληρούμε τα ελάχιστα απαιτούμενα πρότυπα. Όσο έστω και ένα άτομο εξακολουθεί να τελεί υπό καθεστώς δουλείας, να εξαναγκάζεται σε σεξουαλική εκμετάλλευση ή να υφίσταται εκμετάλλευση σε αγρούς, κουζίνες ή ιδιωτικές κατοικίες εντός των συνόρων μας, το έργο μας παραμένει ημιτελές. Οφείλουμε να γεφυρώσουμε το χάσμα μεταξύ της πολιτικής στα χαρτιά και της προστασίας στην πράξη, διασφαλίζοντας ταχύτερες διοικητικές διαδικασίες, πιο αποτελεσματικά συστήματα υποστήριξης και αμείλικτη απόδοση δικαιοσύνης απέναντι στους θύτες. Η παραμονή μας στην κατηγορία 1 της αμερικανικής Έκθεσης, δεν αποτελεί μικρό επίτευγμα. Σημαίνει ότι οι κρατικοί μας μηχανισμοί πληρούν τα ελάχιστα διεθνή πρότυπα για την καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων. Αντικατοπτρίζει ουσιαστικές κρατικές επενδύσεις – από τους ειδικά διαμορφωμένους χώρους συνέντευξης θυμάτων, που προστατεύουν τα άτομα από την επανατραυματισμό, έως τη λειτουργία της εθνικής γραμμής βοήθειας 1497 για την καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων και τη στενή συνεργασία με ευρωπαίους εταίρους, όπως η Europol και η Interpol. Ωστόσο ως υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, νομικοί και υποστηρικτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, γνωρίζουμε μια κρίσιμη αλήθεια: Η κατηγορία 1 δεν αποτελεί πιστοποιητικό τελειότητας, είναι ένα σημείο αναφοράς για την εκπλήρωση των βασικών υποχρεώσεων ευθύνης. Αν κοιτάξουμε πέρα από την επιφάνεια των επιτευγμάτων μας, τα δεδομένα αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα που μας προβληματίζει και απαιτεί την άμεση συλλογική μας προσοχή. Κατά την περίοδο αναφοράς, η Κύπρος αναγνώρισε επίσημα 30 θύματα εμπορίας προσώπων, άσκησε 16 ποινικές διώξεις και διατήρησε 7 ενεργές αστυνομικές έρευνες υψηλής προτεραιότητας. Παρ’ όλα αυτά, το δικαστικό μας σύστημα εξακολουθεί να καταγράφει κατά μέσο όρο μόλις 4 έως 7 τελεσίδικες καταδίκες ετησίως. Σε αυτό ακριβώς το χάσμα μεταξύ της προληπτικής αστυνομικής δράσης και της τελικής δικαστικής απόδοσης ευθυνών, εντοπίζεται η μεγαλύτερη πρόκλησή μας. Όταν οι ποινικές διώξεις παρατείνονται λόγω χρονοβόρων διαδικαστικών καθυστερήσεων ή όταν οι καταδικασθέντες διακινητές λαμβάνουν ποινές με αναστολή, χωρίς τη δήμευση των περιουσιακών τους στοιχείων, η αποτρεπτική ισχύς της νομοθεσίας μας υπονομεύεται σοβαρά. Επιπλέον, αν και η νομοθεσία μας επιτρέπει τη δικαστική επιδίκαση οικονομικής αποζημίωσης για τα θύματα, τέτοιες αποφάσεις παραμένουν σπάνιες στην πράξη. Η πραγματική δικαιοσύνη δεν ολοκληρώνεται τη στιγμή που το θύμα απομακρύνεται από τον κίνδυνο, αλλά απαιτεί τη δήμευση των οικονομικών πόρων του δράστη, ώστε να χρηματοδοτηθεί η αποκατάσταση και η μακροπρόθεσμη ανεξαρτησία του θύματος».

Η νομική «μαύρη τρύπα», η διαίρεση και η κατοχή

Η εκτελεστική πρόεδρος της CST αναφέρθηκε και στην κατάσταση που διαμορφώνεται σε ό,τι αφορά την εμπορία ανθρώπων στην Κύπρο, λόγω της  γεωγραφικής και πολιτικής μας πραγματικότητας. «Η διαίρεση του νησιού μας – είπε – δημιουργεί μια «γκρίζα ζώνη», μια νομική «μαύρη τρύπα» την οποία εκμεταλλεύονται συστηματικά οι διακινητές. Ευάλωτα άτομα, παρασυρμένα με ψευδείς υποσχέσεις, μεταφέρονται πέρα από τη νεκρή ζώνη ή εγκλωβίζονται σε περιοχές που βρίσκονται εκτός του αποτελεσματικού ελέγχου της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπου οι μηχανισμοί προστασίας είναι ουσιαστικά ανύπαρκτοι.

