Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤου Lionel Laurent
Αν η αγορά ομολόγων μπορούσε να μιλήσει, ίσως να απαντούσε στην απόφαση της Γαλλίας να ενισχύσει την αστυνομική παρουσία στη χώρα, μετά τις πρόσφατες ταραχές, με την ατάκα του Ιππότη στον “Ιντιάνα Τζόουνς”: “Έχεις επιλέξει… σοφά”.
Οι επενδυτές θεωρούν τις κοινωνικές αναταραχές που ακολούθησαν τις λεηλασίες και τη βία της 17ης Οκτωβρίου ως μια μεγάλη δοκιμασία για το αν η μη δημοφιλής, αποδυναμωμένη κυβέρνηση Μακρόν μπορεί να αποτρέψει την επιδείνωση μιας ήδη εύθραυστης δημοσιονομικής και πολιτικής κρίσης. Το γεγονός ότι η χώρα κατάφερε να αποφύγει την επανάληψη μεγάλης κλίμακας ταραχών και να περιορίσει τις περισσότερες από τις συνεχιζόμενες (και ως επί το πλείστον ειρηνικές) διαδηλώσεις στα περίχωρα του Παρισιού το περασμένο Σαββατοκύριακο συνέβαλε στον περιορισμό του risk premium που εφαρμόζεται στο γαλλικό χρέος σε σχέση με το γερμανικό. Το spread έχει μειωθεί σε περίπου 150 μονάδες βάσης, αφού είχε εκτοξευθεί στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών, στις 178, μετά τις ταραχές, οι οποίες προκάλεσαν ζημιές ύψους περίπου 1 δισεκατομμυρίου ευρώ σε επιχειρήσεις, από τα πολυτελή καταστήματα της Hermès έως τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας fintech Qonto.

Η αποκλιμάκωση της πίεσης στις αγορές αποτυπώνει επίσης την απόφαση του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν να αποφύγει τις έκτακτες δημόσιες δαπάνες με στόχο να “εξαγοράσει” τους διαδηλωτές – μια αυτοσυγκράτηση που συνάδει με τη νέα πραγματικότητα των “bond vigilantes” (των επενδυτών ομολόγων που τιμωρούν την κακή δημοσιονομική διαχείριση) και ενός χρέους που αγγίζει το 120% του ΑΕΠ. Η εξέλιξη αυτή προσέφερε μάλλον στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την ευκαιρία να ηρεμήσει περαιτέρω τα πνεύματα την Πέμπτη, όταν διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια. Αν συνυπολογίσουμε την απόφαση του οίκου αξιολόγησης Moody’s να μην υποβαθμίσει την Γαλλία, γίνεται σαφές γιατί ορισμένα funds έκριναν ότι η αναταραχή στην αγορά έχει ξεπεράσει τα όρια.
Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, ένα ηπιότερο “riot premium” (σσ. το risk premium που συνδέεται με τις ταραχές) στο χρέος της και οι άλλες “ανάσες” δεν πρέπει να καλύψουν το γεγονός ότι όποιος διαδεχθεί τον Μακρόν θα κληρονομήσει μια πιο επικίνδυνη και αβέβαιη εποχή.
Πίσω από τις αναταραχές κρύβονται κοινωνικά ζητήματα που η επιβολή του νόμου και της τάξης δεν μπορούν να λύσουν. Το κύμα δυσαρέσκειας απέναντι στον καλπάζοντα πληθωρισμό τροφοδοτεί τις διαδηλώσεις και το κάλεσμα των συνδικάτων για απεργία στις 5 Νοεμβρίου, παρόλο που ο Μακρόν ασκεί ελάχιστο έλεγχο στον πληθωριστικό πόλεμο επιλογής του Ντόναλντ Τραμπ στη Μέση Ανατολή. Οι αγανακτισμένοι φοιτητές, απαισιόδοξοι για το μέλλον τους, γίνονται η φωνή μιας ευρύτερης και διαρκώς εντεινόμενης δυσαρέσκειας για τις δημόσιες υπηρεσίες – τα δύο τρίτα των πολιτών θεωρούν ότι η ποιότητά τους έχει επιδεινωθεί. Στο ποσοστό αυτό πιθανότατα συμπεριλαμβάνονται πολλοί από τους πολίτες του πλουσιότερου 10% της χώρας, στους οποίους το κράτος στηρίζεται για περίπου το 75% των συνολικών εσόδων του από τον φόρο εισοδήματος. Η υπομονή με το κράτος εξαντλείται, αλλά το ίδιο συμβαίνει και με την ικανότητά του να αντιδράσει: του χρόνου η Γαλλία θα πληρώσει περίπου 73 δισεκατομμύρια ευρώ αποκλειστικά για τόκους, ποσό μεγαλύτερο από τον αμυντικό της προϋπολογισμό.
