Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Του Gautam Mukunda

Οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας ζητούν από την κοινωνία να τις εμπιστευτεί με την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ ακόμη και άνθρωποι που γνωρίζουν τον κλάδο εκ των έσω αμφισβητούν αν μπορούν να ελέγξουν τα δημιουργήματά τους. Οι προειδοποιήσεις του Μπιλ Γκέιτς, οι περιορισμοί που επιβάλλονται στη Meta για την προστασία των παιδιών και οι αντιδράσεις στην κατασκευή κέντρων δεδομένων αναδεικνύουν μια κρίση εμπιστοσύνης που δύσκολα θα αντιμετωπιστεί μόνο με πολιτικές διασυνδέσεις.

Ο δισεκατομμυριούχος συνιδρυτής της Microsoft δημοσίευσε στις 26 Αυγούστου ένα κείμενο 6.000 λέξεων, στο οποίο ανέφερε ότι, αν μπορούσε, θα επιβράδυνε την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Σε συνέντευξή του στους New York Times εξήγησε ότι «ιδιωτικά, οι άνθρωποι που καταλαβαίνουν πόσο καλό είναι αυτό το πράγμα και πόσο καλύτερο γίνεται, ανησυχούν πολύ».

Λίγοι, ωστόσο, εκφράζονται δημόσια, επειδή, όπως είπε, «τώρα λένε ο ένας στον άλλο: “Έι φίλε, μην το λες αυτό. Είναι κακό για εμάς – για το επόμενο τρισεκατομμύριο δολάρια που προσπαθούμε να συγκεντρώσουμε”». Η θέση του για την αυτορρύθμιση του κλάδου ήταν κατηγορηματική: «Αυτορρύθμιση για το πιο επικίνδυνο εργαλείο που εφευρέθηκε ποτέ; Όχι, ευχαριστώ!»

Το κοινό έχει ήδη λόγους να δυσπιστεί. Την περασμένη εβδομάδα, μια διακομματική συμμαχία 51 γενικών εισαγγελέων ανακοίνωσε προτεινόμενη συμφωνία με τη Meta, η οποία προβλέπει αυστηρούς περιορισμούς στη χρήση του Facebook και του Instagram από παιδιά. Ακόμη κι αυτοί, όμως, είναι χαλαρότεροι από τους περιορισμούς που θέτουν ορισμένα ηγετικά στελέχη του τεχνολογικού κόσμου στις δικές τους οικογένειες.

Η Meta συμφώνησε σε προεπιλεγμένο ημερήσιο όριο δύο ωρών για τους λογαριασμούς ανηλίκων, αποκλεισμό πρόσβασης από τα μεσάνυχτα έως τις 6 π.μ., κατάργηση της προβολής των «like» και των φίλτρων που αλλοιώνουν τα χαρακτηριστικά για χρήστες κάτω των 18 ετών, καθώς και διορισμό ανεξάρτητου ελεγκτή συμμόρφωσης.

Στο Aspen Ideas Festival το 2024, ο Πίτερ Θιλ, πρώτος εξωτερικός επενδυτής του Facebook και επί σειρά ετών μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Meta, δήλωσε ότι επιτρέπει στα μικρά παιδιά του μόλις μιάμιση ώρα μπροστά στην οθόνη την εβδομάδα. Πρόσθεσε ότι αυτό αποτελεί τη νόρμα για τους γονείς στη Σίλικον Βάλεϊ.

Ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ έχει επίσης πει ότι δεν θέλει τα παιδιά του να παρακολουθούν παθητικά το ένα βίντεο μετά το άλλο. Τα προϊόντα της Meta, ωστόσο, ενθάρρυναν ακριβώς αυτή τη συμπεριφορά στα παιδιά του υπόλοιπου κόσμου, τουλάχιστον μέχρι τη συμφωνία της περασμένης εβδομάδας.