Η αντιμετώπιση της εμπορίας ανθρώπων στις κατεχόμενες περιοχές απαιτεί στρατηγικές που λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες της κατάστασης, διεθνή συνεργασία και αταλάντευτη προσήλωση στα ανθρώπινα δικαιώματα, η οποία υπερβαίνει τα γεωπολιτικά εμπόδια. Τα θύματα δεν χάνουν τα ανθρώπινα δικαιώματά τους στα σύνορα ή στη διαχωριστική γραμμή και ούτε θα πρέπει να κάμπτεται η αποφασιστικότητά μας να τα προστατεύσουμε». Για το θέμα μίλησε εκτενώς η Deniz Altıok της τουρκοκυπριακής οργάνωσης Human Rights Platform που όπως είπε «είναι ο μοναδικός οργανισμός στο βόρειο τμήμα της Κύπρου που λειτουργεί γραμμή άμεσης βοήθειας για την εμπορία ανθρώπων και παρέχει δωρεάν νομική υποστήριξη στα θύματα». Η Τουρκοκύπρια ακτιβίστρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναφέρθηκε στη σεξουαλική και την εργασιακή εκμετάλλευση αλλοδαπών γυναικών στα κατεχόμενα που φθάνουν εκεί με φοιτητικές βίζες και κρατούνται από σωματέμπορους σε νυχτερινά κέντρα και ιδιωτικά διαμερίσματα όπου εκπορνεύονται δια της βίας. Είπε ότι το 2025 εκδόθηκαν 1.150 εξάμηνες άδειες για γυναίκες «συνοδούς», αριθμός αυξημένος σε σχέση με τις 966 του προηγούμενου έτους και ότι το 2026 λειτουργούν 27 νυχτερινά κέντρα στα κατεχόμενα. Πρόσθεσε ότι επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι η κατάσχεση των διαβατηρίων των αλλοδαπών γυναικών κατά την άφιξη τους στα κατεχόμενα, η απαγόρευση αλλαγής εργοδότη, η απέλαση σε περίπτωση καταγγελίας και η παρουσία σωματοφυλάκων ακόμα και κατά τους ιατρικούς ελέγχους που υφίστανται.  Αναφέρθηκε επίσης  στην «υπόθεση Cypfruvex» που αποκάλυψε τον Αύγουστο 2024, η Human Rights Platform και αφορά την απάνθρωπη εκμετάλλευση εκατοντάδων μεταναστών από το Μπαγκλαντές, θυμάτων εργασιακού trafficking στην κατεχόμενη Μόρφου, από την «ημικρατική» εταιρία εξαγωγών εσπεριδοειδών Cypfruvex,  υπάλληλοι της οποίας, τους πήραν τα διαβατήρια, τους τοποθέτησαν σε στρατόπεδα εργασίας και τους ανάγκασαν να εργάζονται επτά ημέρες την εβδομάδα και 12-13 ώρες την ημέρα, συχνά χωρίς αμοιβή και υπό άθλιες συνθήκες. 

Είπε ότι νέα μορφή εμπορίας, είναι η παρένθετη μητρότητα και ότι εξωθούνται σε αυτήν μετανάστριες και ξένες φοιτήτριες που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες. Πρόσθεσε ότι «περιστατικά που έχουν αναδειχθεί στα ΜΜΕ υποδεικνύουν μια αλυσίδα δράσης που περιλαμβάνει τη Γεωργία και την Τουρκία, ενώ παιδιά διατρέχουν κίνδυνο παράνομης μεταφοράς σε τρίτα πρόσωπα». Τόνισε ότι «λόγω της συνεχιζόμενης διαίρεσης, απουσιάζει η συνεργασία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του βόρειου (κατεχόμενου) τμήματος της Κύπρου και είναι δυσκολότερη η αντιμετώπιση δικτύων που δραστηριοποιούνται σε ολόκληρο το νησί. Η ίδια η διαίρεση μετατρέπεται σε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Οι διακινητές χρεώνουν περισσότερα χρήματα, επειδή το νησί είναι διαιρεμένο. Το βόρειο (κατεχόμενο) τμήμα της Κύπρου βρίσκεται εκτός των μηχανισμών διεθνούς παρακολούθησης για την εμπορία προσώπων. Αυτό το κενό αποτελεί έναν από τους παράγοντες που προσελκύουν τα εν λόγω δίκτυα. Εργαζόμενοι των οποίων οι άδειες λήγουν στην Κυπριακή Δημοκρατία και οι οποίοι μεταβαίνουν στο βόρειο (κατεχόμενο) τμήμα, μένουν εκτεθειμένοι στον κίνδυνο εμπορίας ανθρώπων με σκοπό την εργασιακή εκμετάλλευση». Η Deniz Altıok κατέληξε λέγοντας ότι «οι υποθέσεις που φτάνουν σε εμάς φέτος, ακολουθούν τις ίδιες τάσεις που περιγράψαμε το 2025. Η εργασιακή εκμετάλλευση συνεχίζεται, ιδιαίτερα στους τομείς των κατασκευών και των υπηρεσιών. Γυναίκες εξακολουθούν να μεταφέρονται στο νησί για εργασία στους κλάδους της ψυχαγωγίας και της ευεξίας, για να βρεθούν στη συνέχεια χωρίς εργασία ή στέγη. Ελλείψει επίσημου μηχανισμού, οι υποθέσεις καταλήγουν σε δικηγόρους, πρεσβείες και συνεργαζόμενες οργανώσεις, ενώ ορισμένα άτομα παύουν να ανταποκρίνονται προτού προλάβουν να λάβουν βοήθεια. Η εμπορία ανθρώπων στο βόρειο (κατεχόμενο) τμήμα της Κύπρου, δεν έχει εξαλειφθεί. Έχει καταστεί λιγότερο ορατή, αλλά πιο διάσπαρτη και πιο διαδεδομένη».

