Ανταπόκριση από Βρυξέλλες – Ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ (Andy Burnham) έδειξε από τις πρώτες ημέρες της θητείας του ότι επιδιώκει μια πιο θερμή σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς όμως να ανοίγει ξανά τη συζήτηση για ανατροπή του Brexit.
Ο νέος ηγέτης των Εργατικών, ο έβδομος πρωθυπουργός της Βρετανίας από το 2016, ανέλαβε καθήκοντα στις 20 Ιουλίου, μετά την παραίτηση του Σερ Κιρ Στάρμερ (Keir Starmer). Μέσα στις πρώτες 48 ώρες, δήλωσε στους Ευρωπαίους ηγέτες ότι η ενίσχυση των δεσμών μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ θα ωφελούσε και τις δύο πλευρές, ενώ ζήτησε από τους αξιωματούχους να προετοιμάσουν σύνοδο κορυφής αργότερα μέσα στη χρονιά.
Η πρώτη ημέρα του Μπέρναμ στη Ντάουνινγκ Στριτ είχε τόσο τελετουργικό όσο και πολιτικό χαρακτήρα. Συναντήθηκε με τον βασιλιά Κάρολο Γ’ και ανέλαβε επισήμως την πρωθυπουργία, προτού αξιοποιήσει τις πρώτες δημόσιες δηλώσεις του για να υποσχεθεί συνέχιση ορισμένων πολιτικών, αλλά και σαφή διαφοροποίηση από την προσέγγιση του προκατόχου του.
Ο ίδιος έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι ελπίζει να δει το Ηνωμένο Βασίλειο να επιστρέφει κάποτε στην ΕΕ. Έχει, ωστόσο, ξεκαθαρίσει ότι δεν επιθυμεί να «ξαναζήσει» τη διαμάχη του Brexit και ότι δεν κάνει σήμερα εκστρατεία υπέρ της επιστροφής.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ο Μπέρναμ θα επιχειρήσει άμεση ανατροπή του Brexit, αλλά αν μπορεί να οδηγήσει τη σχέση ΕΕ–Ηνωμένου Βασιλείου σε μια επανεκκίνηση με πρακτικό περιεχόμενο.
Τα όρια της επανεκκίνησης
Ο Μπέρναμ ήταν μέχρι πρόσφατα σχετικά άγνωστος στις Βρυξέλλες. Ωστόσο, οι ηγέτες της ΕΕ έσπευσαν να συγχαρούν τον νέο πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν (Ursula von der Leyen), εξέφρασε τη δέσμευσή της για στενότερη συνεργασία με το Ηνωμένο Βασίλειο, υπογραμμίζοντας τη σημασία της για την ασφάλεια της ευρωπαϊκής ηπείρου και την ευημερία των πολιτών και στις δύο πλευρές της Μάγχης.
«Ανυπομονώ να συνεργαστώ μαζί σας για την ενίσχυση της εταιρικής σχέσης ΕΕ–Ηνωμένου Βασιλείου, προς όφελος της ασφάλειας της κοινής μας ηπείρου», ανέφερε σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X.
Σε πρώτη φάση, ο Μπέρναμ φαίνεται να επιδιώκει στενότερη συνεργασία με την ΕΕ στη μετανάστευση, την ασφάλεια και τις οικονομικές σχέσεις, διατηρώντας παράλληλα τις βασικές θέσεις των Εργατικών για την τελωνειακή ένωση, την ενιαία αγορά και την ελεύθερη κυκλοφορία.
Ο καθηγητής Τζέιμς Κερ-Λίντσεϊ (James Ker-Lindsay), μιλώντας στο en.philenews, δήλωσε ότι «ο Κιρ Στάρμερ έθεσε παράλογες κόκκινες γραμμές και απέτυχε επειδή ήταν κακός πολιτικός. Έκλεισε υπερβολικά πολλές πόρτες, ιδιαίτερα με την ΕΕ. Ο Μπέρναμ πρέπει να εγκαταλείψει αυτή την προσέγγιση».
