Την περασμένη εβδομάδα, εν μέσω καύσωνα, η Κύπρος βίωσε ξανά κάτι που δεν θα έπρεπε να θεωρείται φυσιολογικό για ένα σύγχρονο ηλεκτρικό σύστημα: εκ περιτροπής διακοπές ρεύματος. Το εύλογο ερώτημα είναι γιατί επιμένουμε να αφήνουμε το σύστημα αδύναμο, ενώ μπορούμε κάλλιστα να το ενισχύσουμε άμεσα;
Ο λόγος που υλοποιήθηκαν οι εκ περιτροπής διακοπές ήταν επειδή η διαθέσιμη ισχύς δεν ήταν αρκετή για να καλύψει τη ζήτηση σε συγκεκριμένες ώρες. Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ότι η ισχύς που δεν μπορούσε να καλυφθεί ήταν περίπου 25–50 MW. Μια πολύ μικρή ποσότητα που θα μπορούσε να είχε προσφερθεί από τα συστήματα αποθήκευσης, εάν τα ώριμα έργα είχαν συνδεθεί και λειτουργήσει εγκαίρως.
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό πρόβλημα. Στη χώρα μας υπάρχουν έτοιμα ή σχεδόν έτοιμα έργα, πρόθυμα να προσθέσουν ευελιξία στο σύστημα. Αυτό που λείπει είναι η δυνατότητα γρήγορης σύνδεσής τους στο δίκτυο.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο εντοπίζεται σήμερα στους υποσταθμούς. Οι υποσταθμοί, με απλά λόγια, λειτουργούν σαν τα φώτα ενός μεγάλου δρόμου. Δεν παράγουν και δεν καταναλώνουν ηλεκτρισμό, αλλά καθορίζουν πόση ισχύς μπορεί να περάσει με ασφάλεια από τη μία πλευρά στην άλλη. Όπως ένας φωτεινός σηματοδότης δεν μπορεί να επιτρέψει σε όλα τα αυτοκίνητα να περάσουν ταυτόχρονα, έτσι και ένας υποσταθμός, δεν μπορεί να δεχθεί απεριόριστες ροές ισχύος.
Η λογική αυτή είναι σωστή. Δημιουργήθηκε, όμως, για ένα διαφορετικό ηλεκτρικό σύστημα. Το κυπριακό δίκτυο σχεδιάστηκε κυρίως για να μεταφέρει ηλεκτρισμό από μεγάλους σταθμούς παραγωγής, όπως το Βασιλικό και τη Δεκέλεια, προς τις πόλεις και τις περιοχές κατανάλωσης. Η ενέργεια ακολουθούσε μία βασική κατεύθυνση: από την παραγωγή προς το φορτίο.
Με την ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών, η κατεύθυνση αυτή άλλαξε. Περιοχές με πολλά φωτοβολταϊκά άρχισαν να παράγουν περισσότερη ενέργεια από όση καταναλωνόταν τοπικά. Υποσταθμοί που παλαιότερα τροφοδοτούσαν φορτία, άρχισαν να εξάγουν ενέργεια προς το υπόλοιπο σύστημα. Ορισμένοι από αυτούς ουσιαστικά «γύρισαν ανάποδα». Έτσι δημιουργήθηκαν περιορισμοί σύνδεσης, ώστε να αποφεύγονται υπερφορτώσεις και ανεξέλεγκτες αντίστροφες ροές. Για τα φωτοβολταϊκά, η προσέγγιση αυτή είχε βάση. Παράγουν όταν υπάρχει ήλιος και όχι όταν το σύστημα χρειάζεται κατ’ ανάγκη την ενέργεια. Αντίστοιχα, το φορτίο καταναλώνει όταν υπάρχει ανάγκη και δεν είναι απόλυτα ελεγχόμενο.
