Η εικαστικός Μαρίνα Ξενοφώντος, που θα εκπροσωπήσει την Κύπρο στην Μπιενάλε της Βενετίας το 2026, μιλά για την πρακτική της και την ιδέα πίσω από την εγκατάσταση που θα παρουσιάσει με τίτλο «It rests to the bones». Όπως εξηγεί, στον πυρήνα της έκθεσής της βρίσκεται μια έντονη αγωνία γύρω από τη μνήμη όχι ως κάτι σταθερό ή νοσταλγικό, αλλά ως κάτι εύθραυστο, που συνεχώς μετατοπίζεται.
-Ποια θέματα πραγματεύεται η πρότασή σου; Η έκθεση «It rests to the bones» είναι μια προσπάθεια να διασωθούν πράγματα που χάνονται ή που ήδη έχουν χαθεί. Στον πυρήνα της βρίσκεται μια έντονη αγωνία γύρω από τη μνήμη όχι ως κάτι σταθερό ή νοσταλγικό, αλλά ως κάτι εύθραυστο, που συνεχώς μετατοπίζεται. Με απασχολεί πολύ αυτή η ενδιάμεση κατάσταση: κάτι που μοιάζει ζωντανό αλλά δεν είναι, κάτι που επιμένει μέσα από την επανάληψη, μέσα από μηχανική κίνηση ή φωνή. Καθώς και το πώς πολιτισμικά ίχνη μπορούν να επιβιώνουν και να μετασχηματίζονται μέσα στον χρόνο. Στην έκθεση, για παράδειγμα, το έργο «Passer», ένα ανιματρονικό σπουργίτι, λειτουργεί σχεδόν σαν ένας συναισθηματικός πυρήνας. Οι κινήσεις του είναι εύθραυστες, επαναληπτικές, σαν να προσπαθεί να κρατηθεί στη ζωή. Αυτό το «μεταξύ» ζωής και μηχανικής αντοχής είναι κάτι που με απασχολεί βαθιά. Παράλληλα, στρέφεται τόσο σε όσα γράφονται επίσημα στη συλλογική μνήμη, γεγονότα και ιστορία, όσο και στα άγραφα, σε όσα μένουν σιωπηλά στο περιθώριο.

φωτογραφία: Μίρκα Κουτσουρή
-Πώς συνδέεται το έργο σου με τη γενικότερη θεματική της Μπιενάλε; Η ιδέα των «Minor keys» με αφορά πολύ, γιατί και η δική μου δουλειά κινείται σε χαμηλές εντάσεις: ψίθυρους, μικρές κινήσεις, επαναλήψεις, λεπτές μετατοπίσεις. Παράλληλα, ένα από τα βασικά έργα της έκθεσης, που έχει δημιουργηθεί μαζί με τον συνεργάτη μου Παναγιώτη Μηνά, με τίτλο You presented the most beautiful. And the most beautiful is the wound on your chest (2026), είναι ένα άλμπουμ που βασίζεται σε ηχογραφήσεις δημοτικών και εκκλησιαστικών τραγουδιών. Τα τραγούδια αυτά ερμηνεύονται από τις αδελφές Αγησιλάου – γυναίκες της οικογένειάς μου, δύο από τις οποίες βρίσκονται ακόμα εν ζωή και ηχογραφήθηκαν στο Κοιλάνι το 2020. Μέσα από τη χρήση τους ως samples, οι φωνές τους αποκτούν μια ιδιαίτερη ποιότητα, καθώς συνδυάζουν τρυφερότητα με μια δυναμική, σχεδόν επαναστατική ένταση. Δεν με ενδιαφέρουν οι μεγάλες αφηγήσεις. Μ’ ενδιαφέρουν οι μικρές, καθημερινές μορφές αντοχής. Ο τρόπος που ο χρόνος μετριέται μέσα από επαναλαμβανόμενες χειρονομίες – μέρες, ώρες, χρόνια. Εκεί κάπου συναντιέται η δουλειά μου με τη θεματική της Μπιενάλε, σε μια ποιητική της επιμονής.
