Πόσο διαρκεί μια έκθεση και υπάρχουν όντως «ήσυχες» πάροδοι;
Στις 18 Απριλίου 2024 άνοιξε η έκθεση «Σε έναν ανθισμένο χωματόδρομο δίπλα από μια ήσυχη πάροδο…», η Κυπριακή συμμετοχή στην 60ή Διεθνή Έκθεση Σύγχρονης Τέχνης – Μπιενάλε Βενετίας.
Η έκθεση λειτούργησε ως μια συλλογική και πολυφωνική πλατφόρμα δράσης, αποτέλεσμα της συνάντησης της Lower Levant Company (Emiddio Vasquez, Πήτερ Εραμιάν), της καλλιτεχνικής κολεκτίβας Endrosia (Ανδρέας Ανδρονίκου, Μαρίνα Ασιώτη, Νίκη Χαραλάμπους, Ντόρις Μαρί Δημητριάδου, Ειρήνη Χένκιν, Ραφαηλία Τσιρίδου, Αλέξανδρος Ξενοφώντος) και του Λιβανέζου καλλιτέχνη Haig Aivazian.
Δύο χρόνια μετά, και καθώς περιμένουμε την επόμενη Μπιενάλε, φαίνεται ότι η επιμονή της ομάδας να εξετάζει τρέχουσες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες προσδίδει στο εγχείρημα μια παρατεταμένη επικαιρότητα.

Τα φαντάσματα που έχουν προ(σ)καλέσει, διάφορες αντανακλάσεις της βίαιης αποσιώπησης που ασκεί η αποικιοκρατική βία στην ευρύτερη γεωγραφία της περιοχής, αναγνωρίζονται πλέον όχι μόνο ως σημεία απουσίας, αλλά και ως φιγούρες αντίστασης στις ίδιες τις συνθήκες που τα δημιουργούν.
Από την αρχή, εντύπωση προκάλεσε ο τίτλος, δανεισμένος από την πρώτη γραμμή ενός ρεπορτάζ του Forbes το 2019, που περιέγραφε ένα μαύρο βαν σταθμευμένο σε έναν χωματόδρομο γεμάτο αγριολούλουδα στη Λάρνακα.
Η μετατόπιση της φράσης από το δημοσιογραφικό στο ποιητικό επίπεδο, με τις τρεις τελείες να αιωρούνται, συγκροτεί μια διττή εικόνα: μια Κύπρος «ήσυχη» αλλά ταυτόχρονα εμποτισμένη με μια υπόγεια ένταση, όπου τα πάντα ενδέχεται να παρακολουθούνται μυστικά.
Το όχημα ανήκε στον έμπορο κατασκοπευτικής τεχνολογίας Tal Dilian και μπορούσε να υποκλέπτει δεδομένα από κάθε κινητό τηλέφωνο σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου. Στην Ελλάδα, η υπόθεση παρακολούθησης με spyware, στην οποία κυπριακές εταιρείες και υποδομές παίζουν ρόλο που εξακολουθεί να διερευνάται, έχει αναδείξει ένα ευρύτερο δίκτυο κατασκοπευτικής τεχνολογίας που εκτείνεται σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο.
Είναι σε αυτό το πλαίσιο που η φανταστική εταιρεία-κέλυφος «Forever Informed», που επινοήθηκε ως το «πρόσωπο» της έκθεσης, υποσχόταν «έξυπνες λύσεις για αδύναμα (τηλεπικοινωνιακά) σήματα», αντηχώντας χιουμοριστικά τη γλώσσα της βιομηχανίας παρακολούθησης.

Ο εκθεσιακός χώρος λειτουργούσε ως ένα ιδιότυπο γραφείο της εταιρείας: ψευδοροφή από την οποία αναβόσβηνε σε κώδικα Μορς το απειλητικό μήνυμα «ΑΥΡΙΟΝ ΠΡΩΙΝ ΕΝ ΝΑ ΔΕΙΣ», κομμένα καλώδια που έπεφταν από την οροφή, κεραμικές κόρνες δίπλα από αληθινές που εκπέμπαν ηχογραφήσεις από στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ένα βιντεοπαιχνίδι όπου ένας μπλε γορίλας κατέστρεφε έναν πολυτελή εταιρικό χώρο είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία που το συνέθεταν.
Η «παντοτινή ενημέρωση» αποκαλύπτεται ως ένας μηχανισμός συλλογής και εκμετάλλευσης ροών δεδομένων – ροών που, όταν διακόπτονται ή «γκλιτσάρουν», εκθέτουν τα ίδια τους τα όρια. Σε αυτό το ρήγμα, η ομάδα εισάγει μια φανταστική αφήγηση: μηνύματα ηλεκτρονικού ψαρέματος (phishing) που συνεχίζουν να διαχέονται στον ενεργό λογαριασμό ενός νεκρού παραλήπτη.
Η αφήγηση λειτουργεί ως αλληγορία των σύγχρονων επικοινωνιακών συνθηκών, όπου το ghosting, δηλαδή η αδικαιολόγητη απουσία απάντησης, παύει να είναι απλώς κοινωνική συμπεριφορά και γίνεται δομική συνθήκη. Το ερώτημα, έτσι, οξύνεται: όταν δεν υπάρχει ούτε γνήσιος αποστολέας ούτε γνήσιος παραλήπτης, ποιος μιλά και ποιος σιωπά; Και τελικά, σε ποια πλευρά της οθόνης κατοικεί το φάντασμα;