Σε αντίθεση με την αποθήκευση που είναι μια ελεγχόμενη τεχνολογία. Μια μπαταρία μπορεί να φορτίζει όταν υπάρχει πλεόνασμα, να εκφορτίζει όταν υπάρχει έλλειμμα και να σταματά όταν ο υποσταθμός είναι κορεσμένος. Μπορεί να λειτουργεί με εντολές του Διαχειριστή και να βοηθά το σύστημα αντί να το επιβαρύνει.
Γι’ αυτό και δεν είναι λογικό να αξιολογείται με τον ίδιο στατικό κανόνα που εφαρμόζεται σε φορτία και φωτοβολταϊκά. Αν σε μια περιοχή συνυπάρχουν παραγωγή, κατανάλωση και αποθήκευση, δεν πρέπει να θεωρούνται τρία ανεξάρτητα προβλήματα. Μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά.
Το φωτοβολταϊκό παράγει το μεσημέρι. Η μπαταρία μπορεί να απορροφήσει την περίσσεια ενέργεια όταν υπάρχει συμφόρηση και να την επιστρέψει αργότερα, όταν το σύστημα έχει ανάγκη ισχύος. Έτσι, η αποθήκευση μπορεί να κάνει τον υποσταθμό πιο ευέλικτο, όχι πιο επικίνδυνο.
Αυτό δεν σημαίνει απεριόριστη σύνδεση χωρίς τεχνικούς όρους. Σημαίνει ότι η αποθήκευση πρέπει να αξιολογείται βάσει της λειτουργίας και της πραγματικής της επίδρασης στο δίκτυο, όχι μόνο βάσει της ονομαστικής ισχύος της.
Μια μπαταρία 20 MW που δεσμεύεται να μη φορτίζει ή να μην εκφορτίζει όταν ο υποσταθμός είναι κορεσμένος, δεν έχει την ίδια επίδραση με ένα φωτοβολταϊκό πάρκο 20 MW. Η σύνδεσή της μπορεί να ρυθμιστεί με συστήματα ελέγχου, δυναμικά όρια, περιορισμούς λειτουργίας και εντολές του Διαχειριστή. Όχι με οριζόντιο αποκλεισμό.
Η σημερινή προσέγγιση δημιουργεί ένα παράδοξο: η Κύπρος περικόπτει φωτοβολταϊκή παραγωγή το μεσημέρι, χρειάζεται ισχύ το βράδυ, αναγνωρίζει την αποθήκευση ως λύση, αλλά καθυστερεί τη σύνδεση των ίδιων των μπαταριών που μπορούν να βοηθήσουν.
Ο Διαχειριστής ορθά επιβάλλει αυστηρούς τεχνικούς όρους. Ένας κορεσμένος υποσταθμός όμως, δεν χρειάζεται λιγότερη ευελιξία. Χρειάζεται περισσότερη. Δεν μπορεί να αποδειχθεί, εκ των υστέρων, ότι κάθε διακοπή θα είχε αποφευχθεί. Είναι όμως βέβαιο ότι εάν τα ώριμα έργα αποθήκευσης είχαν ήδη συνδεθεί, το σύστημα θα διέθετε περισσότερα εργαλεία για να αποτρέψει ή να περιορίσει τις διακοπές.
Η συζήτηση δεν εστιάζει πλέον στο εάν χρειαζόμαστε αποθήκευση. Αυτό έχει απαντηθεί. Αντ’ αυτού, είναι γιατί την καθυστερούμε με κανόνες που σχεδιάστηκαν για ένα παλαιότερο και λιγότερο ευέλικτο ηλεκτρικό σύστημα. Αν θέλουμε περισσότερες ΑΠΕ, λιγότερες περικοπές, μικρότερη εξάρτηση από καύσιμα και χαμηλότερο κίνδυνο διακοπών, πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε την αποθήκευση ως ένα ακόμα πρόβλημα σύνδεσης.
Η αποθήκευση είναι μέρος της λύσης. Και όσο οι μπαταρίες μένουν έξω από το δίκτυο, το δίκτυο παραμένει πιο αδύναμο από όσο θα μπορούσε να είναι.
*Σύμβουλος Ενέργειας