Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤΕΛ ΑΒΙΒ – Κωστής Κωνσταντίνου
Ο Βενιαμίν Νετανιάχου μπορεί να χάσει την πρωθυπουργία χωρίς το Ισραήλ να αλλάξει στρατηγική. Μπορεί όμως και να παραμείνει, αλλάζοντας εταίρους και αποκτώντας μεγαλύτερα περιθώρια διαπραγμάτευσης. Αυτή είναι η πρώτη διάκριση που χρειάζεται μετά τις ισραηλινές εκλογές: άλλο η πολιτική επιβίωση ενός προσώπου, άλλο η σύνθεση της κυβέρνησης και άλλο οι σταθερές ασφαλείας μιας χώρας. Η Μέση Ανατολή θα επηρεαστεί περισσότερο από τον συνδυασμό τους παρά από ένα όνομα στην πρωθυπουργική κατοικία.
Οι τέσσερις δρόμοι
Η εικόνα της τελικής καταμέτρησης μετά την προσμέτρηση των 480.000 ψήφων διπλού φακέλου δεν ανέτρεψε τις ισορροπίες σε επίπεδο στρατοπέδων: Το στρατόπεδο Νετανιάχου 53 έδρες, η αντιπολίτευση υπό τον Γκάντι Άιζενκοτ στις 48 και τα αραβικά κόμματα στις 19. Υπήρξαν «εσωτερικές» μετακινήσεις με το Λικούντ να αποσπά μία έδρα από το Σας και να φτάνει τις 27 και το αραβικό Ραάμ να κερδίζει μία έδρα από την Κοινή Λίστα φτάνοντας τις οκτώ.
Το αποτέλεσμα άνοιξε διαπραγματεύσεις, όχι αυτομάτως την πόρτα της εξόδου στον πρωθυπουργό. Και έφερε στο προσκήνιο τέσσερις βασικές διαδρομές, η καθεμία με διαφορετικές πιθανές συνέπειες.
Η πρώτη είναι η ανασυγκρότηση κυβέρνησης Νετανιάχου με τους σημερινούς συμμάχους του και προσχωρήσεις από την αντίπαλη πλευρά. Με αυτή την αριθμητική χρειάζονται οκτώ επιπλέον έδρες για την απόλυτη πλειοψηφία. Πολιτικά, θα ήταν το σενάριο της μεγαλύτερης συνέχειας: η ίδια ηγεσία και παρόμοιες εσωτερικές πιέσεις. Οι διαβεβαιώσεις Νετανιάχου προς Μπεν Γκβιρ και Σμότριτς ότι θα παραμείνουν μαζί υπηρετούν, πρωτίστως, τη συνοχή του στρατοπέδου του.
Η δεύτερη διαδρομή είναι κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας, ενδεχομένως με συμφωνία εναλλαγής στην πρωθυπουργία. Θα απαιτούσε από του αντιπάλους του Νετανιάχου να ανατρέψουν τη δέσμευση ότι δεν θα κυβερνήσουν μαζί του. Εάν, όμως, περιόριζε την εξάρτηση από Μπεν Γκβιρ και Σμότριτς, θα μπορούσε να δημιουργήσει περισσότερο χώρο για συμφωνίες στη Γάζα και περιφερειακά ανοίγματα. Ακόμη και χωρίς αλλαγή πρωθυπουργού, μια ουσιαστικά διαφορετική κυβέρνηση θα είχε σημασία. Ευρύτερη συνεργασία χωρίς τον Νετανιάχου θα απαιτούσε μετακίνηση του Λικούντ ή άλλων σημερινών συμμάχων του. Δεν προκύπτει, όμως, έως τώρα συμφωνία ούτε και ιδιαίτερη προοπτική.
