Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποίησε χθες ότι οι προοπτικές για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη τα επόμενα πέντε χρόνια είναι οι πιο αδύναμες εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες, προτρέποντας τις χώρες να λάβουν μέτρα για την ενίσχυση της παραγωγικότητας.

Το Ταμείο βλέπει την παγκόσμια οικονομία να επεκτείνεται περίπου κατά 3% την επόμενη πενταετία, καθώς τα υψηλότερα επιτόκια παίζουν ανασταλτικό ρόλο, δήλωσε η γενική διευθύντρια Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, όπως αναφέρει το Bloomberg. Πρόκειται για τη χαμηλότερη μεσοπρόθεσμη πρόβλεψη ανάπτυξης από το 1990.

Για το 2023, το παγκόσμιο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν πιθανότατα θα αυξηθεί κατά λιγότερο από 3%, σημείωσε η κ. Γκεοργκίεβα. Αυτό είναι σύμφωνο με την πρόβλεψη του Ταμείου τον Ιανουάριο περί ανάπτυξης 2,9%.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Φίλιπ Λέιν από Κύπρο: Χειρότερα χωρίς αύξηση επιτοκίων

Περίπου το 90% των προηγμένων οικονομιών θα δει την ανάπτυξη να επιβραδύνεται φέτος, καθώς η αυστηρότερη νομισματική πολιτική επιβαρύνει τη ζήτηση και επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα στις ΗΠΑ και στη ζώνη του ευρώ, ανέφερε το ΔΝΤ. Εξηγεί δε, ότι η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει επιδεινώσει τις ήδη τεταμένες σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, παρόξυνε μια παγκόσμια κρίση πληθωρισμού και διευρύνει το φαινόμενο της πείνας σε όλο τον κόσμο.

«Με τις αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, με τον πληθωρισμό να συνεχίζει να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, μια ισχυρή ανάκαμψη παραμένει ως επί το πλείστον απίθανη», ανέφερε η κ. Γκεοργκίεβα. «Αυτό βλάπτει τις προοπτικές όλων, ειδικά τους πιο ευάλωτους ανθρώπους και τις πιο ευάλωτες χώρες».

Ορισμένες αναδυόμενες αγορές παρουσιάζουν ανθεκτικότητα, ιδιαίτερα στην Ασία, με την Ινδία και την Κίνα να αναμένεται να αντιπροσωπεύσουν το ήμισυ της παγκόσμιας οικονομικής επέκτασης.

Παρά τις ζοφερές προοπτικές ανάπτυξης, ο υψηλός πληθωρισμός σημαίνει ότι οι κεντρικές τράπεζες λογικά θα συνεχίσουν να αυξάνουν τα επιτόκια, όσο οι πιέσεις χρηματοπιστωτικής σταθερότητας παραμένουν περιορισμένες, μετά την πρόσφατη αναταραχή του τραπεζικού κλάδου στις ΗΠΑ και την Ελβετία, συνέχισε η κ. Γκεοργκίεβα.