Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΥπάρχουν φωνές που συνδέονται με την ιστορία ενός τόπου όχι γιατί μετέδωσαν μεγάλα πολιτικά γεγονότα, αλλά γιατί κατάφεραν να γίνουν η καθημερινή συντροφιά των ανθρώπων του. Για την Κύπρο, η φωνή αυτή ανήκει αναμφίβολα στον John Vickers. Ραδιοφωνικός παραγωγός, μουσικός, ηθοποιός, δημοσιογράφος, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων, ο Vickers αποτελεί ένα πολυσχιδές κεφάλαιο του κυπριακού πολιτισμού.
Η πρόσφατη βράβευσή του, μαζί με την επί χρόνια συνεργάτιδά του Vicky Bishara, στα 5α βραβεία «Τιμής Ένεκεν» του ΡΙΚ για την θρυλική εκπομπή «Request Time», στάθηκε η αφορμή για μια αναδρομή στο παρελθόν. Τότε που το ραδιόφωνο δεν ήταν απλώς ένα μέσο ενημέρωσης, αλλά ίσως ο μοναδικός δίαυλος επικοινωνίας και έκφρασης των νέων. Κι αυτό γινόταν εφικτό μέσω των χιλιάδων αφιερώσεων που έφταναν στο ραδιόφωνο με γράμματα και επιστολές. Άλλοι ερωτεύτηκαν, άλλοι χώρισαν. Όλοι όμως διασκέδασαν με την ξένη μουσική που έπαιζαν πρώτοι στην χώρα μας ο John και η Vicky. Όταν άνοιγαν τα μικρόφωνα της εκπομπής, όλη η Κύπρος άκουγε.

