Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η 7η Οκτωβρίου άφησε ένα ανεξίτηλο τραύμα στην ισραηλινή κοινωνία, αλλά δεν έφερε τη ριζική ανανέωση της πολιτικής ηγεσίας που πολλοί απαιτούσαν όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Αυτή είναι μία από τις αντιφάσεις που αναδεικνύει ο δρ Νιλ Μπαρ, περιγράφοντας το Ισραήλ πριν από τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου. Μια χώρα βαθιά διχασμένη, στην οποία οι δύο πολιτικές πλευρές αντιμετωπίζουν την ενδεχόμενη επικράτηση των αντιπάλων τους ως απειλή για την ασφάλεια, τους θεσμούς και το μέλλον της.

Ο Ισραηλινός ακαδημαϊκός και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Χάιφα και στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ συμμερίζεται την εκτίμηση ότι πρόκειται για τις κρισιμότερες εκλογές στην ιστορία της χώρας. Στη δική του ανάγνωση, η αναμέτρηση συμπυκνώνει διαφωνίες για το ποιος επωμίζεται τις υποχρεώσεις του πολίτη, πώς προστατεύεται το κράτος και ποια πολιτική μπορεί να εξασφαλίσει το μέλλον του.

«Ποτέ άλλοτε ο ισραηλινός πληθυσμός δεν ήταν τόσο πολωμένος όσο σήμερα», υπογραμμίζει. Ως μέτρο σύγκρισης χρησιμοποιεί τις αρχές του 2023: την αντιπαράθεση για τη δικαστική μεταρρύθμιση που προώθησε το Λικούντ και τις μαζικές, εβδομαδιαίες διαδηλώσεις που κινητοποίησαν Ισραηλινούς διαφορετικών πολιτικών καταβολών. Ακόμη και εκείνη η περίοδος, παρατηρεί, υπολείπεται της σημερινής πόλωσης.

Το βάρος που αποδίδει στην κάλπη εξηγείται από το περιεχόμενο αυτής της αντιπαράθεσης. «Λίγες είναι οι δημοκρατίες στις οποίες η νίκη της μιας ή της άλλης πλευράς έχει τέτοια υπαρξιακή βαρύτητα για το θεσμικό και γεωπολιτικό μέλλον του κράτους». Το ερώτημα για την παραμονή ή την αποχώρηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου συνδέεται έτσι με μια ευρύτερη σύγκρουση για τον χαρακτήρα του Ισραήλ.

Οι φόβοι των δύο πλευρών

Στο κυβερνητικό στρατόπεδο, εξηγεί, υπάρχει έντονος φόβος ότι μια νίκη της αντιπολίτευσης θα ανοίξει τον δρόμο για υποχώρηση απέναντι σε διεθνείς πιέσεις στο Παλαιστινιακό. Οι ψηφοφόροι που στηρίζουν τη σημερινή κυβέρνηση ανησυχούν ότι οι αντίπαλοί της θα αποδεχθούν τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, εξέλιξη την οποία αντιμετωπίζουν ως απειλή για την ίδια την ασφάλεια της χώρας.

Η ανησυχία τους, όπως την περιγράφει, αφορά επίσης το μήνυμα που θα έστελνε μια τέτοια απόφαση. Θεωρούν ότι θα δημιουργούσε ένα καταστροφικό προηγούμενο: «ότι φρικτές πράξεις μαζικής βίας μπορούν να αποσπάσουν στρατηγικές παραχωρήσεις από το Ισραήλ». Στο σκεπτικό αυτό, οι επιλογές της επόμενης κυβέρνησης κρίνονται και ως προς το αν θα ενθάρρυναν όσους επιδιώκουν να επιβάλουν πολιτικά αποτελέσματα μέσω της βίας.

Ένα μέρος του εκλογικού σώματος προσέρχεται, επομένως, στην αναμέτρηση με την πεποίθηση ότι από την έκβασή της εξαρτάται η δυνατότητα του Ισραήλ να προστατεύσει την εθνική ασφάλειά του.