Ο Κερ-Λίντσεϊ, ωστόσο, εμφανίζεται επιφυλακτικός ως προς το πόσο μακριά θα είναι διατεθειμένος να φτάσει ο νέος πρωθυπουργός. Όπως σημείωσε, ο Μπέρναμ είχε στηρίξει την εκστρατεία υπέρ της παραμονής στην ΕΕ το 2016, αλλά στη συνέχεια αποδέχθηκε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, αντί να συνεχίσει να επιχειρηματολογεί δημόσια υπέρ στενότερων δεσμών με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
«Ο Μπέρναμ επέλεξε να σεβαστεί τη βούληση του λαού, ο οποίος παραπλανήθηκε από πολιτικούς όπως ο Μπόρις Τζόνσον και ο Νάιτζελ Φάρατζ (Nigel Farage)», δήλωσε.
«Ήξερε ότι αυτό θα οδηγούσε σε καταστροφή, αλλά μόλις ολοκληρώθηκε η ψηφοφορία σώπασε. Αυτό με απογοήτευσε πολύ και αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους δεν είμαι αισιόδοξος για την προσέγγισή του απέναντι στην ΕΕ.»
Η οικονομία πιέζει για σύγκλιση
Η ανάγκη για στενότερες σχέσεις με την ΕΕ δεν είναι μόνο πολιτική. Είναι και οικονομική. Σύμφωνα με ειδικούς, η βρετανική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της μετά-Brexit εποχής. Η οικονομία είναι μικρότερη απ’ ό,τι θα ήταν διαφορετικά, το εμπόριο έχει πληγεί, οι επιχειρηματικές επενδύσεις και η παραγωγικότητα έχουν επιβραδυνθεί, ενώ τα νοικοκυριά χάνουν κατά μέσο όρο περίπου χίλιες λίρες ετησίως.
Από το τέλος της μεταβατικής περιόδου, στις 31 Δεκεμβρίου 2020, η αύξηση των βρετανικών εξαγωγών αγαθών έχει επιβραδυνθεί σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της G7. Αντίθετα, οι εξαγωγές υπηρεσιών είχαν καλύτερη πορεία.
Το Γραφείο Δημοσιονομικής Ευθύνης (OBR) εκτιμά ότι η διαφορά αυτή συνδέεται με τη Συμφωνία Εμπορίου και Συνεργασίας (Trade and Cooperation Agreement – TCA), την οποία διαπραγματεύτηκε ο Μπόρις Τζόνσον (Boris Johnson) με τις Βρυξέλλες. Η συμφωνία επιβάρυνε περισσότερο το εμπόριο αγαθών απ’ ό,τι τις υπηρεσίες.
«Αν δεν αποκαταστήσεις τη σχέση της Βρετανίας με την ΕΕ, δεν μπορείς να αποκαταστήσεις τη βρετανική οικονομία», δήλωσε ο Κερ-Λίντσεϊ.
«Δεν πιστεύω ότι ο Μπέρναμ θα είναι αυτός ο άνθρωπος, αλλά εύχομαι να αποδειχθώ λάθος.»
Η άμυνα ως γέφυρα με την ΕΕ
Η ασφάλεια και η άμυνα ενδέχεται να δώσουν στον Μπέρναμ την πιο άμεση ευκαιρία να φέρει τη Βρετανία πιο κοντά στην ΕΕ, χωρίς να ανοίξει ξανά η ευρύτερη συζήτηση για το Brexit.
Μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, πολλές δυνατότητες για αμοιβαία επωφελή συνεργασία στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας έμειναν αναξιοποίητες. Η κυβέρνηση των Εργατικών προσπάθησε να επαναφέρει δυναμική σε αυτό το πεδίο.
Η Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης για την Ασφάλεια και την Άμυνα, που υπογράφηκε τον Μάιο του 2025, αποτέλεσε σημαντικό βήμα προς τα εμπρός, καθώς συμπλήρωσε τις υφιστάμενες συμφωνίες και δημιούργησε πλαίσιο για βαθύτερη συνεργασία μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ.
Η συμφωνία συνοδεύτηκε από πολιτικό διάλογο και νέες ευκαιρίες για βιομηχανική και τεχνολογική συνεργασία.
«Η στρατιωτική συνεργασία και η άμυνα θα μπορούσαν να φέρουν τη Βρετανία πιο κοντά στην ΕΕ, καθώς οι δύο πλευρές έχουν ευθυγραμμισμένη εξωτερική πολιτική. Επειδή η εξωτερική πολιτική αποτελεί λιγότερο ευαίσθητο πολιτικό ζήτημα, θα πρέπει να αξιοποιηθεί ως μέσο προσέγγισης της Βρετανίας με την Ένωση», πρόσθεσε ο Κερ-Λίντσεϊ.