Η πορεία προς την αποκατάσταση του θύματος

«Σήμερα βρίσκομαι εδώ, όχι μόνο ως άτομο που έχω βιώσει την εμπορία ανθρώπων, αλλά και ως επιζήσασα, ηγέτιδα και υπέρμαχος των δικαιωμάτων των θυμάτων εμπορίας» είπε η Irene Che πρόεδρος του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Επιζώντων της οργάνωσης Step Up Stop Slavery.

Πρόσθεσε τα εξής: «Όταν συζητάμε για την εμπορία ανθρώπων, εστιάζουμε σε μεγάλο βαθμό στον εντοπισμό των θυμάτων, στην παροχή προστασίας και στην απόδοση δικαιοσύνης για τους θύτες. Ωστόσο σήμερα θέλω να σκεφτούμε τι συμβαίνει στη συνέχεια, όταν ένα άτομο που επέζησε, εγκαταλείπει τον ασφαλή ξενώνα; Τι συμβαίνει όταν λήγει η άμεση προστασία, αλλά η πορεία προς την αποκατάσταση μόλις έχει ξεκινήσει; Θα μοιραστώ μαζί σας ορισμένες από τις προκλήσεις που αντιμετώπισα προσωπικά στην Κύπρο, όσα έμαθα στηρίζοντας άλλες επιζήσασες και επιζώντες, καθώς και τις αλλαγές που θεωρώ απαραίτητες για να βοηθηθούν τα άτομα αυτά να προχωρήσουν πέρα από το απλό στάδιο της επιβίωσης, προς την ανεξαρτησία και την ανάληψη ηγετικού ρόλου. Δεν μοιράζομαι αυτές τις εμπειρίες για να ζητήσω οίκτο. Τις μοιράζομαι επειδή, μέσα από τη δουλειά μου με άλλα άτομα που έχουν επιβιώσει, εξακολουθώ να διαπιστώνω τα ίδια εμπόδια.

Η εμπειρία μου είναι προσωπική, αλλά η ανάγκη για αλλαγή είναι συλλογική. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε το τι θα συμβεί στο επόμενο άτομο που θα επιβιώσει από αυτή την κατάσταση. Η επιτυχία για έναν επιζώντα εμπορίας ανθρώπων, είναι άραγε απλώς ο εντοπισμός ενός θύματος, η απομάκρυνσή του από μια κατάσταση εκμετάλλευσης ή η εξασφάλιση μιας καταδικαστικής απόφασης; Αυτά τα βήματα έχουν σημασία, αλλά η ευθύνη μας δεν πρέπει να σταματά εκεί. Η επιτυχία πρέπει επίσης να σημαίνει ότι ο επιζών μπορεί να ζει με ασφάλεια, να ασκεί τα δικαιώματά του, να ανακτά την αυτοπεποίθησή του, να αξιοποιεί ευκαιρίες και να λαμβάνει αποφάσεις για το μέλλον του. Και η επιτυχία πρέπει να σημαίνει ότι οι επιζώντες δεν καλούνται πλέον στον χώρο λήψης αποφάσεων μόνο για να εξηγήσουν τι τους συνέβη, αλλά γίνονται δεκτοί για να συμβάλουν στον καθορισμό των επόμενων βημάτων.

Δεν βρίσκομαι εδώ για να υποστηρίξω ότι ένα άτομο ή ένας οργανισμός μπορεί να επιλύσει μόνος του το ζήτημα της εμπορίας ανθρώπων. Είμαι εδώ για να μας υπενθυμίσω ότι η ουσιαστική αλλαγή, απαιτεί συλλογική ευθύνη, λογοδοσία και το θάρρος να ακούσουμε εκείνους που κατανοούν από πρώτο χέρι τις συνέπειες της εκμετάλλευσης. Οι επιζώντες δεν είναι απλώς άτομα που χρήζουν προστασίας. Είναι άνθρωποι με γνώσεις, ικανότητες, ιδέες και ηγετικές δυνατότητες που μπορούν να προσφέρουν. Το «Τίποτα για εμάς χωρίς εμάς», πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από ένα σύνθημα. Πρέπει να διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε τις πολιτικές μας, παρέχουμε τις υπηρεσίες μας και λαμβάνουμε αποφάσεις. Ας προχωρήσουμε πέρα από την απλή ακρόαση των επιζώντων και ας αρχίσουμε να διαμορφώνουμε λύσεις μαζί τους».