Tο δολάριο υποχωρεί μετά την απόφαση της Fed – Ο χρυσός συνεχίζει να κινείται ελαφρώς υψηλότερα των 4.000 – Οι τιμές των αμερικανικών μετοχών μειώνονται

Το αμερικανικό δολάριο ξεκίνησε την εβδομάδα υπό πίεση, καθώς ΗΠΑ και Ιράν συμφώνησαν το περασμένο Σαββατοκύριακο σε προσωρινή παύση των εχθροπραξιών, έπειτα από δύο εβδομάδες ανταλλαγής επιθέσεων.

Παρότι η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε διψήφια πτώση των τιμών του πετρελαίου, σε σύγκριση με το κλείσιμο της Παρασκευής 24/7, οι επενδυτές παρέμειναν πεπεισμένοι ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) θα προχωρήσει σύντομα σε αύξηση των επιτοκίων, προκειμένου να περιορίσει τον πληθωρισμό και να μειώσει τους ανοδικούς κινδύνους που δημιουργήθηκαν από την αναζωπύρωση των εντάσεων.

Άλλωστε, οι τιμές του πετρελαίου είχαν ανακάμψει έως και κατά 40% από τα χαμηλά της 2ας Ιουλίου, πριν υποχωρήσουν μετά τις ανακοινώσεις για την προσωρινή αναστολή των συγκρούσεων.

Αυτός ενδεχομένως είναι ο λόγος που η υποχώρηση του δολαρίου αποδείχθηκε βραχύβια, με το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα να ανακάμπτει ενόψει της συνεδρίασης της FOMC την Τετάρτη.

Παρότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εξέφρασε εκ νέου την πρόθεσή του να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με στόχο την επίτευξη μόνιμης ειρηνευτικής συμφωνίας με το Ιράν, οι επενδυτές φαίνεται να πείθονται ολοένα και λιγότερο ότι κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί στο άμεσο μέλλον, διατηρώντας επιφυλακτική στάση απέναντι στον κίνδυνο νέας κλιμάκωσης.

Πράγματι, αυτό ακριβώς συνέβη κατά τις ασιατικές ώρες διαπραγμάτευσης της Τετάρτης. Μετά από μια σύντομη περίοδο σχετικής ηρεμίας, οι εντάσεις κλιμακώθηκαν εκ νέου, όταν το Ιράν επιχείρησε αιφνιδιαστική επίθεση κατά αμερικανικών στρατευμάτων στην περιοχή. Στη συνέχεια, ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα πλήξουν σκληρά το Ιράν. Οι τιμές του πετρελαίου αντέδρασαν ανοδικά μετά τις επιθέσεις και ενίσχυσαν περαιτέρω την ανάκαμψή τους ύστερα από τις απειλές του Αμερικανού προέδρου.

Η Fed επεκετίνει τη στάση αναμονής

Αργότερα την ίδια ημέρα, η Fed διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια της. Ωστόσο, τρία μέλη της Επιτροπής διαφώνησαν με την απόφαση, ψηφίζοντας υπέρ της αύξησης των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης.

Κατά τη συνέντευξη Τύπου, ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς, επανέλαβε τη δέσμευσή του να επαναφέρει τον πληθωρισμό στον στόχο του 2%, που έχει θέσει η Επιτροπή, αποφεύγοντας όμως να δώσει σαφείς ενδείξεις για την επόμενη κίνηση της κεντρικής τράπεζας. Αρκέστηκε να δηλώσει ότι: «Όπου κριθεί αναγκαίο και ενδεδειγμένο, δεν θα διστάσουμε να αναλάβουμε δράση».

Παρά τα σχετικά επιθετικά («hawkish») στοιχεία της ανακοίνωσης, το δολάριο ΗΠΑ υποχώρησε μετά την απόφαση. Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι οι επενδυτές είχαν προσέλθει στη συνεδρίαση αποτιμώντας πιθανότητα περίπου 35% για αύξηση των επιτοκίων ήδη σε αυτή τη συνεδρίαση.

Εναλλακτικά, η αγορά ίσως ανέμενε σαφέστερα μηνύματα σχετικά με το χρονοδιάγραμμα της αύξησης των επιτοκίων. Αυτό αποτυπώνεται και στην τιμολόγηση της αγοράς, καθώς ενώ προηγουμένως μια αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο θεωρούνταν πλήρως προεξοφλημένη, πλέον αποδίδεται πιθανότητα 75%, με το υπόλοιπο 25% να αντιστοιχεί στο σενάριο διατήρησης αμετάβλητων επιτοκίων. Ωστόσο, μια δεύτερη αύξηση ίδιου μεγέθους εξακολουθεί να έχει πλήρως ενσωματωθεί στις αποτιμήσεις για τον Μάρτιο του 2027.