Στην πλευρά της αντιπολίτευσης, η αγωνία εστιάζεται στον τρόπο με τον οποίο η μακρόχρονη συνεργασία του Λικούντ με τα υπερορθόδοξα κόμματα διαμορφώνει τις σχέσεις κράτους και κοινωνίας. Σύμφωνα με τον ακαδημαϊκό, οι υποστηρικτές της θεωρούν ότι η συνεργασία αυτή παγιώνει οικονομικές εξαρτήσεις και άνιση κατανομή υποχρεώσεων, με επιπτώσεις στην εκπαίδευση, στην απασχόληση και στη στρατιωτική υπηρεσία.

Ο ίδιος περιγράφει το φόβο τους ότι η συμμαχία αυτή «θεσμοποιεί την εξάρτηση και την ανισότητα, συνεχίζοντας να επιδοτεί την εξαίρεση από την κοσμική εκπαίδευση, την αγορά εργασίας και τη στρατιωτική θητεία». Στο επίκεντρο βρίσκεται η μεσαία τάξη, η οποία, μέσα από αυτή την οπτική, καλείται να επωμιστεί δυσανάλογο κόστος για τη λειτουργία και την άμυνα του κράτους.

Η θητεία εντάσσεται επομένως σε μια ευρύτερη διαφωνία για την ισότητα των πολιτών απέναντι στις υποχρεώσεις τους. Στην περιγραφή του Μπαρ, το οικονομικό και το αμυντικό βάρος συνδέονται: οι υποστηρικτές της αντιπολίτευσης θεωρούν ότι η μεσαία τάξη καλείται να σηκώσει μόνη της τις υποχρεώσεις που αναλογούν στο σύνολο της κοινωνίας.

Στις ανησυχίες του αντιπολιτευόμενου ακροατηρίου προστίθεται η ενδυνάμωση ακραίων παρατάξεων στη Δυτική Όχθη. Όπως αναφέρει, φοβούνται ότι αυτή θα τροφοδοτήσει περαιτέρω την εβραϊκή τρομοκρατία και θα οδηγήσει σε ιδιαίτερα επώδυνες διεθνείς κυρώσεις και βαθύτερη απομόνωση του Ισραήλ. Η διαφωνία για τις εσωτερικές πολιτικές επιλογές αποκτά έτσι, στη συλλογιστική που περιγράφει, άμεση σχέση με τη διεθνή θέση της χώρας.

Το τραύμα και η πολιτική συνέχεια

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η 7η Οκτωβρίου παραμένει το μεγάλο σημείο αναφοράς. «Η 7η Οκτωβρίου έχει χαραχθεί βαθιά στον ψυχισμό των Ισραηλινών και θα παραμείνει εκεί για πολύ καιρό», λέει. Το βάθος του τραύματος, ωστόσο, δεν μεταφράστηκε, κατά την εκτίμησή του, σε αντίστοιχη ανανέωση των προσώπων που κατέχουν θέσεις ευθύνης.

Η παρατήρησή του είναι αιχμηρή: «Ωστόσο, οι Ισραηλινοί τείνουν να έχουν κοντή μνήμη και μια πολιτική κουλτούρα που δεν τιμωρεί τις αποτυχίες». Θυμίζει ότι, όταν άρχισε ο πόλεμος, πολλοί ζητούσαν συνολική ανατροπή του πολιτικού σκηνικού. Θεωρούσαν ότι «όλοι όσοι κατείχαν ηγετικές θέσεις, είτε σε πολιτικό είτε σε επαγγελματικό επίπεδο, θα έπρεπε να αποχωρήσουν ντροπιασμένοι». Η προσδοκία εκείνη, λέει, δεν επιβεβαιώθηκε.

Για να εξηγήσει την εκτίμησή του, παραθέτει συγκεκριμένα ποσοστά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, το 85,7% των κομματικών αρχηγών που ζητούν την ψήφο των πολιτών βρίσκεται ήδη στην Κνέσετ ή στην κυβέρνηση. Στα κομματικά ψηφοδέλτια, πάλι, το 64,3% όσων καταλαμβάνουν τις πέντε πρώτες θέσεις υπηρετεί στο σημερινό κοινοβούλιο ή υπηρετούσε στο προηγούμενο.

Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν, στη δική του προσέγγιση, τη συνέχεια του πολιτικού προσωπικού παρά το μέγεθος της κρίσης. Η διαπίστωση αφορά την επιβίωση των ίδιων προσώπων στον εκλογικό ανταγωνισμό, πριν ακόμη κριθεί ποιοι θα συμμετάσχουν στην επόμενη κυβέρνηση. «Με άλλα λόγια, δεν έχει αλλάξει τίποτε ουσιαστικό σε επίπεδο ηγεσίας», συνοψίζει.

Το ενδεχόμενο νέου αδιεξόδου

Η συνέχεια αυτή θα μπορούσε να αποκτήσει και κυβερνητική διάσταση, εάν η κάλπη δεν δώσει τη δυνατότητα σχηματισμού νέας πλειοψηφίας. Ο Μπαρ αντιμετωπίζει με επιφύλαξη το ενδεχόμενο να σχηματίσει η σημερινή αντιπολίτευση την επόμενη κυβέρνηση, επισημαίνοντας πόσο μεγάλο παραμένει αυτό το «αν». Θεωρεί μάλιστα πιθανό η εκλογική αναμέτρηση να αφήσει τη χώρα μπροστά σε ένα νέο αδιέξοδο.

«Αν δεν δώσουν κυβερνητική πλειοψηφία -άτι που είναι πιθανό-η χώρα θα μπει σε έναν κύκλο πρόωρων εκλογών, μέχρι να σχηματιστεί σταθερή κυβέρνηση». Σε αυτό το σενάριο, εξηγεί, η σημερινή κυβέρνηση θα εξακολουθήσει να ασκεί την εξουσία μέχρι να προκύψει λύση. Ως προηγούμενο αναφέρει την παρατεταμένη πολιτική εκκρεμότητα της περιόδου 2019-2021.

Στη χώρα που περιγράφει, η ένταση της πολιτικής σύγκρουσης συνυπάρχει έτσι με την πιθανότητα νέων εκλογών και παρατεταμένης κυβερνητικής συνέχειας. Η αναμέτρηση αποκτά, κατά την εκτίμησή του, υπαρξιακή σημασία για όσους συμμετέχουν σε αυτήν. Το αν θα αναδείξει και μια βιώσιμη πλειοψηφία παραμένει ένα από τα μεγάλα ανοιχτά ζητήματα της επόμενης ημέρας.

Αντέχει την κάλπη της 27ης η Τριμερής

Μια αλλαγή κυβέρνησης στο Ισραήλ θα μπορούσε να ενισχύσει τη συνεργασία με την Ελλάδα και την Κύπρο, εκτιμά ο δρ Νιλ Μπαρ. Η πρόβλεψή του στηρίζεται στη στρατηγική σημασία που αποδίδεται στις δύο χώρες και στη διακομματική αποδοχή της σχέσης μαζί τους, ενώ για την Τουρκία περιγράφει μια πολύ διαφορετική ισραηλινή αντίληψη.

Ο Ισραηλινός ακαδημαϊκός και ερευνητής δεν προεξοφλεί ότι η σημερινή αντιπολίτευση θα κατορθώσει να σχηματίσει κυβέρνηση μετά τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου. Εάν, πάντως, το επιτύχει, δεν αναμένει αλλαγή πολιτικής έναντι της Αθήνας και της Λευκωσίας.

«Η συγκεκριμένη συμμαχία θεωρείται στρατηγικής σημασίας στο Ισραήλ τόσο από όλα τα σημαντικά κόμματα της Κνέσετ όσο και από την κοινή γνώμη συνολικά», τονίζει. Αντίστοιχη αποδοχή διακρίνει και στην Ελλάδα. Υπενθυμίζει, μάλιστα, ότι η τριμερής προσέγγιση απέκτησε δυναμική γύρω στο 2016, επί ΣΥΡΙΖΑ, που δεν ήταν «ακριβώς η πλέον φιλοϊσραηλινή πλευρά του ελληνικού πολιτικού φάσματος». Πρόκειται, στη συλλογιστική του, για σχέση που υπερβαίνει τις κομματικές ταυτότητες των κυβερνήσεων.

