Με αφορμή την έκθεση του εμβληματικού Μπιλ Βαϊόλα (Bill Viola) στην Κύπρο, με τίτλο «Unspoken», ο επιμελητής της και επικεφαλής επιμελητής τού PSI Foundation, Ντιμίτρι Οζέρκοφ, μιλά για τη δημιουργία ενός ζωντανού πεδίου διαλόγου ανάμεσα στο έργο του καλλιτέχνη και την ιδιαίτερη ιστορική και υπαρξιακή συνθήκη του τόπου.

Από τη βραδύτητα ως μορφή αντίστασης έως τον ρόλο του θεατή και τη σχέση εικόνας και λόγου, η συζήτηση φωτίζει μια έκθεση που υπερβαίνει την απλή παρουσίαση έργων και γίνεται εμπειρία βαθιάς αντίληψης και στοχασμού πάνω σε θεμελιώδη ανθρώπινα ερωτήματα.

-Ποιο ήταν το βασικό ερώτημα που θέσατε όταν ξεκινήσατε να σχεδιάζετε την έκθεση στην Κύπρο; Το κεντρικό μας ερώτημα ήταν πώς θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια ουσιαστική συνάντηση ανάμεσα στο έργο του Μπιλ Βαϊόλα και την Κύπρο ως τόπο με μια ιδιαίτερα σύνθετη ιστορική, πολιτισμική και υπαρξιακή ταυτότητα. Πρόκειται για την πρώτη σημαντική παρουσίαση αυτού του πρωτοπόρου της video art στο νησί και, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να είναι απλώς μια αναδρομική έκθεση. Έπρεπε να λειτουργήσει ως χώρος διαλόγου. Το έργο του Βαϊόλα εστιάζει βαθιά στον χρόνο, τη μετάβαση και την ανθρώπινη κατάσταση· την ίδια στιγμή, η Κύπρος είναι ένας τόπος διαμορφωμένος από πολυεπίπεδες ιστορίες, διχοτόμηση, αλλά και συνέχεια. Το ζητούμενο ήταν πώς αυτές οι δύο διαστάσεις θα συναντηθούν, ώστε η έκθεση να μην αφορά μόνο την παρουσίαση των έργων, αλλά να γίνει ένα ζωντανό πεδίο όπου θεμελιώδη ανθρώπινα ερωτήματα –για τη ζωή, τον θάνατο και τη μεταμόρφωση– βιώνονται μέσα από το πρίσμα αυτής της συγκεκριμένης γεωγραφίας.

-Γιατί επιλέξατε τον τίτλο «Unspoken» («Ανείπωτα»); Ο τίτλος, δανεισμένος από ένα από τα έργα, παραπέμπει σε ό,τι βρίσκεται πέρα από τη γλώσσα. Το «ανείπωτο» δεν δηλοί, απαραίτητα, απουσία, αλλά μια διαφορετική μορφή παρουσίας και αυτό αποτελεί βασικό άξονα της πρακτικής τού Βαϊόλα. Τα έργα του λειτουργούν σε ένα πεδίο όπου το νόημα δεν διατυπώνεται με λέξεις, αλλά βιώνεται μέσω του φωτός, του ήχου και της διάρκειας. Ο τίτλος σχετίζεται, επίσης, με τη σιωπή ως μορφή επικοινωνίας, καθώς και με ό,τι παραμένει αδιατύπωτο, άρρητο ή ακόμη και άλυτο. Στο κυπριακό πλαίσιο, όλο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς το νησί φέρει ιστορικά και συναισθηματικά στρώματα που δεν εκφράζονται πάντα άμεσα. Ο τίτλος συνδέεται, επίσης, με την έννοια της αντανάκλασης τόσο ως εικόνας όσο και ως διαδικασίας αυτοαναγνώρισης, στοιχείο θεμελιώδες στο έργο του.

-Η έκθεση λειτουργεί περισσότερο ως εμπειρία ή ως αφήγηση; Λειτουργεί πρωτίστως ως εμπειρία, που προσεγγίζει περισσότερο μια μορφή διαλογισμού παρά μια ιστορία, καθώς τα ίδια τα έργα δεν είναι δομημένα με αρχή και τέλος. Συνιστούν, μάλλον, χρονικά πεδία, μέσα στα οποία εισέρχεται ο θεατής. Οι αφηγήσεις αναδύονται και χάνονται μέσα από την κίνηση του επισκέπτη στον χώρο και στον χρόνο της έκθεσης.

-Πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του θεατή στη διαμόρφωση του νοήματος; Είναι καθοριστικός. Η εικόνα δεν υπάρχει ανεξάρτητα από την πρόσληψή της. Κάθε θεατής ενεργοποιεί το έργο μέσα από τη δική του εμπειρία και το νόημα αναδύεται μέσα από αυτήν τη συνάντηση.