Η τρίτη είναι κυβέρνηση Άιζενκοτ με εξωτερική αραβική κοινοβουλευτική στήριξη, όχι συμμετοχή αραβικών κομμάτων στο υπουργικό συμβούλιο. Εδώ η αριθμητική απαιτεί ακρίβεια. Οι 48 και οι 19 έδρες δίνουν 67. Χωρίς τις επτά του Λίμπερμαν, που απορρίπτει τέτοια συνεργασία, απομένουν 60, αλλά αυτό δεν αποκλείει αυτομάτως την ορκωμοσία: απαιτούνται περισσότεροι υποστηρικτές από αντιπάλους, όχι υποχρεωτικά 61 ψήφοι. Εάν ο Λίμπερμαν λ.χ. απείχε, οι 60 θα υπερίσχυαν των 53. Εάν καταψήφιζε μαζί τους, θα προέκυπτε ισοψηφία. Πρόκειται για πολιτική επιλογή. Για μια κυβέρνηση μειοψηφίας, πάντως, η ψήφος εμπιστοσύνης είναι μόνο η αρχή. Χρειάζεται σταθερή εξωτερική υποστήριξη στον προϋπολογισμό, χωρίς την οποία η επιβίωσή της γίνεται επισφαλής.
Τέταρτο ενδεχόμενο είναι νέες εκλογές, με τον Νετανιάχου να παραμένει μέχρι τότε επικεφαλής μεταβατικής κυβέρνησης. Αυτό δεν σημαίνει πάγωμα της εξωτερικής πολιτικής ούτε αδυναμία στρατιωτικής δράσης. O Πρωθυπουργός εξακολουθεί να κυβερνά με όλες του τις εξουσίες περιλαμβανομένης της κήρυξης πολέμου όταν προβάλλεται επιτακτική ανάγκη ασφαλείας. Συνεπώς, η πολιτική εκκρεμότητα μπορεί να συνυπάρξει με περιφερειακή κλιμάκωση.
Γάζα και Σαουδική Αραβία
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι θα άλλαζε εάν τελικά αποχωρούσε. Η απάντηση δεν είναι «ειρήνη αντί πολέμου». Στις 15 Οκτωβρίου ο Άιζενκοτ δεσμεύθηκε να τερματίσει την εξουσία της τρομοκρατικής Χαμάς στη Γάζα μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από την ανάληψη καθηκόντων, είτε μέσω του σχεδίου Τραμπ είτε με στρατιωτική ισχύ.
Το πιθανό πεδίο αλλαγής βρίσκεται στη σύνδεση της στρατιωτικής πίεσης με εφαρμόσιμη πολιτική έξοδο. Στις 22 Σεπτεμβρίου, οκτώ μουσουλμανικές χώρες, ανάμεσά τους Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία και Τουρκία, περιέγραψαν δημόσια τη δεύτερη φάση του σχεδίου για τη Γάζα: αφοπλισμό, ισραηλινή αποχώρηση, διεθνή δύναμη σταθεροποίησης, πολιτική διοίκηση και ανοικοδόμηση. Μια νέα κυβέρνηση θα μπορούσε ενδεχομένως να διαπραγματευθεί πιο λειτουργικά την εφαρμογή του. Δεν θα εξαφάνιζε όμως τις διαφωνίες για το ποιος αφοπλίζει, ποιος ελέγχει και ποιος εγγυάται ότι δεν θα επαναληφθεί η 7η Οκτωβρίου.
Ανάλογη προσοχή χρειάζεται απέναντι στην προσδοκία άμεσης εξομάλυνσης με τη Σαουδική Αραβία. Το Ριάντ επιμένει σε αξιόπιστη πορεία προς παλαιστινιακό κράτος. Ο Άιζενκοτ επίσης απορρίπτει τη δημιουργία του υπό τις σημερινές συνθήκες. Η αποχώρηση Νετανιάχου, επομένως, δεν γεφυρώνει από μόνη της αυτή την απόσταση. Θα μπορούσε να επιτρέψει ενδιάμεσα βήματα, οικονομικές διευθετήσεις και εγγυήσεις ασφαλείας, εφόσον βρεθεί πολιτικά αποδεκτή φόρμουλα.
