Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΣε κλοιό ισχυρών πιέσεων βρίσκονται οι αγορές κρατικών ομολόγων παγκοσμίως, με τις αποδόσεις των τίτλων μακράς λήξης να εκτινάσσονται σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν εδώ και δεκαετίες.
Οι επενδυτές επανεκτιμούν τους κινδύνους που δημιουργούν ο πληθωρισμός, τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και η συνεχής αύξηση της προσφοράς χρέους. Το sell-off εκτείνεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη έως τη Βρετανία και την Ιαπωνία, αποτυπώνοντας μια ευρύτερη αλλαγή στις διεθνείς αγορές ομολόγων.
Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού Treasury ανήλθε στο 5,32%, το υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα του 2007. Από τα τέλη Ιουνίου έχει αυξηθεί κατά σχεδόν 40 μονάδες βάσης.
Στην Ευρώπη, η απόδοση του 30ετούς γαλλικού ομολόγου κινείται στα υψηλότερα επίπεδα από το 2008, ενώ η αντίστοιχη γερμανική απόδοση βρίσκεται σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 2011.
Στη Βρετανία, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων πλησιάζουν το 6%, ενώ στην Ιαπωνία βρίσκονται κοντά σε ιστορικά υψηλά.
Ο μέσος δείκτης απόδοσης ενός χαρτοφυλακίου κρατικών ομολόγων επενδυτικής βαθμίδας έχει ανέλθει σχεδόν στο 4,5%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2015, όταν ξεκίνησε η αντίστοιχη σειρά στοιχείων του Bloomberg.
Γιατί εκτοξεύονται οι αποδόσεις
Οι πιέσεις στα μακροπρόθεσμα ομόλογα συνδέονται με μια σειρά παραγόντων που λειτουργούν ταυτόχρονα.
Η άνοδος των τιμών ενέργειας λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή ενισχύει τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό. Παράλληλα, καλλιεργεί προσδοκίες ότι η ομοσπονδιακή κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ και άλλες κεντρικές τράπεζες θα χρειαστεί να διατηρήσουν αυστηρότερη νομισματική πολιτική για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Την ίδια ώρα, οι επενδυτές ανησυχούν για τη δημοσιονομική κατάσταση των μεγάλων οικονομιών. Οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να αυξάνουν τον δανεισμό τους, ενώ η άνοδος των αποδόσεων ανεβάζει το κόστος εξυπηρέτησης του υφιστάμενου χρέους.
Η εξέλιξη δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: υψηλότεροι τόκοι επιβαρύνουν τα ελλείμματα, τα μεγαλύτερα ελλείμματα αυξάνουν τις ανάγκες χρηματοδότησης και η επιπλέον έκδοση ομολόγων ασκεί νέες πιέσεις στις αποδόσεις.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι δαπάνες για τόκους του ομοσπονδιακού χρέους έχουν ήδη φτάσει τα $1,17 τρισ. στο τρέχον δημοσιονομικό έτος, σημειώνοντας ετήσια αύξηση 15%.
Η «τέλεια καταιγίδα» στις αγορές
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον πληθωρισμό και στη δημοσιονομική πολιτική. Οι αγορές αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα αυξημένη προσφορά κρατικών και εταιρικών ομολόγων, καθώς και ουσιαστικές αλλαγές στη σύνθεση της επενδυτικής βάσης.
Οι εταιρείες τεχνολογίας χρειάζονται τεράστια κεφάλαια για τη χρηματοδότηση των επενδύσεών τους στην τεχνητή νοημοσύνη και στρέφονται ολοένα περισσότερο στις αγορές ομολόγων. Με τον τρόπο αυτό αυξάνουν περαιτέρω την προσφορά τίτλων μεγάλης διάρκειας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Alphabet, η οποία προωθεί την πρώτη της έκδοση ομολόγων σε αυστραλιανό νόμισμα, ύψους 5 δισ. δολαρίων Αυστραλίας.
Υποχωρεί η ζήτηση από τα συνταξιοδοτικά ταμεία
Την ίδια ώρα, μειώνεται η παραδοσιακή ζήτηση για μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα από τα συνταξιοδοτικά ταμεία.
Η μετάβαση από συνταξιοδοτικά συστήματα καθορισμένων παροχών, σε συνδυασμό με κανονιστικές αλλαγές που ενθαρρύνουν μεγαλύτερες τοποθετήσεις σε μετοχές, περιορίζει τις αγορές τίτλων μεγάλης διάρκειας από μεγάλους θεσμικούς επενδυτές.
Παράλληλα, η αγορά αμερικανικών Treasuries εξαρτάται περισσότερο από ιδιώτες επενδυτές και λιγότερο από θεσμικούς επενδυτές του επίσημου τομέα, όπως οι κεντρικές τράπεζες.
Οι ιδιώτες επενδυτές είναι περισσότερο ευαίσθητοι στις αποδόσεις και ζητούν υψηλότερη αποζημίωση για να αναλάβουν τον κίνδυνο που συνεπάγεται η διακράτηση ομολόγων μεγάλης διάρκειας.