-Αναφέρεστε σε έναν «διάλογο» με την αρχαιότητα. Αλήθεια, πώς τον ενεργοποιήσατε χωρίς την παρουσία των αρχαίων έργων; H έκθεση δεν επιδιώκει να «εικονογραφήσει» την αρχαιότητα, αλλά να ενεργοποιήσει εκ νέου τα ερωτήματά της σε ένα εννοιολογικό επίπεδο. Η ίδια η παραλία των Τσιφλικουδιών, όπου βρίσκεται το PSI Foundation, είναι χώρος ιστορικός. Η βαθιά σχέση του Βαϊόλα με την αρχαία τέχνη, ιδίως τα ελληνορωμαϊκά ανάγλυφα και τις επιτύμβιες στήλες, τον ώθησε να τα προσεγγίζει όχι ως απλά αντικείμενα, αλλά ως εκφράσεις θεμελιωδών ανθρώπινων στάσεων και πεποιθήσεων. Αρχικά, επιδιώξαμε να φέρουμε αρχαιότητες σε άμεσο διάλογο με τα έργα του, αλλά αυτό αποδείχθηκε δύσκολο. Έτσι, ενθαρρύνουμε τους επισκέπτες να επισκεφθούν κοντινούς αρχαιολογικούς χώρους όπως η Αμαθούντα, το Κούριο, τα Κούκλια και η Πάφος, καθώς και το Αρχαιολογικό Μουσείο Λεμεσού. Παράλληλα, ζήτησα από τον αρχαιολογικό λειτουργό Γιάννη Βιολάρη να συμβάλει με τη δική του οπτική σε αυτόν τον «διάλογο». Ο σύγχρονος θεατής τής έκθεσης έρχεται, εν τέλει, αντιμέτωπος με παρόμοια ερωτήματα όπως και ο επισκέπτης των κυπριακών ιερών και λατρευτικών χώρων της αρχαιότητας: τη διαπερατότητα ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, την έννοια της μετάβασης και την ανθρώπινη μορφή στο κατώφλι μεταξύ κόσμων.

«The Raft May», 2004. © Kira Perov (ευγενική παραχώρηση Bill Viola Studio)

-Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε κατά το στήσιμο της έκθεσης; Η βασική πρόκληση ήταν να αναδημιουργηθούν οι ιδιαίτερες συνθήκες που είχε επινοήσει ο Μπιλ Βαϊόλα, ώστε ο χρόνος να βιώνεται διαφορετικά. Ακολουθήσαμε με ακρίβεια τις οδηγίες του στούντιο του καλλιτέχνη, ώστε τα έργα να αναπτύσσονται αργά και να αντιστέκονται στη γρήγορη κατανάλωση. Αυτό σήμαινε πολύ προσεκτική διαχείριση του φωτός και του ήχου, ώστε ο χώρος να λειτουργεί ως χρονικό περιβάλλον κι όχι απλώς ως οπτικό.

-Αυτή η έμφαση στη βραδύτητα είναι, εν τέλει, αισθητική επιλογή ή μορφή αντίστασης; Η βραδύτητα είναι κάτι περισσότερο από αισθητική στρατηγική· αποτελεί απάντηση στις συνθήκες της σύγχρονης ζωής. Επιβραδύνοντας τον χρόνο, ο Βαϊόλα μάς επιτρέπει να αντιληφθούμε ό,τι συνήθως παραμένει αόρατο. Έτσι, η βραδύτητα λειτουργεί ως αντίσταση στον κατακερματισμό και ως τρόπος επαναφοράς του βάθους στην αντίληψη.

-Μπορεί η τέχνη να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην ταχύτητα της ψηφιακής εποχής; Ναι, εφόσον επιμένει σε διαφορετικούς όρους προσοχής. Το έργο του Βαϊόλα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: απαιτεί παρουσία και ουσιαστική εμπλοκή, προτείνοντας έναν διαφορετικό ρυθμό αντίληψης και σχέση με τον κόσμο. Η έκθεση είναι ψηφιακή, ωστόσο εδώ μιλάμε για μια μοναδική προσέγγιση ως προς την ίδια τη φύση της ψηφιακής τέχνης.

-Πώς επηρεάζει η συνεχής «κατανάλωση» εικόνων την εμπειρία τέτοιων έργων; Η σύγχρονη γενιά, που είναι συνηθισμένη στο διαρκές «σκρολάρισμα», κινδυνεύει να χάσει την ουσία της έκθεσης. Έχουμε εξοικειωθεί με μια ταχεία, αποσπασματική θέαση. Το έργο του Βαϊόλα αντιστρατεύεται αυτήν τη συνθήκη, απαιτώντας διάρκεια και συγκέντρωση. Μάς καλεί να επαναπροσδιορίσουμε τους όρους της αντίληψής μας. Η έκθεση αυτή λειτουργεί ως πρόσκληση προς αυτήν την κατεύθυνση.