Το Ιράν και ο αμερικανικός παράγοντας
Στο Ιράν, η συνέχεια θα ήταν ισχυρότερη από την αλλαγή. Η σύγκριση θέσεων που δημοσίευσε η Israel Hayom πριν από τις εκλογές δείχνει ότι ο Άιζενκοτ δεν αποκλείει επιθέσεις στις πυρηνικές εγκαταστάσεις. Προτείνει όμως σαφέστερη εστίαση στο πυρηνικό πρόγραμμα και συμφωνία που θα απομακρύνει το εμπλουτισμένο ουράνιο από τη χώρα, παράλληλα με αποκλιμάκωση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ. Δεν πρόκειται για συμφιλίωση με το καθεστώς του Ιράν. Πρόκειται για διαφορετικό προσδιορισμό στόχων, μέσων αλλά και επιδιωκόμενης τουλάχιστον κατάληξης.
Ο αποφασιστικός εξωτερικός παράγοντας παραμένει η αμερικανική στάση. Ο Τραμπ στήριξε δημόσια τον Νετανιάχου και συνέδεσε τη συνεργασία τους με την αντιμετώπιση του Ιράν.
Ωστόσο, η προσωπική προτίμηση δεν προδικάζει κάθε απόφαση της Ουάσιγκτον. Εάν προτεραιότητα γίνει μια περιφερειακή συμφωνία, μια κυβέρνηση ικανή να την εφαρμόσει μπορεί να αποδειχθεί χρησιμότερη από μια κυβέρνηση που απλώς συμφωνεί επί της αρχής. Εάν προκριθεί νέα στρατιωτική πίεση, θα περιοριστούν αντιστοίχως τα περιθώρια όλων.
Λίβανος, Συρία και Τουρκία
Στον Λίβανο υπάρχει ήδη πλαίσιο που δεν εξαρτάται από την παρουσία ή όχι του Νετανιάχου. Η συμφωνία της 26ης Ιουνίου προβλέπει σταδιακό αφοπλισμό της Χεζμπολάχ, ανάληψη ευθύνης από τον λιβανικό στρατό και ισραηλινή αποχώρηση με μηχανισμό επαλήθευσης. Η τρομοκρατική οργάνωση απορρίπτει τον αφοπλισμό. Επομένως, η αλλαγή στην Ιερουσαλήμ θα μπορούσε να επηρεάσει τον ρυθμό και τον τρόπο εφαρμογής, όχι να καταργήσει την απαίτηση ασφάλειας για το βόρειο Ισραήλ η οποία είναι κοινή και αδιαπραγμάτευτη στο εβραϊκό κράτος.
Η Asharq Al-Awsat έγραψε στις 24 Οκτωβρίου ότι οι στρατιωτικές συνομιλίες στην Τάμπα ολοκληρώθηκαν χωρίς συμφωνία. Στον λιβανικό Τύπο, περιλαμβανομένης της δυτικού προσανατολισμού L’Orient-Le Jour, καταγράφεται αντίστοιχη δυσπιστία ότι μια αλλαγή προσώπου θα λύσει το πρόβλημα. Το κρίσιμο δεν είναι μόνο ποιος διατάσσει ισραηλινές επιχειρήσεις, αλλά εάν το λιβανικό κράτος μπορεί να επιβάλει όσα αναλαμβάνει.
Στη Συρία, η Τουρκία προσθέτει μια διαφορετική εξίσωση. Η σύγκρουση συμφερόντων αφορά την τουρκική στρατιωτική εγκατάσταση και την ισραηλινή ελευθερία δράσης. Οι αμερικανικές προσπάθειες μηχανισμού αποφυγής συγκρούσεων δείχνουν τον πιθανό δρόμο: περιορισμένες συνεννοήσεις για να αποφευχθεί ένα ανεξέλεγκτο επεισόδιο, χωρίς πλήρη εξομάλυνση. ή ακόμη περισσότερο συμφιλίωση. Ένας νέος πρωθυπουργός θα μπορούσε να αλλάξει το ύφος της διαπραγμάτευσης, όχι τη γεωγραφία.
