Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η ακρίβεια δεν ξεκινά στο ράφι της υπεραγοράς. Όταν ένα προϊόν φτάσει στο ράφι, έχει ήδη συσσωρεύσει κόστος σε όλα τα προηγούμενα στάδια. Και αν υπάρχει ένας παράγοντας που επηρεάζει οριζόντια ολόκληρη την οικονομία, αυτός είναι το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος.

Για παράδειγμα, ένας φούρνος πληρώνει ηλεκτρικό ρεύμα για την παραγωγή και την ψύξη. Η βιομηχανία τροφίμων για την παραγωγή, την επεξεργασία και την αποθήκευση. Η υπεραγορά για ψυγεία, καταψύκτες, φωτισμό και κλιματισμό. Το ξενοδοχείο για εκατοντάδες δωμάτια και εγκαταστάσεις. Όταν το ηλεκτρικό ρεύμα είναι ακριβό, το κόστος αυτό ενσωματώνεται στην τιμή του προϊόντος ή της υπηρεσίας και καταλήγει στον καταναλωτή.

Γι’ αυτό, η μείωση του κόστους του ηλεκτρισμού έχει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα. Δεν μειώνει μόνο τον λογαριασμό της ΑΗΚ στο σπίτι. Μειώνει το κόστος λειτουργίας της επιχείρησης, το κόστος παραγωγής και, εφόσον υπάρχει πραγματικός ανταγωνισμός, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για χαμηλότερες τιμές στην αγορά.

Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν δούμε τη συνολική εικόνα της οικονομίας. Η κυπριακή οικονομία αναπτύσσεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς. Η ανεργία υποχώρησε στο 3,6% το δεύτερο τρίμηνο του 2026 και η απασχόληση στις ηλικίες 20-64 ετών έφθασε στο ιστορικά υψηλό 82,8%. Τα δημόσια οικονομικά είναι επίσης ισχυρά, με δημοσιονομικό πλεόνασμα €770,6 εκατ. στο πρώτο επτάμηνο του έτους.

Πίσω όμως από τους θετικούς δείκτες υπάρχει μια διαφορετική πραγματικότητα για σημαντικό μέρος της κοινωνίας. Σύμφωνα με στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, το 33,9% των υπαλλήλων λαμβάνει ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές κάτω από €1.500, ενώ για πολλούς οι πραγματικές απολαβές είτε παραμένουν στάσιμες είτε υποχωρούν. Η οικονομία αναπτύσσεται, αλλά η ακρίβεια απορροφά σημαντικό μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Το πρόβλημα πρέπει να αντιμετωπιστεί όχι μόνο με μέτρα που ενισχύουν το εισόδημα, αλλά και μειώνοντας βασικές επιβαρύνσεις που μπορούμε να επηρεάσουμε ως οικονομία. Και ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που μπορούμε να επηρεάσουμε είναι το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας.

Παρά τη σημαντική διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, το χαμηλότερο κόστος παραγωγής τους δεν μεταφράζεται στον βαθμό που θα έπρεπε σε χαμηλότερο κόστος ηλεκτρισμού για τον καταναλωτή. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσες ΑΠΕ θα εγκαταστήσουμε, αλλά πώς η φθηνότερη παραγωγή θα μετατραπεί σε φθηνότερο ρεύμα για τον πολίτη και την επιχείρηση. Για να το πετύχουμε αυτό, προτείνω τα εξής:

1. Αλλαγή του ενεργειακού μας μείγματος: Σύμφωνα με τη μελέτη που έχω παρουσιάσει για την ενεργειακή αυτονομία της Κύπρου, μπορούμε να αυξήσουμε σημαντικά τη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μας μείγμα, καλύπτοντας πέραν του 90% της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό δεν σημαίνει κατάργηση της συμβατικής παραγωγής, αλλά αλλαγή της αναλογίας. Όσο μεγαλύτερο μέρος των αναγκών μας καλύπτεται από φθηνότερη παραγωγή από ΑΠΕ, τόσο μικρότερο θα καλύπτεται από ακριβότερα εισαγόμενα καύσιμα. Στην ίδια εξίσωση εντάσσεται και το φυσικό αέριο, το οποίο μπορεί να αντικαταστήσει ακριβότερα και πιο ρυπογόνα καύσιμα στη συμβατική παραγωγή που θα εξακολουθήσουμε να χρειαζόμαστε.

2. Επιτάχυνση της αποθήκευσης: Σήμερα, σε περιόδους μεγάλης παραγωγής από φωτοβολταϊκά, μέρος της ενέργειας περικόπτεται, ενώ λίγες ώρες αργότερα αυξάνεται ξανά η ανάγκη για συμβατική παραγωγή. Χρειαζόμαστε ταχεία ανάπτυξη κεντρικών συστημάτων αποθήκευσης, ώστε να αξιοποιούμε την πλεονάζουσα φθηνή ενέργεια τις ώρες που τη χρειαζόμαστε, αλλά και ανάπτυξη της ιδιωτικής αποθήκευσης. Η αποθήκευση πρέπει να αποτελεί οργανικό μέρος της πολιτικής για τις ΑΠΕ και όχι συμπληρωματική επιλογή.

3. Αλλαγή του μοντέλου αγοράς: Ακόμη και με περισσότερες ΑΠΕ και αποθήκευση, παραμένει ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος καρπώνεται το όφελος από το χαμηλότερο κόστος παραγωγής; Γι’ αυτό έχω προτείνει ένα μοντέλο Ενιαίου Αγοραστή (Single Buyer Model), με κεντρικό ρόλο της ΑΗΚ. Η ηλεκτρική ενέργεια από ΑΠΕ θα αγοράζεται στη βάση μακροχρόνιων συμφωνιών και διαφανών κανόνων, με τιμές που θα διασφαλίζουν λογική και προβλέψιμη απόδοση για τον παραγωγό, χωρίς υπερβολικά περιθώρια κέρδους. Η λογική είναι απλή: εάν η ενέργεια παράγεται φθηνά, πρέπει και να αγοράζεται φθηνά. Και το όφελος πρέπει να περνά στη συνολική τιμή του ηλεκτρισμού και τελικά στον καταναλωτή.

Τα τρία μέρη συνδέονται: περισσότερες ΑΠΕ για αλλαγή του ενεργειακού μείγματος, περισσότερη αποθήκευση για αξιοποίηση της φθηνής παραγωγής και ένα νέο μοντέλο αγοράς, ώστε το όφελος να καταλήγει στον καταναλωτή. Αυτή είναι μια διαρθρωτική παρέμβαση κατά της ακρίβειας. Δεν έχει νόημα να επιδοτούμε τις συνέπειες ενός ακριβού συστήματος χωρίς να αλλάζουμε το ίδιο το σύστημα.

Το φθηνότερο ρεύμα δεν θα λύσει από μόνο του ολόκληρο το πρόβλημα, αλλά μπορούμε να παρέμβουμε αποφασιστικά σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος σε ολόκληρη την οικονομία. Και στην Κύπρο, μια τέτοια παρέμβαση πρέπει να ξεκινά από το ηλεκτρικό ρεύμα.  

* Ειδικός σε θέματα ενέργειας / Διευθύνων Σύμβουλος Dracoudis Energy