Πώς μια τυχαία ποπ συναυλία στη Λύση το 1972 τον οδήγησε στο μικρόφωνο του ΡΙΚ, η 17ετής πορεία του «Request Time» με τη Vicky Bishara και οι άγνωστες ιστορίες πίσω από τα χιλιάδες γράμματα
Η άφιξη στο νησί από έρωτα και η μοιραία αγγελία
Η σχέση του John Vickers με το ραδιόφωνο και την Κύπρο δεν ήταν αποτέλεσμα ενός προδιαγεγραμμένου σχεδίου. «Πολλά πράγματα στη ζωή συμβαίνουν εντελώς τυχαία. Ό,τι και να θέλουμε να κάνουμε, ό,τι και να νομίζουμε ότι κάνουμε», εξομολογείται ο ίδιος, μιλώντας στον «Φ» μετά και την πρόσφατη τιμητική διάκριση.
Γεννημένος στην Αγγλία το 1949, ανακάλυψε στα 13 του την ποπ μουσική και το φαινόμενο των Beatles. Στα 16 του έμαθε κιθάρα και άρχισε να γράφει τα δικά του τραγούδια. Σπούδασε γαλλική και ιταλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Leicester, όπου γνώρισε και την πρώτη του σύζυγο, την Ελληνοκύπρια Λία. «Τότε είχαμε την πολυτέλεια να σπουδάζουμε αυτό που μας ενδιέφερε, χωρίς το άγχος της επαγγελματικής αποκατάστασης. Σπούδασα γλώσσες γιατί μου άρεσαν. Δεν ήξερα τι θα κάνω μετά», λέει ο ίδιος.
Τον Ιούλιο του 1972 έφτασε στην Κύπρο από έρωτα και χωρίς ακόμη να έχει συγκεκριμένα πλάνα. Το μόνο που γνώριζε ήταν πως δεν ήθελε να γίνει καθηγητής —αν και οι γείτονές του στη Λεμεσό, μόλις έμαθαν ότι ένας νεαρός Άγγλος μετακόμισε στη γειτονιά, έσπευσαν να του στείλουν τα παιδιά τους για μαθήματα αγγλικών.
Η είσοδος στο ΡΙΚ έγινε με τρόπο σχεδόν κινηματογραφικό. Τον Σεπτέμβριο του 1972, ο Vickers είδε μια αγγελία στην εφημερίδα για ένα φεστιβάλ ποπ μουσικής στην κατεχόμενη σήμερα Λύση. Πήγε με την κιθάρα του και τραγούδησε. Ο διοργανωτής, εντυπωσιασμένος, τον σύστησε στον Άγγλο παρουσιαστή της συναυλίας, ο οποίος εργαζόταν στο ΡΙΚ. Εκείνος ετοιμαζόταν να αποχωρήσει από τον σταθμό και όπως του είπαν αναζητούσαν έναν Άγγλο με βαθιά γνώση της μουσικής. Του πρότειναν να περάσει από δοκιμαστικό. Έκανε το λεγόμενο voice test, πήρε τη θέση, και την 1η Οκτωβρίου 1972 πραγματοποίησε την πρώτη του σόλο εκπομπή. «Ήμουν φοβισμένος. Δεν ήταν το όνειρό μου να κάνω ραδιόφωνο, απλώς έτυχε», δηλώνει αναπολώντας εκείνη την εποχή.
Με αφορμή τη βράβευσή του από το ΡΙΚ για το θρυλικό «Request Time», ο άνθρωπος που σφράγισε τις νύχτες μιας ολόκληρης γενιάς ξετυλίγει στον «Φ» το κουβάρι των αναμνήσεων μιας ζωής βγαλμένης από μυθιστόρημα
Η χρυσή εποχή του «Request Time»
Λίγους μήνες μετά, στο στούντιο μπήκε και η Λιβανέζα δημοσιογράφος Vicky Bishara. Έτσι γεννήθηκε ένα από τα πιο διάσημα δίδυμα των κυπριακών ερτζιανών και η θρυλική εκπομπή «Request Time». Σε μια εποχή που το ΡΙΚ διέθετε μόνο δύο κανάλια και η ελεύθερη ραδιοφωνία ήταν ανύπαρκτη, μια εκπομπή που μιλούσε αγγλικά και αραβικά κατάφερε να γίνει το νούμερο ένα.
Αρχικά, το πρόγραμμα απευθυνόταν στις γύρω χώρες της περιοχής όπως ο Λίβανος, η Αίγυπτος, το Ισραήλ, η Συρία και η Τουρκία. Όταν όμως ξέσπασε ο πόλεμος στον Λίβανο, η αλληλογραφία από το εξωτερικό διακόπηκε απότομα. «Γνώριζα ότι πολλοί Κύπριοι μας άκουγαν και μας έστελναν γράμματα, αλλά δεν επιτρεπόταν να τα μεταδώσουμε, καθώς υπήρχε άλλο πρόγραμμα για τους εγχώριους ακροατές», θυμάται ο Vickers. «Εισηγήθηκα τότε να ανοίξουμε την εκπομπή για τους Κύπριους. Έτσι, μέσα σε λίγους μήνες, το “Request Time” έγινε η εκπομπή που άκουγαν όλοι οι μαθητές, οι στρατιώτες και η νεολαία του νησιού».
Η επιτυχία -σύμφωνα με τον ίδιο- βασίστηκε στην αυθεντικότητα και τον αυθορμητισμό. Ο Vickers αρνιόταν πεισματικά να διαβάζει έτοιμα κείμενα, όπως έκαναν συνάδελφοί του στις ελληνόφωνες εκπομπές. Προτιμούσε να διαβάζει ζωντανά τις επιστολές με τις αφιερώσεις των ακροατών.
Η ουσία όμως του προγράμματος, ήταν η μουσική. Ξένη μουσική. Κυρίως αγγλική και αμερικάνικη. Σε μία εποχή που δεν υπήρχε διαδίκτυο, πλήρωνε με δικά του χρήματα φίλους που εργάζονταν στην Cyprus Airways για να του φέρνουν από το Λονδίνο τους πιο πρόσφατους δίσκους και να παίζει πρώτος τα τραγούδια. Άλλωστε, όπως λέει ο ίδιος, πολύς κόσμος του λέει ακόμα και σήμερα ότι από εκείνη την εκπομπή έμαθαν την ξένη μουσική.
Έτσι, λοιπόν, για 17 ολόκληρα χρόνια (1972-1989), η εκπομπή κάθε βράδυ έκανε παρέα στους νέους της Κύπρου αλλά και της γύρω περιοχής, ενώ λάμβανε εκατοντάδες γράμματα την ημέρα.