Το πιθανότερο πεδίο αλλαγής, λοιπόν, δεν είναι η εγκατάλειψη των ισραηλινών απαιτήσεων ασφαλείας. Είναι η δυνατότητα να υπηρετηθούν με διαφορετική κυβέρνηση, σαφέστερους στόχους και περισσότερες συμφωνίες. Μια αδύναμη κυβερνητική πλειοψηφία μπορεί να περιορίσει τους μεγάλους ελιγμούς. Μια ευρύτερη μπορεί να τους διευκολύνει, χωρίς να τους εγγυάται. Το τέλος της εποχής Νετανιάχου, εάν έρθει, θα είναι σημαντικό πολιτικό γεγονός. Το τέλος των συγκρούσεων θα απαιτήσει αποφάσεις και συμμόρφωση πολύ περισσότερων πρωταγωνιστών.
Ελλάδα και Κύπρος, Τουρκία και οι Άραβες του Ισραήλ
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η αποχώρηση Νετανιάχου δεν θα ισοδυναμούσε με απώλεια του Ισραήλ. Η συνεργασία έχει αποκτήσει θεσμικό, αμυντικό και ενεργειακό βάθος. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μια νέα κυβέρνηση θα επέτρεπε στην Τουρκία να επανέλθει ως προνομιακός συνομιλητής και με ποιο τίμημα για την ευρύτερη περιοχή.
Υπάρχει ένα χρήσιμο προηγούμενο. Τον Δεκέμβριο του 2021, η κυβέρνηση Μπένετ–Λαπίντ, που στηριζόταν στο Ρά’αμ, ενίσχυσε με κοινή διακήρυξη την τριμερή συνεργασία με Αθήνα και Λευκωσία. Τον Απρίλιο του 2022, ενώ προχωρούσε η προσέγγιση με την Άγκυρα, ο Λαπίντ διαβεβαίωνε στην Αθήνα ότι αυτή δεν θα γινόταν εις βάρος της Ελλάδας. Αραβική κοινοβουλευτική στήριξη και διατήρηση της στρατηγικής σχέσης έχουν, επομένως, ήδη συνυπάρξει.
Σήμερα υπάρχουν επιπλέον δεσμεύσεις: το κοινό σχέδιο αμυντικής συνεργασίας των τριών χωρών για το 2026 και η συνεχιζόμενη επιχειρησιακή συνεργασία. Στις 21 Οκτωβρίου, ελληνικά και ισραηλινά πολεμικά συμμετείχαν σε συνεκπαίδευση με πραγματικές βολές στο Κρητικό Πέλαγος. Δεν πρόκειται για σχέση που στηρίζεται αποκλειστικά στην προσωπική χημεία ηγετών.
Τι αλλάζει εάν αραβικά κόμματα στηρίξουν εξωτερικά μια κυβέρνηση; Το Ynet κατέγραψε αιτήματα του Αχμάντ Τίμπι για καταπολέμηση του εγκλήματος στις αραβικές κοινότητες και αναστολή κατεδαφίσεων σε βεδουινικούς οικισμούς, χωρίς υπουργικές θέσεις. Δεν προκύπτει δημοσιευμένη συμφωνία «στήριξης έναντι προϋπολογισμού». Μια τέτοια διευθέτηση θα μπορούσε να εξασφαλίζει χρηματοδότηση και πολιτικές παραχωρήσεις στο εσωτερικό. Δεν συνεπάγεται αναθεώρηση σχέσεων με Ελλάδα και Κύπρο.
Η επιρροή, ωστόσο, δεν θα ήταν ανύπαρκτη. Κόμματα αναγκαία για την ψήφιση του προϋπολογισμού αποκτούν διαπραγματευτική ισχύ, επειδή η μη έγκαιρη έγκρισή του μπορεί να οδηγήσει σε εκλογές. Θα μπορούσαν να αυξήσουν το πολιτικό κόστος μιας νέας κλιμάκωσης στη Γάζα. Αυτό ίσως διευκόλυνε αποκλιμάκωση με την Τουρκία. Δεν θα έδινε, όμως, στην Άγκυρα έλεγχο της ισραηλινής πολιτικής.
