Κοινή είναι η θέληση Κύπρου και Αιγύπτου για την υλοποίηση της διακρατικής συμφωνίας που υπογράφτηκε το 2024 μεταξύ των δύο χωρών, αναφορικά με την εργοδότηση Αιγυπτίων, οι οποίοι θα καλύψουν μέρος των αναγκών της κυπριακής αγοράς εργασίας.

Ο υπουργός Εργασίας Μαρίνος Μουσιούττας, ο οποίος επέστρεψε χθες στην Κύπρο, πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στο Κάιρο στις 20-22 Απριλίου 2026, ως επικεφαλής αντιπροσωπείας και συναντήθηκε με τον Αιγύπτιο ομόλογό του. Κατά τη συνάντηση των δύο Υπουργών, συζητήθηκε το Μνημόνιο Συναντίληψης, το οποίο είχε υπογραφεί τον Ιούνιο του 2024 μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Αιγύπτου, το οποίο αφορούσε στην απασχόληση Αιγύπτιων εργαζομένων στην Κύπρο.

Σε νέα βάση η συμφωνία

Η συγκεκριμένη συμφωνία δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς δεν υπήρξε το ανάλογο ενδιαφέρον από την πλευρά των Κύπριων εργοδοτών. Παρόλο που είναι δεδομένες οι ανάγκες για πρόσθετο εργατικό δυναμικό σε διάφορους κλάδους της αγοράς εργασίας, εντούτοις η συμφωνία έμεινε εν πολλοίς στα χαρτιά, χωρίς να τύχει αξιοποίησης.

Ο Μαρίνος Μουσιούττας με την επίσκεψη του στην Αίγυπτο θέλησε να βάλει σε νέα βάση τη συμφωνία και να διαμορφώσει το σχετικό πλαίσιο, ώστε να αξιοποιηθεί από τους Κύπριους εργοδότες. Χαρακτηριστικά, όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση του Υπουργείου Εργασίας, ο κ. Μουσιούττας επισήμανε ότι «το Μνημόνιο αποτελεί ένα ολοκληρωμένο και αξιόπιστο πλαίσιο για την προώθηση της ασφαλούς, νόμιμης και αμοιβαία επωφελούς κινητικότητας εργατικού δυναμικού, συμβάλλοντας παράλληλα στην κάλυψη αναγκών της κυπριακής αγοράς εργασίας, με πλήρη σεβασμό στα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια των εργαζομένων».

Προστέθηκαν νέοι κλάδοι

Μιλώντας στον «Φ» με την επιστροφή του στην Κύπρο, ο υπουργός Εργασίας σημείωσε ότι η διακρατική συμφωνία, επικεντρωνόταν κυρίως στους κλάδους της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Ωστόσο, μετά τη συνάντηση με τον Αιγύπτιο ομόλογο του, ο κ. Μουσιούττας ανέφερε πως αποφασίστηκε η επέκταση της, ώστε να καλύψει περισσότερους τομείς. Συγκεκριμένα, περιλήφθηκαν στη συμφωνία οι κλάδοι των τουριστικών επαγγελμάτων, η κατασκευαστική βιομηχανία, ο κλάδος του IT και της ανακύκλωσης. Παράλληλα, θα καταβληθεί μεγάλη προσπάθεια ενημέρωσης των εργοδοτών στην Κύπρο, ώστε αυτή τη φορά η εν λόγω συμφωνία να αξιοποιηθεί στο έπακρο.

Από σήμερα δουλειά

Ενδεικτικά, ο κ. Μουσιούττας τόνισε ότι έχει συσταθεί μια μικτή Επιτροπή, στην οποία θα προΐστανται ο Διευθυντής του Τμήματος Εργασίας με τον Αιγύπτιο ομόλογο του. Από σήμερα, θα ξεκινήσουν τις διαδικασίες για να διαπιστώσουν τι χρειάζεται να γίνει και να ετοιμάσουν το πλαίσιο και τις παραμέτρους που θα το διέπουν, ώστε να καταστεί ελκυστικό για τους Κύπριους εργοδότες. Μάλιστα, σε αυτή την προσπάθεια θα εμπλακεί και η Υπηρεσία Αλλοδαπών, ενώ την ίδια ώρα θα εξεταστεί και το ενδεχόμενο παραχώρησης κινήτρων στους εργοδότες. Υπενθυμίζεται ότι η διακρατική συμφωνία θα υλοποιείται μέσω της Πρεσβείας μας και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων διατάξεις που αφορούν στην κοινωνική ασφάλιση, τη μεταφορά των απολαβών και τη διατήρηση της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών.

Εκπαίδευση στην Αίγυπτο

Κατά τις επαφές των δυο υπουργών, επισημάνθηκε πως οι ανάγκες στην κυπριακή αγορά εργασίας αφορούν τόσο ειδικευόμενες όσο και ανειδίκευτες θέσεις. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που κριθεί αναγκαία η εκπαίδευση ορισμένων εργαζομένων, η Αίγυπτος θα αναλάβει αυτό το κομμάτι, δεδομένου ότι διαθέτει μεγάλο αριθμό εργαστηρίων για το σκοπό αυτό. Παράλληλα, σημειώθηκε ότι θα δοθεί μια χρονική περίοδος για την προετοιμασία των δυο μερών με ορίζοντα το τέλος της κυπριακής προεδρίας, και ακολούθως θα ξεκινήσει η υλοποίηση της συμφωνίας. Η οποία αρχικά έκανε λόγο για περίπου 1000 εργαζόμενους ανά έτος, ωστόσο μπορεί να ξεκινήσει με μικρότερους αριθμούς και σταδιακά να αυξάνονται.

Υπενθυμίζεται ότι στο πλαίσιο εργοδότησης αλλοδαπών εργαζομένων που εφαρμόστηκε τον Φεβρουάριο του 2025, μεταξύ άλλων προνοείται ότι επιτρέπεται η εργοδότηση υπηκόων τρίτων χωρών σε ποσοστό το οποίο δεν υπερβαίνει το τριάντα τοις εκατό (30%) του μέσου όρου των εργαζομένων της επιχείρησης.

Πρόσθετα, περιλαμβάνεται πρόνοια, η οποία αναφέρει ότι ο εργοδότης παρέχει στέγη αποδεκτών επιπέδων και στοιχειωδών διευκολύνσεων στους αλλοδαπούς εργαζόμενους και δικαιούται να αποκόπτει από τις ακαθάριστες βασικές απολαβές τους, ποσοστό μέχρι 25% για το κόστος στέγασης.