Το ghosting παύει να είναι απλώς μια πράξη αδράνειας μέσα στον υπερκορεσμό της πληροφορίας και μετατρέπεται σε έναν τρόπο κατανόησης της σχέσης ανάμεσα στην απουσία και την παρουσία στη ψηφιακή εποχή. Δεν αφορά μόνο την αποχώρηση από μια συνομιλία, αλλά έναν ευρύτερο μηχανισμό μέσω του οποίου κάτι γίνεται αισθητό ακριβώς επειδή λείπει.
H Κύπρος εγγράφεται σε ένα γεωπολιτικό πεδίο όπου το ορατό και το αόρατο δεν συνυπάρχουν απλώς, αλλά παράγουν το ένα το άλλο. Ως «νησί-κεραία» και τόπος παρακολούθησης, καταλαμβάνει μια εγγενώς αντιφατική θέση: είναι ταυτόχρονα σημείο έκθεσης και απόκρυψης. Οι συνέπειες αυτής της θέσης παραμένουν διάχυτες και συχνά αθέατες, σαν φαντασματικές παρουσίες που δεν έχουν ακόμη αποκτήσει πλήρη μορφή.
H παρατήρηση αναπόφευκτα εμπλέκεται με τη συνενοχή. Το υποκείμενο ταλαντεύεται ανάμεσα στο να βλέπει και στο να συμμετέχει, χωρίς να μπορεί να ταυτιστεί πλήρως με καμία από τις δύο θέσεις.

Σε επίπεδο μεθοδολογίας, η έκθεση ενσωμάτωσε τα ίδια τα θέματά της ως πρακτική εργασίας. Αμφισβήτησε τον διαχωρισμό καλλιτέχνη-επιμελητή, υιοθέτησε μη-ιεραρχικές διαδικασίες συνεργασίας και αντιμετώπισε τον εκθεσιακό χώρο ως μια ζωντανή, εξελισσόμενη διαδικασία.
Έτσι, το κυπριακό περίπτερο δεν παρουσίαζε απλώς έργα, αλλά συγκροτούσε έναν ολόκληρο κόσμο, ένα πλαίσιο ενεργοποίησης συζητήσεων και συλλογικής σκέψης.
Μέσα από δράσεις όπως το Vigil Workspace, ο χώρος μετατράπηκε σε εργαστήριο επαγρύπνησης. Με στόχο τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου του επιτηρητή (από μονοδιάστατη εργασία σε ενεργή εμπλοκή στα δρώμενα του Κυπριακού Περιπτέρου) η καλλιτεχνική ομάδα επέκτεινε την έρευνά της δια μέσου μιας πλατφόρμας φιλοξενίας.
Στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού, καλλιτέχνες και ερευνητές κλήθηκαν να αναλογιστούν τη φυσική παρουσία καθώς και την τελετουργική και την πολιτική υπόσταση της επαγρύπνησης στη σημερινή εποχή. Επίσης, πρωτοβουλίες όπως το cyprusborderscape.com εκθέτουν τη συστηματική σκοπιμότητα της βίας μέσω των συνόρων, ως μια βία που διευρύνεται πέρα από λίγα μεμονωμένα περιστατικά.