Ιστορίες πίσω από τις αφιερώσεις: Από τη «Δώρα» στον Billy από το «Midnight Express»
Πίσω από κάθε αφιέρωση κρυβόταν μια ανθρώπινη ιστορία. Ανάμεσα στις χιλιάδες επιστολές, ο Vickers θυμάται μια φανατική ακροάτρια, ας την ονομάσουμε «Δώρα», η οποία έστελνε κάθε εβδομάδα γράμματα με αφιερώσεις στον Γιάννη με πολλή αγάπη. Μια μέρα, λοιπόν έφτασε ένα γράμμα με την ένδειξη «ΕΠΕΙΓΟΝ». Ήταν από τη Δώρα και έγραφε πανικόβλητη: «Σας παρακαλώ μην παίξετε το γράμμα που σας έστειλα για τον Γιάννη, γιατί χωρίσαμε και τώρα είμαι με τον Γιώργο!».
Η πιο συγκλονιστική ιστορία, ωστόσο, ήρθε μετά το 1974. Ανάμεσα στα γράμματα, έφτασε μια επιστολή από έναν Αμερικανό ονόματι Billy, ο οποίος τους είπε ότι είναι κρατούμενος σε τουρκική φυλακή και γράφοντας χαρακτηριστικά πως «αν έχεις λίγα λεφτά, όλα γίνονται εδώ μέσα», ζητώντας ένα τραγούδι. Η εκπομπή έπαιξε το κομμάτι και η ιστορία ξεχάστηκε.
Χρόνια αργότερα, το 1977, ο Vickers βρέθηκε σε ένα σινεμά στην Αθήνα για να παρακολουθήσει την ταινία «Midnight Express», η οποία ήταν απαγορευμένη στην Κύπρο. «Βλέποντας την ταινία, συνειδητοποίησα ότι ο πρωταγωνιστής, ο Billy Hayes, ο άνθρωπος που απέδρασε από τις τουρκικές φυλακές και έγραψε το ομώνυμο βιβλίο, ήταν ο ίδιος Billy που μας είχε στείλει το γράμμα στο ΡΙΚ. Δυστυχώς, αυτή η επιστολή έχει χαθεί», λέει ο John.

Το μαύρο καλοκαίρι του 1974
Οι μνήμες του John Vickers από το πραξικόπημα και την εισβολή παραμένουν νωπές. Την 15η Ιουλίου, ο πεθερός του τον ξύπνησε με τα νέα ότι ο Μακάριος ήταν νεκρός. Λίγες μέρες μετά, το βράδυ της 19ης Ιουλίου, η διευθύντριά του, Lana der Parthogh, του ζήτησε να πάει στο ΡΙΚ για να εκφωνήσει το αγγλόφωνο δελτίο ειδήσεων και να παίξει κλασική μουσική.
«Το έκανα έχοντας έναν στρατιώτη με όπλο μέσα στο στούντιο», περιγράφει. «Λόγω της απαγόρευσης κυκλοφορίας, αναγκάστηκα να κοιμηθώ στο πάτωμα του στούντιο. Έφυγα το επόμενο πρωί, 20 Ιουλίου, στις 6 παρά. Όλα ήταν ήσυχα. Στο αυτοκίνητο έβαλα το BBC και ξαφνικά άκουσα ότι οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Κύπρο. Μόλις είχα φύγει από τον μοναδικό ραδιοσταθμό της χώρας, όπου κανείς δεν γνώριζε τίποτα. Και αμέσως μετά, άρχισαν οι ριπές», εξιστορεί.
Αν και ήταν μόλις 24 ετών και κάτοχος βρετανικού διαβατηρίου, δεν σκέφτηκε ποτέ να εγκαταλείψει το νησί. «Ίσως δεν είχα συνειδητοποιήσει πλήρως τον κίνδυνο επειδή ήμασταν στη Λεμεσό, αλλά το κυριότερο ήταν ότι δεν μπορούσα να αφήσω την οικογένειά μου. Έτσι, έμεινα και 54 χρόνια μετά είμαι ακόμα εδώ».
Ο John Vickers έκλεισε τον κύκλο του στο ραδιόφωνο το 1989, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια πολιτισμική κληρονομιά. «Το ΡΙΚ μου έδωσε το πρώτο βήμα στο ραδιόφωνο, αργότερα στο θέατρο και την τηλεόραση, ενώ όλα αυτά με οδήγησαν στην δημοσιογραφία. Είμαι ευγνώμων για όλα», λέει ο ίδιος.
Η συνέντευξη με τον Γιώργο Κυριάκου Παναγιώτου
Η δημοσιογραφική διαδρομή του John Vickers ξεκίνησε το 1973 με τη μουσική του στήλη στην εφημερίδα Cyprus Mail. Το 1979 μεταπήδησε στη Cyprus Weekly, όπου η στήλη του έγινε ολόκληρη σελίδα, ενώ μετέπειτα εργάστηκε ως ανταποκριτής της εφημερίδας στη Λεμεσό. Διετέλεσε αρχισυντάκτης σε έντυπα όπως το Hermes International, το Cyprus Review, το περιοδικό Time Out, καθώς και στο διεθνές περιοδικό Odyssey. Παράλληλα, διηύθυνε το EuroMed Info Centre στις Βρυξέλλες όπου έζησε για τέσσερα χρόνια, ενώ από το 2011 μέχρι και σήμερα συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως αρχισυντάκτης του οικονομικού και εμπορικού περιοδικού GOLD.
Στο πλούσιο δημοσιογραφικό του αρχείο ξεχωρίζει η συνέντευξη που εξασφάλισε τον Ιούνιο του 1984 από τον George Michael.
Ο Vickers εντόπισε τον παγκοσμίου φήμης καλλιτέχνη σε ξενοδοχείο της Λεμεσού όταν έκανε τις πρώτες του επιτυχίες με το συγκρότημα Wham.