Γιατί να δημιουργείς κάτι που δεν θα επέτρεπες στα δικά σου παιδιά να χρησιμοποιήσουν; Ο Τσάμαθ Παλιχαπιτίγια, διευθύνων σύμβουλος της Social Capital και συμπαρουσιαστής του podcast «All-In», υποστήριξε ότι «η Σίλικον Βάλεϊ έχει χάσει εντελώς τα στοιχεία που την έκαναν σπουδαία. Ήταν ένας χώρος για τους παράξενους (weirdos), για ανθρώπους στο περιθώριο, για πραγματικούς ιδεαλιστές. Πλέον έχει μετατραπεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό… το μόνο που κάνουμε είναι να εστιάζουμε στο πώς να βγάλουμε χρήματα με κάθε πιθανό τρόπο, με το τσουβάλι».

Ίσως οι άνθρωποι του κλάδου ακολούθησαν τη συμβουλή ενός πρώην επικεφαλής ανάπτυξης της βάσης χρηστών του Facebook. Μιλώντας σε φοιτητές του Στάνφορντ, είχε παραδεχθεί ότι τα εργαλεία που δημιούργησε διέλυαν τον κοινωνικό ιστό, προτού προσθέσει: «Πάρτε τα λεφτά, πάρτε τα λεφτά, και μετά ας καθίσουμε στο ίδιο τραπέζι να φτιάξουμε νέους κανόνες. Τόσο απλά: πάρτε τα γαμ***** τα λεφτά». Ήταν ο ίδιος ο Παλιχαπιτίγια.

Ένας κλάδος του οποίου οι ηγέτες δεν εμπιστεύονται στα παιδιά τους τα προϊόντα που προωθούν στα δικά σας δύσκολα θα εξασφαλίσει κοινωνική στήριξη όταν διεκδικεί περισσότερο πλούτο και εξουσία. Η αντίδραση στην κατασκευή κέντρων δεδομένων είναι πλέον εντονότερη ακόμη και από την εναντίωση στα πυρηνικά εργοστάσια. Σε δημοσκόπηση των CNBC και Generation Lab, με τη συμμετοχή 1.088 Αμερικανών ηλικίας 18 έως 34 ετών, η συντριπτική πλειονότητα δήλωσε ότι δεν εμπιστεύεται τους ηγέτες της τεχνητής νοημοσύνης.

Η απάντηση του κλάδου ήταν να στραφεί εναντίον εκείνων που προειδοποιούν για τους κινδύνους, κυρίως της Anthropic και του Ντάριο Αμοντέι. Στο ίδιο επεισόδιο του «All-In», όπου ο Παλιχαπιτίγια επέκρινε τη νέα κουλτούρα της Σίλικον Βάλεϊ και απέρριπτε ως υποκριτική την καταστροφολογία γύρω από την AI, ο Ντέιβιντ Σακς επιτέθηκε στην Anthropic.

Ο επενδυτής επιχειρηματικών κεφαλαίων και πρώην υπεύθυνος της κυβέρνησης Τραμπ για την τεχνητή νοημοσύνη και τα κρυπτονομίσματα ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία «εμπλέκεται σε ένα περίπλοκο σχέδιο ρυθμιστικής αιχμαλωσίας βασισμένο στην κινδυνολογία». Πρόσθεσε ότι «καμία εταιρεία, και κατά συνέπεια κανένας ιδρυτής ή CEO, δεν έχει συμβάλει περισσότερο στην καλλιέργεια αυτών των φόβων από τον Ντάριο».

Ο Σακς δέχθηκε ότι οι ανησυχίες του Αμοντέι μπορεί να είναι ειλικρινείς, υποστήριξε όμως ότι η δημόσια έκφρασή τους παραμένει απόπειρα επηρεασμού των ρυθμιστικών αρχών.

Αν ακόμη και οι ειλικρινείς προειδοποιήσεις αντιμετωπίζονται ως χειραγώγηση της κυβέρνησης, ελάχιστα περιθώρια απομένουν σε ανθρώπους του κλάδου να ενημερώσουν ή να προστατεύσουν το κοινό. Ο Γκέιτς, του οποίου οι ανησυχίες συγκλίνουν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες του Αμοντέι, το περιέγραψε στους Times: «Υπάρχουν άνθρωποι που επιτίθενται σε εκείνον που μιλάει πιο ανοιχτά για τα μειονεκτήματα».