-Μπορεί η τεχνολογία να υπηρετήσει το άυλο ή έχει παγιδευτεί στο εφήμερο; Ναι, αλλά εξαρτάται από την πρόθεση και την ευαισθησία. Ο Βαϊόλα δείχνει ότι η τεχνολογία μπορεί να γίνει μέσο προσέγγισης του αόρατου –του ύπνου, του θανάτου, της πνευματικής μετάβασης– και να λειτουργήσει, έτσι, ως γέφυρα ανάμεσα στο υλικό και το άυλο. Αξιοποιώντας την ως εργαλείο προσοχής, ανοίγει τελικά τον δρόμο προς μια βαθύτερη κατανόηση τού τι σημαίνει να είμαστε άνθρωποι σήμερα.

© Andrii Bychkovkyi

-Οι εικόνες μπορούν να εκφράσουν ό,τι δεν μπορούν οι λέξεις; Ναι, και αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της πρακτικής του Βαϊόλα. Το έργο του δείχνει ότι οι εικόνες δεν υποκαθιστούν τη γλώσσα, αλλά διευρύνουν το πεδίο της εμπειρίας πέρα από αυτήν.

-Πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της Κίρα Περόφ, συζύγου του Βαϊόλα, στη διατήρηση και εξέλιξη του έργου του μετά τον θάνατό του; Ο ρόλος της είναι καθοριστικός. Υπήρξε διά βίου συνεργάτιδά του και συνεχίζει να διασφαλίζει την ακεραιότητα και τη συνέχεια του έργου του. Χωρίς τη δική της αφοσίωση και συμβολή, ένα τέτοιο εγχείρημα δεν θα ήταν εφικτό.

-Ποιος είναι ο ρόλος και η συμβολή του PSI Foundation στο σύγχρονο πολιτιστικό τοπίο της Κύπρου και τι νέο φέρνει στην τοπική σκηνή; Το PSI Foundation λειτουργεί ως ένας υβριδικός πολιτιστικός οργανισμός που υπερβαίνει τα όρια ενός παραδοσιακού εκθεσιακού χώρου, συνδυάζοντας χαρακτηριστικά μουσείου, ερευνητικής πλατφόρμας και δημόσιου περιβάλλοντος. Βασίζεται στην ιδέα ότι η τέχνη δεν είναι μόνο για να τη βλέπουμε, αλλά για να τη βιώνουμε στον χρόνο και να την εξερευνούμε μέσα από ποικίλες πρακτικές, μορφές και τρόπους έρευνας. Η συμβολή του δεν έγκειται τόσο στην εισαγωγή κάτι εντελώς νέου, όσο στην επανενεργοποίηση υπαρχουσών αφηγήσεων και στη δημιουργία συνθηκών όπου το τοπικό και το διεθνές μπορούν να συναντηθούν ουσιαστικά. Η παρούσα έκθεση, μαζί με την παράλληλη έκθεση στη Λευκωσία, «Are we mirrors or windows?», σε επιμέλεια της Ευαγορίας Δαπόλα, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της συνάντησης.

-Ποιες είναι οι βασικές προκλήσεις και επιλογές στη λειτουργία του οργανισμού; Η λειτουργία του PSI βασίζεται σε συνειδητές επιλογές που ενισχύουν τη σύνδεσή του με την κοινωνία. Η στενή συνεργασία με Κύπριους επαγγελματίες και διανοούμενους αποτελεί βασικό άξονα ανάπτυξης και ενδυναμώνει τη σχέση με το τοπικό κοινό. Η δωρεάν πρόσβαση στις εκθέσεις και τις δράσεις, παρά τις πρακτικές δυσκολίες που αυτό συνεπάγεται, είναι μια κεντρική επιλογή που προάγει τη συμπερίληψη και τη διεύρυνση της πρόσβασης στον πολιτισμό. Παράλληλα, μέσα από ένα πολυεπίπεδο πρόγραμμα –διαλέξεις, συναυλίες, masterclasses και ανοιχτό ψηφιακό αρχείο– το PSI καλλιεργεί μια ενεργή και ουσιαστική σχέση με το κοινό, καθιστώντας την τέχνη έναν χώρο συνάντησης, εμπειρίας και ανταλλαγής ιδεών. Πιστεύετε ότι η σύγχρονη τέχνη έχει απομακρυνθεί από τον ελιτισμό; Όχι πλήρως. Η προσβασιμότητα παραμένει ένα σύνθετο ζήτημα. Αυτό που έχει σημασία είναι να δημιουργούνται συνθήκες όπου η πολυπλοκότητα δεν αποκλείει τον θεατή.

  • INFO «Bill Viola. Unspoken», Λεμεσός, Ίδρυμα PSI (25245730). Εγκαίνια: Παρασκευή 24 Απριλίου, 8μ.μ. Διάρκεια: μέχρι 1η Αυγούστου 2026.

Ελεύθερα, 19.04.2026