-Πώς οι τεχνολογίες έχουν επηρεάσει τον τρόπο που επεξεργάζεσαι τις ιδέες σου; Η τεχνολογία δεν με ενδιαφέρει ως μέσο εντυπωσιασμού. Με ενδιαφέρει ως ύλη. Οι μηχανισμοί που χρησιμοποιώ –τα ανιματρονικά, οι κινητικές κατασκευές– έχουν μια σωματικότητα. Κουράζονται, επαναλαμβάνουν, επιμένουν. Αυτό που με συγκινεί είναι ότι η μηχανή μπορεί να φέρει κάτι που μοιάζει με ζωή, χωρίς ποτέ να γίνεται ζωή. Αυτή η απόσταση είναι πολύ σημαντική.
-Απ’ ό,τι γνωρίζω, το αρχειακό υλικό παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των έργων σου. Πώς συνθέτεις αυτό το υλικό; Το αρχείο για μένα είναι κάτι ανοιχτό, σχεδόν ανεξάντλητο. Δεν είναι μια συλλογή που «κλείνει». Είναι κάτι που συνεχώς επεκτείνεται. Συλλέγω εικόνες, ήχους, ιστορίες, αντικείμενα. Αλλά όταν μπαίνουν στο έργο, δεν λειτουργούν πλέον ως τεκμήρια. Μετασχηματίζονται. Γίνονται κάτι άλλο. Για παράδειγμα, η ανακατασκευή της οροφής του νυχτερινού κέντρου Perroquet στην Αμμόχωστο, το οποίο κοσμείται ακόμα από τοιχογραφίες του μοντερνιστή Χριστόφορου Σάββα, προέκυψε από μια φωτογραφία της Ελένης Παπαδοπούλου. Το έργο όμως δεν είναι απλώς μια αναπαράσταση, αλλά αφορά την προσέγγιση ενός χώρου που είναι πλέον άβατος, ενός τόπου που επιβιώνει κυρίως μέσα από τη μνήμη και μέσα από εικόνες. Με έναν τρόπο, το έργο προσπαθεί να κινηθεί ανάμεσα σε αυτό που υπήρξε και σε αυτό που μπορούμε σήμερα να φανταστούμε ή να ανακαλέσουμε. Τον Νοέμβριο, στο τέλος της έκθεσης, πρόκειται επίσης να παρουσιάσουμε έναν κατάλογο ο οποίος βασίζεται σε ένα αρχείο που συλλέγω, καταγράφω και επεξεργάζομαι εδώ και χρόνια. Η έκδοση θα λειτουργήσει ως τεκμηρίωση του «It rests to the bones», ενώ παράλληλα θα προσφέρει ουσιαστικά στοιχεία για τις διαφορετικές πηγές που τροφοδοτούν τα έργα.
-Η διαδικασία ανάπτυξης των έργων σου διαρκεί χρόνια, για κάποια περισσότερο από δεκαετία. Πώς αναπτύσσεις την πρακτική σου; Πάντα σκέφτομαι τα έργα ως κάτι που έχει διάρκεια στον χρόνο. Πολλά επιστρέφουν μετά από χρόνια, αλλάζουν μορφή και μετασχηματίζονται. Η πρακτική μου βασίζεται σε αυτή τη διάρκεια και στη συσσώρευση, είναι μια διαδικασία όπου ιδέες, υλικά και εμπειρίες επανεμφανίζονται και επαναπροσδιορίζονται. Η εξέλιξη ενός έργου δεν είναι ποτέ γραμμική· προκύπτει μέσα από επαναλήψεις, παύσεις και επιστροφές. Μ’ ενδιαφέρει αυτή η ανοιχτή διαδικασία, όπου το έργο παραμένει ενεργό και σε συνεχή μετατόπιση.

-Πώς προέκυψε η συνεργασία σου με τον επιμελητή; Με τον Κyle Dancewicz, αναπληρωτή διευθυντή στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης SculptureCenter της Νέας Υόρκης, γνωριστήκαμε μέσω του open call για ανερχόμενους καλλιτέχνες που κάνει το πρόγραμμα του μουσείου Inpractice. Συνεργαστήκαμε για την πραγματοποίηση της έκθεσής μου εκεί. Ο τρόπος του, η επιμέλεια, πρακτική και συναισθηματική, μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Το ίδιο και η προσοχή που έδωσε στο project και ο επαγγελματισμός του. Σε κάποια φάση πέρσι, ήρθε σε επαφή μαζί μου να με ρωτήσει πώς πάει η δουλειά και του είπα ότι υπάρχει αυτό το open call για το Κυπριακό περίπτερο, και πώς το σκεφτόμουνα, αλλά δεν ήξερα αν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να υποβάλω την αίτησή μου. Μιλήσαμε επίσης για κάποια άλλα πλάνα που είχα. Μέσα σε λίγες μέρες μου έστειλε ένα πολύ όμορφο κείμενο που είχε γράψει, σε σχέση με ένα θέμα που με απασχολεί — την «κυπριακότητα ως μέθοδο». Αυτό ήταν καθοριστικό για να νιώσω αυτοπεποίθηση ώστε να προχωρήσουμε μαζί με την πρόταση.