Η στοχοποίηση του Αμοντέι για τις ευθύνες ολόκληρου του τεχνολογικού κλάδου απλώς ενισχύει την εντύπωση ότι όποιος προειδοποιεί για τους κινδύνους τιμωρείται.

Πολλοί ηγέτες της τεχνολογίας επέλεξαν να αντιμετωπίσουν την κοινωνική δυσαρέσκεια διοχετεύοντας οικονομικούς πόρους στην κυβέρνηση Τραμπ και σε πολιτικούς που θεωρούν πρόθυμους να αντιταχθούν στη ρύθμιση. Η ιστορία, όμως, δείχνει τα όρια της πολιτικής προστασίας.

Ένας Ρεπουμπλικανός πρόεδρος συνέβαλε στη δημιουργία της Υπηρεσίας Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία (OSHA), της Υπηρεσίας Προστασίας του Περιβάλλοντος (EPA) και της Επιτροπής Ασφάλειας Καταναλωτικών Προϊόντων (CPSC). Οι αμερικανικές επιχειρήσεις τότε ήταν δημοφιλέστερες και απασχολούσαν περισσότερους εργαζομένους από όσους ο σημερινός κλάδος της τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό δεν απέτρεψε την επιβολή κανόνων όταν την απαίτησε η κοινωνία.

Ο Χέρμπερτ Στάιν, επικεφαλής του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων του Ρίτσαρντ Νίξον, είχε δηλώσει ότι επί Νίξον επιβλήθηκαν περισσότεροι ρυθμιστικοί κανόνες από όσους επί οποιουδήποτε προέδρου μετά τον Φραγκλίνο Ρούζβελτ.

Σήμερα, οι αντιδράσεις στα κέντρα δεδομένων διαπερνούν ήδη τις κομματικές γραμμές. Από τον σοσιαλιστή γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς έως τον κυβερνήτη του Τέξας και σύμμαχο του Τραμπ, Γκρεγκ Άμποτ, πολιτικοί υιοθετούν σκληρή στάση απέναντί τους.

Ο κλάδος της τεχνητής νοημοσύνης δεν διαθέτει εκατομμύρια εργαζομένους για να υπερασπιστούν τις θέσεις του. Σύμφωνα με την Κοινή Νομοθετική Επιτροπή Ελέγχου της Βιρτζίνια, ένα τυπικό κέντρο δεδομένων 23.000 τετραγωνικών μέτρων απασχολεί περίπου 50 εργαζομένους πλήρους απασχόλησης, σχεδόν οι μισοί από τους οποίους είναι εξωτερικοί συνεργάτες.

Η Amazon επενδύει 35 δισ. δολάρια στην πολιτεία έως το 2040 για τουλάχιστον 1.000 θέσεις εργασίας. Την ίδια ώρα, η απαλλαγή του κλάδου από τον φόρο πωλήσεων κόστισε στη Βιρτζίνια περίπου 1,6 δισ. δολάρια το οικονομικό έτος 2025. Υπάρχουν, πάντως, και οφέλη. Ερευνητές του Ινστιτούτου Brookings καταγράφουν αύξηση της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα κατά 4% έως 5% γύρω από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις.

Για να κατευνάσει τις κοινωνικές αντιδράσεις, η βιομηχανία της τεχνητής νοημοσύνης θα πρέπει να αρχίσει ακούγοντας τον Γκέιτς. Είναι, άλλωστε, ο μόνος ηγέτης της Big Tech που έχει αντιμετωπίσει κρατική απόπειρα διάσπασης της εταιρείας του.

Ένας αποτελεσματικός ρυθμιστικός φορέας, ουσιαστική προστασία των παιδιών και μεγαλύτερα οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες από τις 50 θέσεις εργασίας που προσφέρει ένα κέντρο δεδομένων ως αντάλλαγμα για φοροαπαλλαγές θα ήταν μια καλή αρχή. Διαφορετικά, η αντίδραση που εκδηλώνεται σήμερα στα κέντρα δεδομένων δεν θα περιοριστεί εκεί.

BloombergOpinion