Η Τουρκία διαθέτει άλλους, πραγματικούς μοχλούς. Στρατιωτικά, η παρουσία και οι επιδιώξεις της στη Συρία επηρεάζουν την ισραηλινή ελευθερία δράσης. Διπλωματικά, μπορεί να προσφέρει υπηρεσίες σε αμερικανικές διευθετήσεις για Συρία και Γάζα.
Οικονομικά, έχει χρησιμοποιήσει εμπορικούς περιορισμούς και περιορισμούς στις μεταφορές. Μια νέα ισραηλινή κυβέρνηση θα μπορούσε να ανταλλάξει αποκλιμάκωση με συγκεκριμένες τουρκικές δεσμεύσεις, όχι κατ’ ανάγκην με εγκατάλειψη υφιστάμενων εταίρων.
Εκεί βρίσκεται και ο δυνητικός κίνδυνος για Αθήνα και Λευκωσία: όχι στις αραβικές ψήφους καθαυτές, αλλά σε μια ευρύτερη συναλλαγή που θα αναβάθμιζε την Τουρκία ως αναγκαίο περιφερειακό μεσολαβητή. Εάν αυτή επεκτεινόταν σε ενεργειακές οδεύσεις και υποδομές, θα μπορούσε να δημιουργήσει ανταγωνιστικές προτεραιότητες. Δεν υπάρχουν, πάντως, στοιχεία συμφωνίας που να ανταλλάσσει την τριμερή συνεργασία με τουρκική συνεννόηση.
Η ενέργεια
Το ενεργειακό μέτωπο είναι η πρακτική δοκιμασία. Ο ΑΔΜΗΕ έχει καταθέσει επενδυτικό αίτημα για τη διασύνδεση Κύπρου–Ισραήλ.
Η μετεκλογική αβεβαιότητα στο Ισραήλ μπορεί να επηρεάσει τον ρυθμό των αποφάσεων. Εφόσον παραταθούν οι διαπραγματεύσεις σχηματισμού κυβέρνησης, θα μπορούσαν να καθυστερήσουν πολιτικές συνεννοήσεις και οικονομικές δεσμεύσεις. Αυτό αποτελεί πιθανό κίνδυνο για την εξέλιξη του έργου, αλλά μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία ένδειξη αλλαγής στρατηγικής.
Η ασφαλέστερη εκτίμηση είναι συνέχεια της στρατηγικής συνεργασίας, με πιθανή προσαρμογή του περιφερειακού περιβάλλοντος. Αθήνα και Λευκωσία έχουν συμφέρον να στηρίζουν τη σχέση σε κοινά έργα και διακομματικούς δεσμούς. Ούτε να εξαρτούν την αξία της από την παραμονή Νετανιάχου ούτε να θεωρούν κάθε ισραηλινοτουρκική συνεννόηση δική τους ήττα.
«Ράαμγκέιτ»: Σκάνδαλο ή σκευωρία;
Και εκεί που όλοι φαντάζονταν τη συνέχεια με όρους εκλογικούς, το Λικούντ του Μπενιαμίν Νετανιάχου έριξε τη βόμβα καταγγέλλοντας ξένη παρέμβαση στις εκλογές. Κατονόμασε μάλιστα την Τουρκία και το Κατάρ ανοίγοντας νέο μέτωπο αντιπαράθεσης ενώ συνεχιζόταν η καταμέτρηση. Το κόμμα υποστηρίζει ότι παράγοντες από τις δύο χώρες χρηματοδότησαν οργανώσεις που εργάστηκαν για την αύξηση της εκλογικής συμμετοχής των Αράβων πολιτών του Ισραήλ.
Κατά το Λικούντ, σχετικά στοιχεία έχουν ήδη διαβιβαστεί στις αρμόδιες αρχές. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί αποδείξεις που να τεκμηριώνουν τουρκική ή καταριανή παρέμβαση. Οι καταγγελίες για την προέλευση των χρημάτων εξετάζονται παράλληλα με υπόθεση φερόμενης εξαγοράς ψήφων υπέρ του Ράαμ, χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί εάν οι δύο έρευνες συνδέονται.