Αυτό που διακυβεύεται είναι ένα οικονομικό μοντέλο που ηγείται του ανεπτυγμένου κόσμου στις δημόσιες δαπάνες, αλλά φαίνεται πως ξεμένει από ανάσες. Στην ουσία πρόκειται για μια χρόνια και όχι οξεία πάθηση, η οποία επιδεινώνεται από τις διαδοχικές κυβερνήσεις που αυξάνουν τις κοινωνικές μεταβιβάσεις χωρίς να παράγουν την αύξηση της παραγωγικότητας που απαιτείται για να τις στηρίξουν. Ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό, σε νέο βιβλίο του, παρομοιάζει την κατάσταση με έναν εθισμένο στο χρέος που λαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερες δόσεις, παρόλο που το “ναρκωτικό” γίνεται λιγότερο αποτελεσματικό. Οι προτάσεις του περιλαμβάνουν την παροχή κινήτρων για εργασία και δημιουργία πλούτου, παράλληλα με τον περιορισμό της υπερβολικής διοχέτευσης των δημόσιων δαπανών προς τις συντάξεις.
Η ελπίδα σε ορισμένους κύκλους είναι ότι οι προεδρικές εκλογές σε έξι μήνες θα μπορέσουν να συσπειρώσουν τη χώρα γύρω από μια τέτοια νέα σελίδα. Ο Μακρόν, ο οποίος γνωρίζει από πρώτο χέρι την ευφορία που συνοδεύει την ανάληψη των καθηκόντων ενός νέου Γάλλου αρχηγού κράτους, πριν αρχίσει η ανυπομονησία να βγει η γκιλοτίνα, καλεί τους πολίτες να κρατήσουν την οργή τους για τις κάλπες. Αν η τρέχουσα κυβέρνηση καταφέρει να κλείσει μια συμφωνία για τον προϋπολογισμό και αποφευχθεί μια επανάληψη του Μαΐου του 1968, ο επόμενος ένοικος του Ελιζέ θα έχει μια ευκαιρία να χτίσει μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία ικανή να διαχειριστεί καλύτερα τα δημοσιονομικά και να επουλώσει τις κοινωνικές πληγές.
Το πρόβλημα με αυτό το σενάριο είναι ότι οι δημοσκοπήσεις και η τρέχουσα σύνθεση του κοινοβουλίου καταδεικνύουν ένα κατακερματισμένο και διχασμένο εκλογικό σώμα που ενδέχεται να συνεχιστεί και μετά τον Μακρόν. Τα πολιτικά άκρα καλπάζουν στην προεδρική κούρσα, προτείνοντας σχέδια προϋπολογισμού που φαντάζουν μη ρεαλιστικά –έως και επικίνδυνα– και δείχνοντας απροθυμία να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα σε ζητήματα όπως το συνταξιοδοτικό. Και ανεξάρτητα από το ποιος θα κερδίσει, το ενδεχόμενο μιας εθνοσυνέλευσης όπου κανένα κόμμα δεν κατέχει την πλειοψηφία παραμένει ορατό. Αυτό μπορεί να είναι λιγότερο επιβλαβές από μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία αποφασισμένη να συγκρουστεί με τους εταίρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν προμηνύει όμως τίποτα καλό για την προώθηση φιλόδοξων, θετικών αλλαγών. Η πρόσφατη ρητορική της Μαρίν Λεπέν κάνει λόγο για “αναγέννηση” της Γαλλίας, ωστόσο ακόμα και η ίδια ενδέχεται να θορυβηθεί από το εύρος των ταραχών στους γαλλικούς δρόμους.

Αξίζει να το επαναλάβουμε: η Γαλλία δεν είναι η Ελλάδα του 2010. Ωστόσο, το να στραγγαλίζεται από ένα αυξανόμενο βάρος χρέους μπορεί να είναι εξίσου οδυνηρό, ακόμα κι αν αυτό δεν οδηγήσει σε μια χρεοκοπία όπως αυτή με την οποία η Γαλλία ήρθε αντιμέτωπη για τελευταία φορά τη δεκαετία του 1790. Οι αγορές μπορούν να κινηθούν ταχύτερα από τα πιο προσεκτικά σχεδιασμένα σχέδια των κυβερνήσεων. Η τρέχουσα επενδυτική διάθεση αποτελεί αναγνώριση του γεγονότος ότι η κυβέρνηση επέλεξε με σύνεση ανάμεσα σε πολλές κακές επιλογές. Εντούτοις, θα έρθει η ώρα για νέες αποφάσεις, και η ηρεμία μπορεί να αποδειχθεί βραχύβια.