Σύμφωνα με αναλυτές της Barclays, η αλλαγή στη σύνθεση των αγοραστών κατά την τελευταία δεκαετία έχει συμβάλει κατά περίπου 90 μονάδες βάσης στην αύξηση του term premium. Πρόκειται για την πρόσθετη απόδοση που απαιτούν οι επενδυτές προκειμένου να διακρατούν μακροπρόθεσμα αμερικανικά ομόλογα.
Οι ΗΠΑ στο επίκεντρο των πιέσεων
Η άνοδος της απόδοσης του 30ετούς Treasury αποτελεί σημαντικό πρόβλημα για την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς το υψηλότερο κρατικό κόστος δανεισμού μεταφέρεται σταδιακά στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο, καθώς οι επενδυτές αναμένεται να εξετάσουν ακόμη αυστηρότερα τη δημοσιονομική πολιτική και την πορεία του αμερικανικού χρέους.
Με τα ετήσια δημοσιονομικά ελλείμματα των ΗΠΑ να προσεγγίζουν τα $2 τρισ., οι αγορές αξιολογούν κατά πόσο η αυξανόμενη προσφορά Treasuries μπορεί να απορροφηθεί χωρίς νέα άνοδο των αποδόσεων.
Παρά την έντονη μεταβλητότητα, η Yardeni Research εκτιμά ότι δεν υπάρχει ακόμη λόγος πανικού στην αγορά αμερικανικών ομολόγων.
Στα υψηλότερα επίπεδα από το 2008 η Γαλλία
Στην Ευρώπη, οι ανησυχίες επικεντρώνονται στις αυξημένες δανειακές ανάγκες των κρατών και στις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις.
Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο, καθώς οι επενδυτές παρακολουθούν τις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό του 2027 και τις προεδρικές εκλογές της επόμενης χρονιάς.
Η απόδοση του 30ετούς γαλλικού ομολόγου έχει ανέλθει στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008, αυξάνοντας τις πιέσεις στα δημόσια οικονομικά της χώρας.
Στη Γερμανία, το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης και οι αυξημένες ανάγκες δανεισμού σημαίνουν ότι η χώρα ενδέχεται να καταβάλει το μεγαλύτερο επιτόκιο εδώ και 15 χρόνια για την έκδοση 30ετούς ομολόγου.
Πλησιάζουν το 6% οι βρετανικές αποδόσεις
Στη Βρετανία, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων πλησιάζουν το 6%, καθώς οι επενδυτές προβληματίζονται για τη δημοσιονομική ευελιξία της κυβέρνησης Μπέρναμ.
Η άνοδος του κόστους δανεισμού περιορίζει τα περιθώρια για νέες δημόσιες δαπάνες και αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης του βρετανικού χρέους.
Η ιδιαίτερη περίπτωση της Ιαπωνίας
Οι αποδόσεις των ιαπωνικών ομολόγων παραμένουν χαμηλότερες από εκείνες των ΗΠΑ και της Ευρώπης, αλλά ακολουθούν σταθερά ανοδική πορεία και βρίσκονται κοντά σε ιστορικά υψηλά.
Οι επενδυτές εκτιμούν ότι η Τράπεζα της Ιαπωνίας καθυστέρησε να αυξήσει τα επιτόκια, ενώ παράλληλα περιορίζει σταδιακά τις αγορές κρατικών ομολόγων.
Η αύξηση των τιμών της ενέργειας ενισχύει τον κίνδυνο εισαγόμενου πληθωρισμού και αυξάνει την πίεση προς την Τράπεζα της Ιαπωνίας για αυστηρότερη νομισματική πολιτική.
Δεν ευθύνεται μόνο ο πληθωρισμός
Παρότι οι πληθωριστικές πιέσεις αποτελούν βασικό παράγοντα του sell-off, οι μακροπρόθεσμοι δείκτες break-even, οι οποίοι αποτυπώνουν τις προσδοκίες των αγορών για τον μελλοντικό πληθωρισμό, παραμένουν σχετικά σταθεροί στις περισσότερες μεγάλες οικονομίες.
Αυτό δείχνει ότι σημαντικό μέρος της ανόδου των ονομαστικών αποδόσεων προέρχεται από την αύξηση των πραγματικών επιτοκίων και όχι αποκλειστικά από τις προσδοκίες για υψηλότερο πληθωρισμό.
Για τους επενδυτές, η εξέλιξη δημιουργεί κινδύνους αλλά και πιθανές ευκαιρίες. Η άνοδος των πραγματικών αποδόσεων στα ομόλογα μακράς λήξης μπορεί να προσφέρει ελκυστικότερα σημεία εισόδου για νέα κεφάλαια, ιδιαίτερα εάν η παγκόσμια οικονομία αρχίσει να εμφανίζει εντονότερα σημάδια επιβράδυνσης.
Capital.gr