Δύο αιώνες και μισός μετά τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να προκαλούν το ίδιο ερώτημα που απασχολεί πολιτικούς, οικονομολόγους και επενδυτές. Πώς μια χώρα 250 ετών συνεχίζει να συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται ακόμη στην αρχή της διαδρομής της;

Ο χαρακτηρισμός της ως «250χρονης startup» δεν είναι απλώς ένα εύστοχο λεκτικό σχήμα. Είναι μια υπενθύμιση ότι η πραγματική ισχύς μιας οικονομίας δεν μετριέται μόνο από το μέγεθός της, αλλά από την ικανότητά της να ανανεώνεται.

Η αμερικανική οικονομία δεν κυριάρχησε επειδή απέφυγε τις κρίσεις. Γνώρισε υφέσεις, χρηματοπιστωτικές αναταράξεις, πολιτικές συγκρούσεις και διεθνείς ανταγωνισμούς. Εκείνο που τη διαφοροποιεί είναι η δυνατότητα να μετατρέπει κάθε μεγάλη πρόκληση σε αφετηρία ενός νέου κύκλου ανάπτυξης. Από τη βιομηχανική επανάσταση έως την ψηφιακή εποχή και σήμερα την τεχνητή νοημοσύνη, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν μια αξιοσημείωτη ικανότητα να δημιουργούν τις τεχνολογίες που αλλάζουν τον κόσμο.

Η επιτυχία αυτή δεν είναι τυχαία. Στηρίζεται σε ένα οικοσύστημα όπου τα πανεπιστήμια, η έρευνα, η επιχειρηματικότητα και οι κεφαλαιαγορές λειτουργούν συμπληρωματικά. Οι νέες ιδέες βρίσκουν χρηματοδότηση, οι επιχειρήσεις αναπτύσσονται γρήγορα και η αποτυχία αντιμετωπίζεται ως μέρος της διαδικασίας. Αυτή η κουλτούρα παραμένει ένα από τα σημαντικότερα συγκριτικά πλεονεκτήματα της αμερικανικής οικονομίας.

Την ίδια στιγμή, όμως, η εικόνα μόνο ειδυλλιακή δεν είναι. Το δημόσιο χρέος αυξάνεται, τα δημοσιονομικά ελλείμματα επιμένουν και η πολιτική πόλωση δυσκολεύει τη χάραξη σταθερής στρατηγικής. Ο ανταγωνισμός με την Κίνα επηρεάζει πλέον όχι μόνο το εμπόριο αλλά και την τεχνολογία, τις επενδύσεις και την εθνική ασφάλεια. Η εποχή της ανεμπόδιστης παγκοσμιοποίησης έχει παρέλθει και η οικονομία χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ως εργαλείο γεωπολιτικής ισχύος.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, πολλοί αναρωτιούνται αν η αμερικανική υπεροχή πλησιάζει στο τέλος της. Η ιστορία, όμως, διδάσκει ότι παρόμοιες προβλέψεις διατυπώθηκαν πολλές φορές τις τελευταίες δεκαετίες. Μετά την άνοδο της Ιαπωνίας, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και κατά την πανδημία, δεν έλειψαν όσοι προέβλεψαν ότι η οικονομική πρωτοκαθεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών είχε ολοκληρώσει τον κύκλο της. Μέχρι σήμερα, οι προβλέψεις αυτές δεν επιβεβαιώθηκαν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αμερικανική αγορά είναι απρόσβλητη από υπερβολές. Οι αποτιμήσεις αρκετών μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών ενσωματώνουν πολύ υψηλές προσδοκίες για το μέλλον και η συγκέντρωση κεφαλαίων σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς. Η αισιοδοξία δεν πρέπει να συγχέεται με την απουσία κινδύνου.

Για τους επενδυτές, αλλά και για τις μικρές ανοικτές οικονομίες όπως η κυπριακή, το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό. Υπάρχει σήμερα κάποια άλλη χώρα που να συνδυάζει στον ίδιο βαθμό θεσμική σταθερότητα, καινοτομία, πρόσβαση σε κεφάλαια, ερευνητική αριστεία και επιχειρηματική ελευθερία; Η Ευρώπη διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα, αλλά δυσκολεύεται να δημιουργήσει τεχνολογικούς κολοσσούς αντίστοιχου μεγέθους. Η Κίνα παραμένει παραγωγική υπερδύναμη, αλλά οι δημογραφικές εξελίξεις και η αυξημένη κρατική παρέμβαση δημιουργούν νέες αβεβαιότητες. Οι αναδυόμενες οικονομίες προσφέρουν ευκαιρίες, συνοδεύονται όμως από μεγαλύτερο κίνδυνο.

Η συζήτηση αφορά και την Κύπρο. Οι αποταμιεύσεις των πολιτών, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, τα επενδυτικά χαρτοφυλάκια και η ευρύτερη οικονομική δραστηριότητα επηρεάζονται ολοένα περισσότερο από τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές. Η πορεία της αμερικανικής οικονομίας δεν είναι μια μακρινή υπόθεση. Επηρεάζει άμεσα το κόστος δανεισμού, τις επενδύσεις, τις αποδόσεις των κεφαλαίων και τελικά τις προοπτικές ανάπτυξης και της δικής μας οικονομίας.

Ίσως, όμως, το σημαντικότερο δίδαγμα των 250 χρόνων να βρίσκεται αλλού. Οι μεγάλες οικονομίες δεν διατηρούν την πρωτοκαθεδρία τους επειδή δεν κάνουν λάθη. Τη διατηρούν επειδή διαθέτουν θεσμούς που τους επιτρέπουν να μαθαίνουν από αυτά. Η ποιότητα της δικαιοσύνης, η προστασία της επιχειρηματικότητας, η επένδυση στην εκπαίδευση, η ενίσχυση της έρευνας και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι οι πραγματικοί παράγοντες που δημιουργούν μακροχρόνια ευημερία. Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο νόημα της «250χρονης startup». Δεν περιγράφει μια χώρα που αρνείται να μεγαλώσει.

Περιγράφει μια οικονομία που εξακολουθεί να επενδύει στο μέλλον, με την αυτοπεποίθηση ενός νέου οργανισμού, χωρίς να εγκλωβίζεται στις επιτυχίες του παρελθόντος. Και αυτή είναι μια υπενθύμιση που αφορά όχι μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και κάθε χώρα που επιδιώκει να παραμείνει ανταγωνιστική σε έναν κόσμο που αλλάζει με πρωτοφανή ταχύτητα. Η επιτυχία δεν είναι ζήτημα ηλικίας. Είναι ζήτημα διαρκούς ανανέωσης. Και αυτό είναι ένα μάθημα που αφορά κάθε μικρή οικονομία που φιλοδοξεί να παραμείνει ανταγωνιστική στον 21ο αιώνα.

* Δικηγόρος στη Λάρνακα