Θυμάται πως πήγε στο ξενοδοχείο και ρώτησε την κοπέλα στην υποδοχή εάν μένει εκεί κάποιος George Michael. «Με κοίταξε και μου λέει όχι, δεν έχουμε. Λέω, μήπως κάποιον Γιώργο Μιχαηλίδη; Πάλι, όχι. Μαζί μου είχα μία αγγλική μουσική εφημερίδα με τους Wham στο εξώφυλλο. Της το έδειξα και τότε μου είπε “αν εννοείς τον κύριο Γιώργο Κυριάκου Παναγιώτου, είναι στην πισίνα”».
Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους, ο George Michael εξέπληξε τον Vickers με τον τρόπο που μιλούσε για τη μουσική, αποκαλύπτοντάς του μάλιστα την ύπαρξη μιας ακυκλοφόρητης τότε μπαλάντας που έμελλε να γράψει ιστορία, του θρυλικού «Careless Whisper».
Ανάλογη εντύπωση του έκανε ο Cat Stevens (Yusuf), τον οποίο συνάντησε δύο φορές στην πορεία του, αρχικά το 1976 και αργότερα στο διαμέρισμά του στη Λεμεσό, αφότου ο σταρ είχε ασπαστεί το Ισλάμ και είχε εγκαταλείψει τα μουσικά δρώμενα.
Οι δίσκοι και το κεφάλαιο Eurovision
Η σχέση του John Vickers με τον θεσμό της Eurovision μετρά συνολικά 10 συμμετοχές από διάφορα πόστα, όπως στα φωνητικά, στο τηλεοπτικό σχόλιο, ως δημοσιογράφος αλλά και ως δημιουργός. Μάλιστα, το όνομά του συνδέεται με την μοναδική φορά που η Κύπρος δεν έστειλε τραγούδι στον διαγωνισμό.
Το άγνωστο για πολλούς παρασκήνιο εκτυλίχθηκε το 1988, όταν το ΡΙΚ επέλεξε δικό του τραγούδι, όμως μια ένσταση που κατέθεσε ο δημιουργός άλλου τραγουδιού, για το γεγονός ότι ο Vickers δεν είχε ακόμη την κυπριακή υπηκοότητα, οδήγησε στην ακύρωση της συμμετοχής της Κύπρου εκείνη τη χρονιά.
Η δικαίωση για τον ίδιο ως δημιουργό, ήρθε το 1990 στο Ζάγκρεμπ, όπου έχοντας πλέον αποκτήσει την υπηκοότητα, συμμετείχε με το τραγούδι «Μιλάς πολύ» σε ερμηνεία του Χάρη Αναστασίου, καταλαμβάνοντας τη 14η θέση.
Μία άγνωστη αλλά εμφανής ταυτόχρονα λεπτομέρεια, ήταν ότι πίσω από την μελωδία του ρεφρέν του τραγουδιού κρύβεται το χαρακτηριστικό μουσικό jingle του ΡΙΚ.
Παράλληλα με τα ερτζιανά και τα έντυπα, ο Vickers ανέπτυξε προσωπική δισκογραφία. Η αρχή έγινε το 1975 με το 9λεπτο τραγούδι «It was an Island» για την τραγωδία της Κύπρου, το οποίο έντυσε το ομώνυμο ντοκιμαντέρ του Ανδρέα Κωνσταντινίδη.