Η εκτίμησή του για την Άγκυρα είναι κατηγορηματική: «Κατ’ αρχάς, δεν βλέπω τις σχέσεις με την Τουρκία να βελτιώνονται, πόσο μάλλον να αποκαθίστανται, όσο βρίσκονται στην εξουσία ο Ερντογάν ή οι πιθανοί διάδοχοί του». «Οι σχέσεις έχουν πλέον φτάσει σε σημείο που δεν επιδέχονται αποκατάσταση», λέει, αποδίδοντας στο ρήγμα διάρκεια που υπερβαίνει την προσωπική παρουσία του Ερντογάν στην εξουσία. Και συνοψίζει τη διαφοροποίηση: «Ενώ η Ελλάδα και η Κύπρος θεωρούνται στρατηγικοί σύμμαχοι, η Τουρκία θεωρείται ολοένα και περισσότερο στρατηγική απειλή».

Κατά τον Νιλ Μπαρ, η εξέλιξη αυτή συνδέεται τόσο με «την υποχώρηση της ιρανικής ηγεμονίας στη Μέση Ανατολή» όσο και με την ενεργό συμπόρευση της Τουρκίας με εχθρούς του Ισραήλ, συγκεκριμένα με την τρομοκρατική οργάνωση Χαμάς. Επομένως, δεν διαβλέπει σε μια κυβερνητική αλλαγή την αφετηρία αποκατάστασης των σχέσεων με την Άγκυρα.

Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, αντιθέτως, θεωρεί ότι ενδεχόμενη αποχώρηση του Νετανιάχου θα μπορούσε να διευκολύνει την πολιτική διαχείριση της συνεργασίας. Ο σημερινός πρωθυπουργός έχει συγκεντρώσει την κριτική των τελευταίων τριών ετών για τις περιφερειακές στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ, επισημαίνει. Χωρίς εκείνον, οι ηγέτες της Ελλάδας και της Κύπρου θα μπορούσαν ευκολότερα να διαμεσολαβούν, να διατηρούν τη σχέση και να την υπερασπίζονται δημόσια απέναντι στα ακροατήρια των χωρών τους.

Ούτε όμως το ενδεχόμενο παρατεταμένης πολιτικής αβεβαιότητας τον οδηγεί σε πρόβλεψη διπλωματικής ανατροπής θεωρεί πιθανό οι εκλογές να μη δώσουν κυβερνητική πλειοψηφία και να ακολουθήσουν νέες αναμετρήσεις, με τη σημερινή κυβέρνηση να παραμένει στην εξουσία μέχρι να υπάρξει λύση. Ως προηγούμενο επικαλείται την περίοδο 2019-2021, όταν, όπως παρατηρεί, το πολιτικό αδιέξοδο επέφερε ελάχιστες αλλαγές στην εξωτερική πολιτική.

Μάλιστα, αναγνωρίζει στον παρατεταμένο προεκλογικό ανταγωνισμό ένα επιπλέον κίνητρο για την ανάδειξη της τριμερούς συνεργασίας. Επικαλούμενος τη σκωπτική παρατήρηση του Κίσινγκερ ότι το Ισραήλ δεν έχει εξωτερική παρά μόνο εσωτερική πολιτική, εκτιμά ότι η κυβέρνηση θα θελήσει να παρουσιάσει συγκεκριμένα διπλωματικά αποτελέσματα. «Αν μη τι άλλο, η σημερινή κυβέρνηση θα επιδιώξει να προβάλει και να ενισχύσει τις σχέσεις του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο, ώστε να καταδείξει την απτή επιτυχία της διπλωματικής της στρατηγικής», καταλήγει ο Ισραηλινός ακαδημαϊκός.