-Τι είναι αυτό που εκτιμάς στη συνεργασία σας; Έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος που εργαζόμαστε πολύ στενά μαζί. Είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος και με έχει συγκινήσει η αφοσίωσή του. Έχουμε αναπτύξει μια σχέση που βασίζεται στον διάλογο και την εμπιστοσύνη. Δεν πρόκειται για μια συνεργασία όπου ο επιμελητής «ορίζει» το έργο, αλλά για μια διαδικασία που ξεδιπλώνεται μέσα από συζήτηση. Μιλάμε σχεδόν κάθε εβδομάδα, επανεξετάζουμε επιλογές και προσεγγίζουμε τα έργα τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά. Με έχει βοηθήσει να δω τη συνολική εικόνα πιο καθαρά, χωρίς όμως να χαθεί η ευθραυστότητα ή η ασάφεια που είναι σημαντική για μένα. Νομίζω ότι αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι αφήσαμε χώρο στο έργο να «αναπνεύσει».
-Γεννήθηκες και μεγάλωσες στη Λεμεσό. Πώς είδες τις έντονες αλλαγές των τελευταίων χρόνων στην πόλη; Η πόλη όπου μεγάλωσα δεν υπάρχει πια όπως τη θυμάμαι. Η ταχύτατη ανάπτυξη, οι ουρανοξύστες και τα νέα έργα έχουν αλλάξει ριζικά τον ρυθμό της, αλλοιώνοντας εκείνο το τοπικό, αυθεντικό κοινωνικό στοιχείο που χαρακτήριζε τη ζωή εκεί. Λείπει αυτή η ιδιαίτερη αίσθηση ελευθερίας και αντίφασης, κάτι ανάμεσα σε αλητεία και εκλέπτυνση, που για μένα ήταν πολύ ουσιαστική. Αυτή η απώλεια έγινε και μια αφετηρία για να καταγράψω, να θυμηθώ και να διασώσω κάτι από εκείνη τη ροή ζωής που υπήρχε κάποτε.
-Πώς βλέπεις αυτή τη μεγάλη οικονομική ανισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους; Είναι απογοητευτικό και εξοργιστικό να βλέπει κανείς πως οι ζωές των κατοίκων της πόλης δεν αποτιμώνται με τον ίδιο τρόπο όπως εκείνες των εύπορων επενδυτών. Ενώ κάποιοι ζουν μέσα στην πολυτέλεια, άλλοι εξακολουθούν να βρίσκονται σε επισφαλείς συνθήκες. Αυτή η αντίθεση έγινε ακόμη πιο οδυνηρά ορατή μέσα από το πρόσφατο τραγικό περιστατικό με την κατάρρευση της πολυκατοικίας στη Γερμασόγεια, όπου άνθρωποι ζούσαν σε ακατάλληλες συνθήκες και έχασαν τη ζωή τους μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, το οποίο νοίκιαζαν για να μπορέσουν να ζουν και να εργάζονται στη Λεμεσό.
-Σε τι περιβάλλον μεγάλωσες; Μεγάλωσα σε ένα ζωντανό αλλά και αυστηρό περιβάλλον, με το σπίτι μας συνεχώς γεμάτο κόσμο, Ο πατέρας μου ήταν εργολάβος, οπότε οι συζητήσεις για προσφορές και έργα γίνονταν συχνά στην κουζίνα, με ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν διαρκώς – αρχιτέκτονες, πολιτικοί μηχανικοί, χτίστες, συγγενείς από το χωριό, φίλοι των γονιών μου, γείτονες. Ήταν ένας χώρος όπου το ιδιωτικό και το δημόσιο συνυπήρχαν πολύ άμεσα. Καθοριστικά όμως ήταν και τα καλοκαίρια στο Κοιλάνι, με τον παππού και τη γιαγιά μου. Εκεί υπήρχε ένας εντελώς διαφορετικός ρυθμός και τρόπος σκέψης, πιο απλός, πιο αργός, πιο κοντά σε μια αίσθηση καθημερινής πρακτικότητας και σύνδεσης με τον τόπο. Αυτή η εμπειρία με επηρέασε πολύ, γιατί μου έδειξε μια άλλη σχέση με τον χρόνο και την ύπαρξη, πιο λιτή και ουσιαστική.