Ο χρυσός κινήθηκε χαμηλότερα, σταθεροποιούμενος κοντά στη ζώνη των 4.000 δολαρίων ενόψει της απόφασης της Fed. Μετά το αποτέλεσμα της συνεδρίασης, το οποίο αξιολογήθηκε ως λιγότερο επιθετικό από ό,τι ανέμενε η αγορά, η τιμή του ανέκαμψε έως και τα 4.115 δολάρια. Ωστόσο, γρήγορα ανέστρεψε μεγάλο μέρος αυτών των κερδών, καθώς οι αεροπορικές επιδρομές στη Μέση Ανατολή επανεκκίνησαν, εντείνοντας τις ανησυχίες ότι η νέα άνοδος των τιμών του πετρελαίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερο πληθωρισμό.

Ανησυχία για εταιρείες τεχνολογίας

Η εξέλιξη των τιμών των αμερικανικών μετοχών εξακολουθεί να επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό από τις αυξανόμενες ανησυχίες για τις υψηλές δαπάνες για τις επενδύσεις σε Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) και τις προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική της Fed σε συνάρτηση με τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τις διεθνείς τιμές ενέργειας.

Η κερδοφορία των αμερικανικών εταιριών συνεχίζει να κινείται με πολύ υψηλό ρυθμό. Κατά τη διάρκεια του β’ τριμήνου του 2026, τα κέρδη των εταιριών που αποτελούν τον δείκτη S&P500 ενισχύθηκαν κατά 37% (σε ετήσια βάση), καταγράφοντας τον υψηλότερο ρυθμό από το 2021. Παρά τον ισχυρό ρυθμό μεγέθυνσης της κερδοφορίας των αμερικανικών εταιριών, οι επενδυτές ανησυχούν για τις υψηλές αποτιμήσεις των εταιριών του τεχνολογικού τομέα.

Συγκεκριμένα, οι επενδυτές ανησυχούν για το εάν οι πολύ υψηλές επενδύσεις σε υποδομές ΤΝ θα μπορούν να μεταφραστούν σε ικανοποιητική κερδοφορία.

Ενδεικτικά, αξίζει να αναφερθεί ότι οι συνολικές επενδύσεις σε ΤΝ των εταιριών Microsoft, Alphabet, Meta, Amazon και Oracle αναμένεται να ανέλθουν κοντά στα 700 δισ. δολ. κατά τη διάρκεια του 2026.

Αυξανόμενη ανησυχία απορρέει επίσης και από τη σημαντική τεχνολογική πρόοδο που έχουν σημειώσει οι κινεζικές εταιρίες κατασκευής ημιαγωγών και μνήμης που θα μπορούσαν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα να είναι σε θέση να ανταγωνιστούν τους υφιστάμενους τεχνολογικούς κολοσσούς.

Ο δείκτης Nasdaq100 (που αποτελείται κυρίως από εταιρίες τεχνολογίας) υποχώρησε κατά περίπου 6,5% σε σχέση με την Τετάρτη 22 Ιουλίου, όταν οι εταιρίες Alphabet, Tesla και Intel δημοσίευσαν τα εταιρικά τους αποτελέσματα για το β’ τρίμηνο του 2026.

Οι επαναλαμβανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις στην Μέση Ανατολή επαναφέρουν τις διεθνείς τιμές ενέργειας σε πολύ υψηλό επίπεδο, ανατροφοδοτώντας τις ανησυχίες για διατήρηση του υψηλού πληθωρισμού για σχετικά μακρύ χρονικό διάστημα.

Ως εκ τούτου, έχουν ενισχυθεί οι προσδοκίες των επενδυτών για την Fed να προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων της. Η πιθανή μετάβαση της Fed σε πιο περιοριστική νομισματική πολιτική είναι αρκετά πιθανό να συμβάλει στη μείωση των τιμών των μετοχών, διότι τα υψηλότερα επιτόκια συνεπάγονται χαμηλότερες αποτιμήσεις.

* Ανώτερος Αναλυτής Αγορών, Trading Point Market Analysis

** Αναλυτής Αγορών, Trading Point Market Analysis