Η συζήτηση για τη μελλοντική ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εστιάζει, εύλογα, στην έρευνα, την καινοτομία και την ανάπτυξη στρατηγικών τεχνολογιών. Τα εργαλεία που προτείνονται στο πλαίσιο του European Competitiveness Fund (ECF) και του Single Market and Customs Programme (SMCP) κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, επιδιώκοντας να ενισχύσουν επιχειρήσεις με υψηλή ένταση γνώσης και δυνατότητα ταχείας ανάπτυξης.
Η προσέγγιση αυτή είναι απαραίτητη. Η Ευρώπη χρειάζεται ισχυρά οικοσυστήματα καινοτομίας, επενδύσεις σε τεχνολογία και επιχειρήσεις ικανές να ανταγωνιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο. Ωστόσο, η έμφαση στην καινοτομία δεν μπορεί να οδηγεί, έστω και ακούσια, σε μια περιορισμένη αντίληψη για το τι είναι και τι χρειάζονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ).
Διότι οι ΜμΕ δεν αποτελούν ομοιογενή ομάδα. Αντίθετα, χαρακτηρίζονται από έντονη διαφοροποίηση ως προς το μέγεθος, τον κλάδο δραστηριότητας, το επίπεδο ψηφιακής ωριμότητας και τους στρατηγικούς τους στόχους. Η χάραξη πολιτικής οφείλει να λαμβάνει υπόψη αυτή τη διαφοροποίηση, ώστε να διασφαλίζεται ότι όλα τα τμήματα της επιχειρηματικής βάσης έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν και να επωφεληθούν.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι καινοτόμες, τεχνολογικά προσανατολισμένες επιχειρήσεις. Πρόκειται για εταιρείες που επενδύουν στην έρευνα και ανάπτυξη, δημιουργούν νέα προϊόντα ή υπηρεσίες και επιδιώκουν την επέκτασή τους σε διεθνείς αγορές. Για αυτές, η πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία έρευνας και καινοτομίας, η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά έργα και η ένταξη σε βιομηχανικά οικοσυστήματα αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες ανάπτυξης.
Από την άλλη πλευρά, όμως, βρίσκεται η μεγάλη πλειοψηφία των επιχειρήσεων και ειδικά στο κυπριακό επιχειρηματικό οικοσύστημα: μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο εμπόριο, στις υπηρεσίες και στη μικρής κλίμακας μεταποίηση. Οι επιχειρήσεις αυτές δεν έχουν ως κύριο στόχο την ανάπτυξη νέας τεχνολογίας, αλλά τη διατήρηση και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους μέσα σε ένα απαιτητικό περιβάλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο, ένα κρίσιμο στοιχείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι ο ρόλος της συμμόρφωσης. Οι επιχειρήσεις καλούνται να ανταποκριθούν σε ένα ολοένα αυξανόμενο σύνολο ευρωπαϊκών και εθνικών κανονισμών, που καλύπτουν από την ασφάλεια προϊόντων και την περιβαλλοντική συμμόρφωση μέχρι την ψηφιοποίηση και την εταιρική διακυβέρνηση. Για πολλές ΜμΕ -και ιδιαίτερα για τις πολύ μικρές- η συμμόρφωση αποτελεί το πρώτο και βασικό ζητούμενο.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι πριν ακόμη εξετάσουν ζητήματα ανάπτυξης, εξωστρέφειας ή καινοτομίας, οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει να διασφαλίσουν ότι μπορούν να λειτουργούν εντός του κανονιστικού πλαισίου. Η πραγματικότητα αυτή δεν αναιρεί τη σημασία της καινοτομίας. Αναδεικνύει, όμως, ότι η πορεία προς αυτήν δεν είναι ενιαία για όλες τις επιχειρήσεις.
Το προτεινόμενο ευρωπαϊκό πλαίσιο φαίνεται να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις ανάγκες των πιο καινοτόμων επιχειρήσεων, χωρίς αυτό να αναιρεί τη σημασία της υφιστάμενης προσέγγισης. Ωστόσο, η πρόκληση έγκειται στο πώς θα διασφαλιστεί ότι και η πλειοψηφία των ΜμΕ θα μπορέσει να προσαρμοστεί και να αξιοποιήσει τις νέες ευκαιρίες.
Το προτεινόμενο ευρωπαϊκό πλαίσιο φαίνεται να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις ανάγκες των πιο καινοτόμων επιχειρήσεων. Ωστόσο, η πρόκληση έγκειται στο πώς θα διασφαλιστεί ότι και η πλειοψηφία των ΜμΕ θα μπορέσει να προσαρμοστεί και να αξιοποιήσει τις νέες ευκαιρίες. Χωρίς αυτή τη διάσταση, υπάρχει ο κίνδυνος να ενισχυθούν κυρίως οι ήδη πιο ώριμες επιχειρήσεις, αφήνοντας πίσω ένα σημαντικό μέρος του επιχειρηματικού ιστού.
Για τον λόγο αυτό, καθίσταται κρίσιμο να διασφαλιστεί ότι οι μηχανισμοί στήριξης, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, είναι κατάλληλα διαμορφωμένοι ώστε να καλύπτουν ουσιαστικά το σύνολο των επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που βρίσκονται σε χαμηλότερο επίπεδο ωριμότητας. Σε ένα ολοένα και πιο σύνθετο κανονιστικό και επιχειρηματικό περιβάλλον, οι επιχειρήσεις αυτές χρειάζονται ένα είδος “άμεσης και πιο στοχευμένης πρακτικής υποστήριξης” που να τις βοηθήσει να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και, στη συνέχεια, να προχωρήσουν σταδιακά προς την ανάπτυξη και την υιοθέτηση καινοτομίας.
Η διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης δεν περνά μόνο μέσα από τους «πρωταθλητές» της έρευνας και της καινοτομίας, αλλά μέσα από την ενεργοποίηση και ενδυνάμωση του συνόλου των ΜμΕ. Μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί μια πραγματικά συμπεριληπτική και βιώσιμη ανάπτυξη, που να αντικατοπτρίζει τη δομή και τις ανάγκες της ευρωπαϊκής και κυπριακής οικονομίας.
Στο πλαίσιο αυτό, το ΚΕΒΕ παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο και θα συνεχίσει να συμβάλλει ενεργά στον διάλογο και στη διαμόρφωση πολιτικών, με στόχο τη διασφάλιση ότι οι ανάγκες του συνόλου των κυπριακών ΜμΕ λαμβάνονται επαρκώς υπόψη και μεταφράζονται σε ουσιαστική στήριξη στην πράξη.
* Διευθύντρια Τμήματος, Εμπορίου Υπηρεσιών & Ψηφιοποίησης ΚΕΒΕ