-Τι καθόρισε την επιλογή σου να γίνεις εικαστικός; Ξεκίνησα να κάνω μαθήματα τέχνης από πολύ μικρή. Η μητέρα μου ήταν πάντα πολύ ανοιχτή και υποστηρικτική, αλλά με έναν πιο «ρεαλιστικό» τρόπο, δηλαδή η τέχνη μπορούσε να είναι κάτι που θα ακολουθούσα, αλλά περισσότερο ως δασκάλα ή σε συνδυασμό με κάτι πιο «σταθερό», όπως η αρχιτεκτονική. Στα τελευταία χρόνια του σχολείου ήμουν στον πρακτικό κλάδο και για αρκετό καιρό βρισκόμουν ανάμεσα σε αυτές τις δύο κατευθύνσεις. Η αρχιτεκτονική έμοιαζε ως μια πιο ασφαλής επιλογή, ειδικά από πλευράς βιοπορισμού. Την ίδια περίοδο έκανα μαθήματα τέχνης με τον Φώτο Πρωτοπαπά, και εκεί κάπως κάτι άλλαξε. Μου έδωσε αυτοπεποίθηση και την αίσθηση ότι ίσως μπορώ πράγματι να το ακολουθήσω σοβαρά. Δεν ήταν όμως μια εύκολη απόφαση. Ο πατέρας μου για αρκετά χρόνια δεν ήταν καθόλου θετικός με αυτή την επιλογή και νομίζω πως και εγώ η ίδια χρειάστηκα πολύ χρόνο για να το αποδεχτώ, να πω με σιγουριά ότι είμαι εικαστικός. Ήταν μια διαδικασία που διαμορφώθηκε σταδιακά, όχι απότομα, και με πολλές προκλήσεις και απογοητεύσεις, ακόμη και σήμερα.
-Γιατί επέλεξες να ζεις και να δημιουργείς στην Αθήνα; Είναι μια πόλη που σου δίνει περισσότερα ερεθίσματα ως εικαστικός; Όχι απαραίτητα. Η Αθήνα προέκυψε κυρίως για προσωπικούς λόγους, λόγω του συντρόφου μου. Τις περισσότερες ώρες τις περνώ στο στούντιό μου, κοντά στο Αρχαιολογικό Μουσείο και το Πεδίον του Άρεως, μια περιοχή που έχει τη δική της ιδιαίτερη ενέργεια. Στην πορεία, όμως, οι συνθήκες δημιούργησαν και ένα άλλο πλαίσιο. Φίλοι από το πανεπιστήμιο που ζούσαν στη Νέα Υόρκη βρέθηκαν επίσης εδώ, οπότε αναπτύχθηκε ένα δίκτυο ανθρώπων γύρω μου. Η πόλη σίγουρα προσφέρει ερεθίσματα ως μεγάλη μητρόπολη, το περπάτημα, τα σινεμά, η συνεχής ροή ανθρώπων, αλλά και το γεγονός ότι περνά συνέχεια κόσμος από το εξωτερικό. Όλα αυτά συνθέτουν ένα περιβάλλον που, έμμεσα, επηρεάζει τη δουλειά μου.
-Σκέφτεσαι να επιστρέψεις κάποια στιγμή στη Λεμεσό; Ναι, κατά καιρούς το σκέφτομαι αρκετά. Βέβαια περνάω μεγάλα διαστήματα στη Λεμεσό, είτε για projects είτε για προσωπικούς λόγους. Αυτή την περίοδο, όμως, έχω εξοικειωθεί περισσότερο με την απόσταση και με το να κινούμαι ανάμεσα σε διαφορετικούς τόπους.