Η συγκυρία ευνοεί αυτή την προσέγγιση. Οι αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών της ΕΕ αυξήθηκαν σημαντικά μεταξύ 2021 και 2026, ενώ η Ένωση προώθησε πρωτοβουλίες για να στηρίξει τις εθνικές προσπάθειες και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα του τομέα.
Το 2025, οι αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών έφθασαν τα 418 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση για ενδέκατη συνεχόμενη χρονιά. Για το 2026 εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 454 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 8,6% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και κατά 75,3% σε σύγκριση με το 2021.
Αντίστοιχα, η βρετανική κυβέρνηση δεσμεύτηκε το 2025 να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες στο 2,5% του ΑΕΠ έως το 2027 ή στο 2,6% του ΑΕΠ, εάν συμπεριληφθούν πρόσθετες δαπάνες για την ασφάλεια και τις υπηρεσίες πληροφοριών. Στόχος της είναι οι δαπάνες να φτάσουν το 3% του ΑΕΠ κατά την επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο. Στη συνέχεια δεσμεύτηκε να τις αυξήσει περαιτέρω, στο 3,5% του ΑΕΠ έως το 2035, σύμφωνα με τον νέο στόχο του ΝΑΤΟ.
Το τοπίο μετά το Brexit
Το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε επίσημα από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις 31 Ιανουαρίου 2020, μετατρέποντας τη σχέση του με την ΕΕ από σχέση πλήρους συμμετοχής σε μια σχέση που πλέον στηρίζεται σε επιμέρους συμφωνίες.
Η νέα αυτή σχέση βασίζεται κυρίως στη Συμφωνία Εμπορίου και Συνεργασίας, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2021.
Η συμφωνία προβλέπει εμπόριο αγαθών χωρίς δασμούς και ποσοστώσεις, αλλά εισάγει νέες τελωνειακές διαδικασίες, κανονιστικούς ελέγχους και περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και υπηρεσιών. Ως αποτέλεσμα, οι οικονομικοί δεσμοί παραμένουν σημαντικοί, αλλά το εμπόριο και η κινητικότητα είναι πλέον πιο περίπλοκα σε σχέση με την περίοδο που το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν μέλος της ΕΕ.
Πιο πρόσφατα, η συνεργασία ΕΕ–Ηνωμένου Βασιλείου έχει επεκταθεί σε τομείς όπως η στήριξη προς την Ουκρανία, οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας, η άμυνα, η ενεργειακή ασφάλεια και η έρευνα.
Παρότι το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει εκτός της ενιαίας αγοράς και της τελωνειακής ένωσης, και οι δύο πλευρές έχουν δείξει αυξανόμενη διάθεση για πραγματιστική συνεργασία σε τομείς όπου τα συμφέροντά τους συμπίπτουν. Η σχέση είναι λιγότερο στενή από ό,τι πριν από το Brexit, αλλά αποκτά σταδιακά χαρακτηριστικά στρατηγικής εταιρικής σχέσης.
Ο πρώην πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ ακολούθησε μια πραγματιστική πολιτική «επανεκκίνησης» των σχέσεων Ηνωμένου Βασιλείου–ΕΕ, δίνοντας έμφαση στη στενότερη συνεργασία, αλλά αποκλείοντας την επανένταξη στην ΕΕ, την ενιαία αγορά ή την τελωνειακή ένωση.
Η προσέγγιση αυτή κορυφώθηκε με τη Σύνοδο Κορυφής Ηνωμένου Βασιλείου–ΕΕ το 2025, κατά την οποία οι δύο πλευρές συμφώνησαν να ενισχύσουν τη συνεργασία τους μέσω νέων ρυθμίσεων για την ασφάλεια και την άμυνα, μέτρων για τη μείωση των εμπορικών τριβών σε επιλεγμένους τομείς και ανανεωμένων δεσμεύσεων για περισσότερες επαφές μεταξύ των πολιτών των δύο πλευρών.
Προς το παρόν, ο Μπέρναμ φαίνεται να προτείνει εξέλιξη της πολιτικής επανεκκίνησης του Στάρμερ και όχι ανατροπή του Brexit. Η πραγματική δοκιμασία θα είναι αν μπορεί να μετατρέψει μια πιο θετική πολιτική διάθεση σε συγκεκριμένες συμφωνίες με τις Βρυξέλλες.