Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η τηλεργασία έχει εξελιχθεί σε μόνιμη πραγματικότητα της σύγχρονης αγοράς εργασίας, μεταβάλλοντας τον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων, την οργάνωση της παραγωγής και, κυρίως, το ίδιο το περιεχόμενο της εργασιακής σχέσης. Η τεχνολογία κατάργησε τα γεωγραφικά όρια και δημιούργησε νέες δυνατότητες ευελιξίας, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε πρωτόγνωρες νομικές προκλήσεις που το εργατικό δίκαιο καλείται να αντιμετωπίσει.

Η Κύπρος ανταποκρίθηκε στις εξελίξεις με την ψήφιση του περί Ρύθμισης του Πλαισίου Οργάνωσης της Τηλεργασίας Νόμου του 2023, Ν. 120(Ι)/2023, ο οποίος δεν περιορίζεται στην αναγνώριση της τηλεργασίας ως μορφής απασχόλησης, αλλά καθιερώνει πλαίσιο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για εργοδότες και εργαζομένους. Η σημασία του έγκειται στο ότι επιχειρεί να διατηρήσει την ισορροπία της εργασιακής σχέσης σε ένα περιβάλλον όπου ο χώρος εργασίας μεταφέρεται μέσα στην κατοικία.

Η τηλεργασία, κατά κανόνα, παραμένει προαιρετική. Προϋποθέτει γραπτή συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου και δεν μπορεί να συνεπάγεται δυσμενή μεταβολή των όρων εργοδότησης, ούτε δυσμενή μεταχείριση επειδή ο εργαζόμενος αρνήθηκε να εργαστεί εξ αποστάσεως. Η ευελιξία δεν μπορεί, συνεπώς, να λειτουργήσει ως μέσο μονομερούς επιβολής νέων όρων εργασίας.

Εξίσου σημαντική είναι η πρόβλεψη ότι το οικονομικό βάρος της τηλεργασίας δεν μεταφέρεται στον εργαζόμενο. Ο εργοδότης αναλαμβάνει το κόστος του εξοπλισμού, των τηλεπικοινωνιών, της χρήσης του οικιακού χώρου, της συντήρησης και της τεχνικής υποστήριξης. Η ρύθμιση αποτρέπει τον κίνδυνο να χρηματοδοτεί ο εργαζόμενος την οργάνωση της εργασίας του εργοδότη.

Ο νόμος ενισχύει τη διαφάνεια, υποχρεώνοντας τον εργοδότη, εντός οκτώ ημερών από την έναρξη της τηλεργασίας, να ενημερώνει γραπτώς τον εργαζόμενο για τους ειδικούς όρους της. Σε αυτούς περιλαμβάνονται το κόστος, ο εξοπλισμός, η τεχνική υποστήριξη, η τηλετοιμότητα, τα μέτρα ασφάλειας και το δικαίωμα αποσύνδεσης. Η τηλεργασία δεν αποτελεί πλέον άτυπη διευθέτηση καλής θέλησης, αλλά σχέση με σαφείς και αποδείξιμους κανόνες.

Εποπτεία, ιδιωτικότητα και αποσύνδεση

Ένα από τα ουσιωδέστερα ζητήματα είναι η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος. Η ψηφιακή τεχνολογία επιτρέπει την καταγραφή του χρόνου σύνδεσης, της χρήσης εφαρμογών και της παραγωγικότητας μέσω ειδικών λογισμικών. Ωστόσο, η εργοδοτική εποπτεία δεν είναι απεριόριστη.

Ο Ν.120(Ι)/2023, σε συνδυασμό με τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων, απαιτεί η αξιολόγηση της απόδοσης να σέβεται την ιδιωτική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα του εργαζομένου. Πριν από την εφαρμογή συστημάτων παρακολούθησης ή αξιολόγησης, ο εργοδότης οφείλει να διενεργεί εκτίμηση αντικτύπου για την προστασία δεδομένων και, όπου απαιτείται, να διαβουλεύεται με την Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων. Απαγορεύεται, μάλιστα, ρητά η παρακολούθηση μέσω κάμερας ή άλλων παρεμβατικών εφαρμογών για τον έλεγχο της απόδοσης.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά το δικαίωμα αποσύνδεσης, το οποίο η κυπριακή νομοθεσία κατοχυρώνει ρητά. Ο τηλεργαζόμενος δικαιούται να αποσυνδέεται από τα ηλεκτρονικά μέσα παροχής εργασίας, χωρίς να υφίσταται δυσμενή συνέπεια επειδή άσκησε το δικαίωμά του. Τα τεχνικά και οργανωτικά μέσα αποσύνδεσης πρέπει να αποτελούν μέρος των όρων της τηλεργασίας.

Σε μια εποχή όπου τα ηλεκτρονικά μηνύματα, οι τηλεδιασκέψεις και η προσδοκία διαρκούς διαθεσιμότητας επεκτείνονται πέραν του ωραρίου, το δικαίωμα αυτό αποτελεί ουσιαστική εγγύηση της προσωπικής και οικογενειακής ζωής.

Ίση μεταχείριση

Ο νόμος κατοχυρώνει παράλληλα την ίση μεταχείριση. Οι τηλεργαζόμενοι έχουν τα ίδια δικαιώματα ως προς τον όγκο εργασίας, την αξιολόγηση, την κατάρτιση, την επαγγελματική εξέλιξη, τις επιβραβεύσεις και τη συνδικαλιστική δράση με όσους εργάζονται στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης. Η φυσική απουσία από το γραφείο δεν μπορεί να μετατρέπεται σε επαγγελματικό μειονέκτημα.

Οι ρυθμίσεις αυτές αποκτούν μεγαλύτερη σημασία υπό το πρίσμα της τεχνητής νοημοσύνης. Επιχειρήσεις χρησιμοποιούν ήδη αλγοριθμικά συστήματα για την επιλογή προσωπικού, την αξιολόγηση της απόδοσης και τη λήψη αποφάσεων που επηρεάζουν την επαγγελματική εξέλιξη. Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη χαρακτηρίζει αρκετές από αυτές τις εφαρμογές ως υψηλού κινδύνου και επιβάλλει υποχρεώσεις διαφάνειας, ανθρώπινης εποπτείας και λογοδοσίας.

Η πραγματική πρόκληση δεν είναι αν η τεχνολογία θα συνεχίσει να μετασχηματίζει την εργασία. Το ερώτημα είναι αν το δίκαιο θα διασφαλίσει ότι η ψηφιακή μετάβαση θα παραμείνει προσανατολισμένη στον άνθρωπο. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ιδιωτική ζωή, η ίση μεταχείριση, η ασφάλεια και η προστασία του ασθενέστερου μέρους δεν μπορούν να υποχωρήσουν απέναντι στην τεχνολογική πρόοδο.

Όσο η εργασία γίνεται περισσότερο ψηφιακή, τόσο μεγαλύτερη καθίσταται η ανάγκη για ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό εργατικό δίκαιο, που θα εγγυάται ότι η τεχνολογία υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το αντίστροφο.

* Δικηγόρος στη Λάρνακα