-Το 2018-19 έλαβες μέρος σε ένα residency στη Rijksakademie van Beeldende Kunsten του Άμστερνταμ. Πόσο σημαντική ήταν αυτή η εμπειρία σου; Ήταν πολύ σημαντική για μένα. Βρέθηκα σε ένα χώρο όπου μπορούσα να δοκιμάσω, να πειραματιστώ, να αποτύχω, και να επανεξετάσω τη δουλειά μου χωρίς πίεση και με οικονομική στήριξη από την ακαδημία. Πράγμα που αποδείχθηκε ιδιαίτερα πολύτιμο όσο περνά ο καιρός. Μια τέτοια ευκαιρία μπορεί να καθορίσει την πορεία κάποιου και να επιτρέψει σε ανερχόμενους καλλιτέχνες να εξελιχθούν, σε έναν κατά τα άλλα δύσβατο κλάδο και με περιορισμένα ανοίγματα.
-Είσαι από τους δημιουργούς της ομάδας «Νεωτερισμοί Τουμάζου». Πιστεύεις ότι δεν είχατε την απαραίτητη στήριξη για να συνεχίσετε σαν ομάδα; Οι «Νεωτερισμοί Τουμάζου» ήταν μια πολύ σημαντική εμπειρία, ένας χώρος πειραματισμού και συλλογικότητας σε μια πολύ δύσκολη οικονομικά και μεταβατική περίοδο για την Κύπρο, ειδικά μετά την τραπεζική κρίση. Δεν θα το έβλεπα μόνο ως θέμα στήριξης ή μη· περισσότερο ως έναν κύκλο που ολοκληρώθηκε, αλλά άφησε κάτι ουσιαστικό. Αν υπήρχε πιο σταθερή και ουσιαστική υποστήριξη τότε, ίσως η πορεία να ήταν διαφορετική. Παρ’ όλα αυτά, νιώθω ότι στην Κύπρο γενικά δεν υπάρχει η εκτίμηση που θα έπρεπε για τους καλλιτέχνες. Υπάρχει μια πολύ δυναμική καλλιτεχνική κοινότητα, αλλά η στήριξη δεν είναι ουσιαστική ή μακροπρόθεσμη. Συχνά παρατηρούνται σπασμωδικές κινήσεις από τους θεσμούς, χωρίς ξεκάθαρο όραμα ή συνέχεια, κάτι που δημιουργεί αίσθηση αστάθειας. Ακόμη και σημαντικές στιγμές προβολής, όπως η συμμετοχή στη La Biennale di Venezia, δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι υπάρχει συνολική και σταθερή υποστήριξη προς τους καλλιτέχνες σε βάθος χρόνου.
Η πρώτη σου ατομική έκθεση στην Κύπρο με τίτλο «Karat Castle», έγινε στους Νεωτερισμούς Τουμάζου το 2015. Πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος που προσεγγίζεις την τέχνη σ’ αυτή τη δεκαετία που πέρασε; Ένα από τα κεντρικά έργα που δημιούργησα τότε ήταν το We Risk, ένα λεπτό μεταλλικό στοιχείο που εκτεινόταν από την οροφή μέχρι το πάτωμα και περιστρεφόταν με μοτέρ. Παράλληλα παρουσιάστηκε ένα τροποποιημένο όχημα, βασισμένο σε φωτογραφία του «Γιώργου του ανάπηρου» στο Κοιλάνι, με φωτιστικά στοιχεία, τοποθετημένο μπροστά από έναν ανοξείδωτο καθρέφτη με τη φράση «I, you, he, she, it, we, you, them», πλαισιωμένη από αυτοκόλλητα δαλματίας σε κύκλο. Δεν θα έλεγα ότι έχει αλλάξει ο πυρήνας της σκέψης μου, αλλά με τον χρόνο έχει εξελιχθεί ο τρόπος που αναπτύσσω τις ιδέες μου.
- Info Η 61η Μπιενάλε Βενετίας υπό τον γενικό τίτλο «In Minor Keys» θα πραγματοποιηθεί από το Σάββατο 9 Μαΐου ώς την Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2026 στους χώρους του Giardini και του Arsenale, καθώς και σε διάφορες τοποθεσίες στην πόλη της Βενετίας. Η έκθεση της Μαρίνας Ξενοφώντος «It Rests to the Bones» θα παρουσιαστεί στο Κυπριακό Περίπτερο, στο Associazione Culturale Spiazzi.
Ελεύθερα 19.4.2026