Σύμφωνα με την ισραηλινή ιστοσελίδα Walla, οι υπηρεσίες ασφαλείας είχαν αρχίσει να εξετάζουν σχετικές πληροφορίες πριν ακόμη ανοίξουν οι κάλπες. Το δημοσίευμα αναφέρεται σε ενδεχόμενη μεταφορά χρημάτων μέσω παραγόντων συνδεόμενων, μεταξύ άλλων, με την Τουρκία και το Κατάρ, με πιθανό δίαυλο συλλόγους και ιδρύματα της αραβικής κοινότητας. Δεν έχει αποδειχθεί ούτε ότι τα ποσά διοχετεύθηκαν πράγματι ούτε ότι επηρέασαν την ψηφοφορία.
Τη διερεύνηση των καταγγελιών ζήτησε ο πρόεδρος της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής, δικαστής Νόαμ Σόλμπεργκ, με επιστολή προς τον επικεφαλής της Σιν Μπετ. Ο Σόλμπεργκ έθεσε προθεσμία μίας εβδομάδας για την παρουσίαση ευρημάτων, διευκρινίζοντας ότι ο ίδιος δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την ουσία των καταγγελιών.
Το αίτημά του αφορά την αναζήτηση στοιχείων που θα τις τεκμηριώσουν ή θα τις διαψεύσουν. Στην επιστολή δεν κατονομάζεται καμία χώρα, σε αντίθεση με τις δημόσιες καταγγελίες του Λικούντ για Τουρκία και Κατάρ.
Στο αστυνομικό σκέλος, ανακοινώθηκαν τέσσερις νέες συλλήψεις για φερόμενη εξαγορά ψήφων υπέρ της Ράαμ. Οι συλληφθέντες ανακρίνονται από τη μονάδα Λαχάβ 433, στο πλαίσιο της υπόθεσης που είχε οδηγήσει σε τρεις συλλήψεις την ημέρα των εκλογών στην περιοχή της Νέγκεβ, όπου κατοικούν αραβικοί πληθυσμοί βεδουίνων. Το Ράαμ αναγνώρισε ότι οι εμπλεκόμενοι είναι ακτιβιστές του, αλλά απέρριψε τις κατηγορίες.
Η αστυνομία είχε προηγουμένως δηλώσει ότι δεν διαθέτει στοιχεία που να στηρίζουν τις γενικές καταγγελίες περί «κλοπής των εκλογών». Ο αρχηγός της, Ντάνιελ Λέβι, διαβεβαίωσε ότι κάθε καταγγελία θα ερευνηθεί διεξοδικά και αμερόληπτα.
Το Λικούντ συνδέει ήδη την υπόθεση με τις μετεκλογικές διαπραγματεύσεις. Υιοθετώντας τον χαρακτηρισμό «Ράαμγκέιτ», καλεί τα σιωνιστικά κόμματα να αποκλείσουν κάθε συνεργασία με τη Ράαμ και την Κοινή Λίστα. Το αίτημα αφορά τόσο τον σχηματισμό κυβέρνησης όσο και ενδεχόμενη σύμπραξη για την αντικατάσταση του προέδρου της Κνεσέτ.
Σκληρότερη στάση ζητούν οι εταίροι του Νετανιάχου. Ο Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ τάχθηκε υπέρ συλλήψεων αραβικών πολιτικών ηγετών, εφόσον υπάρχει νόμιμη βάση, ενώ ο Μπεζαλέλ Σμότριτς απαίτησε την άμεση ανάκρισή τους από τη Σιν Μπετ.
Από την πλευρά τους, ο Γκάντι Άιζενκοτ αλλά και ο Ναφτάλι Μπένετ άφησαν σοβαρές αιχμές για τον Βενιαμίν Νετανιάχου λέγοντας ότι εάν ψάχνει παρεμβάσεις από το Κατάρ θα πρέπει να ψάξει στο γραφείο του. Η αναφορά αφορά βέβαια την πολύκροτη υπόθεση Qatargate: την αποκάλυψη ότι τρεις στενότατοί του συνεργάτες εργάζονταν ακόμα και μετά την 7η Οκτωβρίου για προώθηση των θέσεων του Κατάρ εντός του Ισραήλ.