Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ενισχύει αισθητά την εποπτεία της στις διασυνδέσεις των τραπεζών με τον ταχέως αναπτυσσόμενο κλάδο του private credit, καθώς η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με πιέσεις στην εμπιστοσύνη των επενδυτών και με τα πρώτα σημάδια έντασης σε ορισμένα επενδυτικά κεφάλαια.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η ΕΚΤ ζητά φέτος από περισσότερες από 20 τράπεζες να καταθέσουν αναλυτικά στοιχεία για την έκθεσή τους στο private credit. Ο αριθμός αυτός είναι σχεδόν διπλάσιος σε σχέση με τις περίπου δώδεκα τράπεζες που είχαν συμμετάσχει σε αντίστοιχες ασκήσεις τα προηγούμενα χρόνια. Όσα πιστωτικά ιδρύματα εμφανίζουν ουσιαστική έκθεση στον συγκεκριμένο τομέα θα καλούνται πλέον να υποβάλλουν σχετικές αναφορές σε ετήσια βάση.
Η παρακολούθηση του κλάδου από την ΕΚΤ αποτελεί συνέχεια των ελέγχων που διενεργούνται τα τελευταία δύο χρόνια. Ωστόσο, η προσοχή των εποπτικών αρχών έχει ενταθεί τους τελευταίους μήνες, μετά τις κινήσεις ορισμένων funds να επιβάλουν περιορισμούς στις αναλήψεις κεφαλαίων από επενδυτές.
Η ευρωπαϊκή εποπτική αρχή ανησυχεί για τον τρόπο με τον οποίο οι παραδοσιακές τράπεζες καταγράφουν και παρακολουθούν τις εκθέσεις τους στο private credit. Οι προβληματισμοί αυτοί διατυπώνονται παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη αγορά παραμένει μικρότερη στην Ευρωζώνη σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι τράπεζες με τη μεγαλύτερη έκθεση
Σύμφωνα με στοιχεία της Bloomberg Intelligence, η έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών στο private credit συγκεντρώνεται κυρίως σε τέσσερις μεγάλους ομίλους: Deutsche Bank, Barclays, BNP Paribas και HSBC. Οι τέσσερις αυτές τράπεζες αντιπροσωπεύουν σχεδόν τα δύο τρίτα της συνολικής έκθεσης του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου στο private credit.
Παρά την αυξημένη εποπτική προσοχή, οι αναλυτές της Bloomberg Intelligence εκτιμούν ότι ο κίνδυνος παραμένει διαχειρίσιμος. Όπως επισημαίνουν, οι γνωστοποιημένες εκθέσεις αντιστοιχούν μόλις στο 2,3% του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων των τραπεζών.
Η Σάρον Ντόνερι, μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, ανέφερε πρόσφατα ότι οι εκθέσεις των τραπεζών στο private credit εξακολουθούν να είναι σχετικά περιορισμένες σε σύγκριση με άλλα στοιχεία ενεργητικού. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς.
Όπως σημείωσε, το κρίσιμο ζήτημα δεν αφορά μόνο το ύψος των εκθέσεων, αλλά κυρίως την ικανότητα των τραπεζών να τις συγκεντρώνουν, να τις καταγράφουν και να τις παρακολουθούν με αποτελεσματικό τρόπο.
Η ΕΚΤ επιδιώκει να διαπιστώσει σε ποιες περιπτώσεις οι τράπεζες χρηματοδοτούν επιχειρήσεις παράλληλα με private credit funds. Παράλληλα, εξετάζει κατά πόσο υπάρχουν επικαλυπτόμενες εκθέσεις μεταξύ κεφαλαίων, επενδυτών και εταιρειών χαρτοφυλακίου.
Σύμφωνα με την Ντόνερι, αδυναμίες σε αυτό το πεδίο μπορεί να δυσχεράνουν τον εντοπισμό συγκεντρωμένων κινδύνων, συσχετίσεων και πιθανών διαύλων μετάδοσης πιέσεων, ιδίως σε περιόδους αναταραχής στις αγορές.
Αγορά 1,8 τρισ. δολαρίων
Η παγκόσμια αγορά private credit υπολογίζεται πλέον σε περίπου 1,8 τρισ. δολάρια. Ο κλάδος έχει αναπτυχθεί θεαματικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, προσφέροντας χρηματοδότηση σε πιο ριψοκίνδυνα τμήματα της οικονομίας, εκτός του αυστηρά ρυθμιζόμενου τραπεζικού συστήματος.
Αν και η χρηματοδότηση προέρχεται κυρίως από εξειδικευμένα επενδυτικά κεφάλαια, οι τράπεζες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικούς δεσμούς με τον κλάδο. Οι δεσμοί αυτοί περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την παροχή μόχλευσης και άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων που ενισχύουν τις αποδόσεις των funds.