Ακολούθησε το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ με τίτλο «At Last» το 1979, ο δίσκος «Take Two» το 1985 σε συνεργασία με τη Λίντα Σαν Μαρτίνο, και το «Transition» το 1987. Μετά από μια κυκλοφορία με διασκευές άλλων καλλιτεχνών το 1998, ο Vickers επέστρεψε δισκογραφικά το 2024 με το άλμπουμ «Back to Yesterday», το οποίο περιλαμβάνει 20 ακυκλοφόρητα τραγούδια που είχε γράψει ως φοιτητής την περίοδο 1968-1972.

Ο John Vickers συμμετείχε στην ιδρυτική ομάδα του Ράδιο Πρώτο, του πρώτου ανεξάρτητου σταθμού στην Κύπρο, όπου οργάνωσε τη δισκοθήκη του, ενώ παρουσίαζε για 3 χρόνια τη δική του εκπομπή με παλιά τραγούδια. Αυτή μάλιστα έμελλε να είναι και η τελευταία του επαφή με το ραδιόφωνο.

Το 1998 μεταπήδησε στην τηλεόραση του Σίγμα, συμπαρουσιάζοντας με τη Βίβιαν Λαδόμματου τη ζωντανή, αγγλόφωνη ενημερωτική εκπομπή «Weekly Review» με καλεσμένους μεταξύ των οποίων και τον πρόεδρο Βασιλείου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρξε και ηθοποιός, καθώς το 1976 ο Εύης Γαβριηλίδης τον επέλεξε για τον ρόλο του νεαρού Άγγλου στρατιώτη στο έργο «Ένας Όμηρος» του Brendan Behan.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχει μεταφράσει πάνω από 30 ελληνικά βιβλία στα αγγλικά.
Σήμερα, στα 77 του χρόνια, ο John Vickers ζει στη Λάρνακα με τη δεύτερη και επί 32 χρόνια σύζυγό του Σούλα, έχει δύο κόρες και πέντε εγγόνια, ενώ συνεχίζει να δημιουργεί και να μεταφράζει βιβλία, παραμένοντας ένα ζωντανό και πολύτιμο κεφάλαιο του κυπριακού πολιτισμού.

Αυτό που θυμάται όμως ο κόσμος με πολλή αγάπη μετά από τόσα χρόνια είναι το πρόγραμμά του στο ραδιόφωνο. Σχεδόν 40 χρόνια μετά, το «Request Time» παραμένει ζωντανό στη μνήμη των Κυπρίων ως το soundtrack των πιο αγνών αλλά και συνάμα δύσκολων χρόνων της νιότης τους.
«Τότε, με τη Vicky κάναμε απλώς αυτό που λατρεύαμε. Ξέραμε ότι μας άκουγαν, αλλά δεν φανταζόμασταν ότι θα ρίζωνε μέσα τους με τόση αγάπη. Σήμερα, δύο γενιές ανθρώπων μας θυμούνται σαν να ήταν χθες και μας αναγνωρίζουν ακόμα από τη φωνή μου ή το γέλιο της Vicky. Δεν καταλάβαινα τότε ότι η δουλειά μας θα σήμαινε τόσα πολλά για τόσον κόσμο», λέει ο ίδιος.

Η βράβευσή του, λοιπόν, ήταν η ελάχιστη οφειλόμενη τιμή σε έναν ζωντανό θρύλο.