Η πλατφόρμα στοχεύει να καταστήσει δυνατή την απόδοση ευθυνών πέρα από την αιτιότητα, και να λειτουργήσει ως ένα εργαλείο για τη συλλογική γνώση, το συλλογικό πένθος και την συλλογική αντίσταση.
Στο σήμερα, δύο χρόνια μετά, αυτή η ζωντάνια φαίνεται να συνεχίζεται με έναν απρόσμενο τρόπο: η ομάδα έλαβε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από το Shaba7-el-adna, έναν μυστηριώδη ανώνυμο χρήστη του Reddit, που συνέλεξε και μοιράστηκε μαζί τους μια έρευνα βασισμένη σε δημόσια, διαθέσιμα δεδομένα που αφορούν τις παρακολουθήσεις του «μαύρου βαν».
Η χαρτογράφηση καθιστά ορατό ένα περίπλοκο πλέγμα σχέσεων ανάμεσα σε νομικά πλαίσια, επιχειρηματικές πρακτικές και κρατικούς μηχανισμούς – δηλαδή τις ίδιες συνθήκες που επιτρέπουν φαινόμενα όπως το «μαύρο βαν» να λειτουργούν στα όρια της αδιαφάνειας. Οι πηγές προέρχονται από το Internet Archive, ένα εργαλείο που αρχειοθετεί ψηφιακά ίχνη και επιτρέπει την αναδρομική μελέτη τους μέσα στον χρόνο.
Παράλληλα, η χαρτογράφηση λειτουργεί ως χάρτης της παγκοσμιοποιημένης κίνησης του κεφαλαίου, αποκαλύπτοντας διασυνδέσεις σε διεθνές επίπεδο.
Ως μέρος πλέον της υποδομής της «Forever Informed», δημιουργεί μια ένταση ανάμεσα στην αφηγηματική προσέγγιση της δημιουργίας της εταιρίας και στη διερεύνηση μέσω τεκμηρίων, αφήνοντας τη δουλειά της ανοιχτή σε πιθανότητες και ερμηνείες. Παραμένει, πάντως, σε σύνδεση με τα κοινά.
Όπως υπενθυμίζει ο Bruno Latour, το forensic (τεκμηριολογικό) ανήκει ετυμολογικά στο «φόρουμ», στον δημόσιο χώρο της συζήτησης.
Η χαρτογράφηση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα πιθανό «κλείσιμο» του πρότζεκτ: μια επιστροφή στο αρχικό σημείο, στο «εδώ» της Κύπρου και στη διπλή της θέση, του μάρτυρα των γεγονότων της περιοχής και του συνένοχου σε αυτά. Και όμως, η δύναμη της έκθεσης έγκειται ακριβώς στην προσήλωσή της στην πραγματικότητα μέσω της μυθοπλασίας και στην άρνησή της να αντιμετωπίσει τα δύο ως αντίθετα.

Ο Hal Foster, στο «The Return of the Real», υποστηρίζει ότι η τέχνη που έχει πραγματική κριτική δύναμη δεν αναπαριστά απλώς την πραγματικότητα, αλλά εισχωρεί στις ρωγμές της, σε εκείνα τα σημεία όπου το πραγματικό αντιστέκεται στην αναπαράσταση και αναδύεται ως τραύμα, ως επανάληψη, ως αυτό που επιμένει να επιστρέφει.
Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές όταν μια έκθεση συναντά τα τρέχοντα γεγονότα και ακόμη περισσότερο όταν τα γεγονότα την ξεπερνούν χρονικά. Η έκθεση μετατρέπεται σε έναν «σταθμό ghosting» της πραγματικότητας: έναν χώρο όπου μπορούμε να επεξεργαστούμε όσα αποσιωπούνται.
Δεν παραμένει απλώς ένα γεγονός, αλλά δημιουργεί τη δική της υποδομή που είναι εξίσου φαντασμική με τη λειτουργία της χρηματοπιστωτικής οικονομίας, εξίσου αόρατη με τα θύματα που δεν καταγράφονται, και ταυτόχρονα εξίσου παρούσα με τις ιστορίες και τα ίχνη που τη διατρέχουν.
Τελικά, η απάντηση της έκθεσης δεν δίνεται μέσα από ένα συμπέρασμα, αλλά μέσα από μια επιστροφή: μια φαντασμαγορία που επανεμφανίζεται ως εικόνα, ως δομή, ως μήνυμα από άγνωστο αποστολέα, δύο χρόνια αργότερα.
Σε μια εποχή όπου η πολιτική συχνά αποτυγχάνει να αρθρώσει ανθρώπινο λόγο, οι καλλιτέχνες αναλαμβάνουν να υπενθυμίζουν ότι η πραγματικότητα παραμένει αιωρούμενη ανάμεσα σε πολλαπλές χρονικότητες, οι οποίες παράγουν ρωγμές στον καμβά της τέλειας εικόνας.
Το ghosting εδώ είναι πολλαπλό: μια χώρα που γίνεται αόρατη μέσα στη δική της ιστορία, πολίτες που παρακολουθούνται χωρίς να το γνωρίζουν, τραύματα που επιστρέφουν ως φαντάσματα. Και κάπως έτσι, ο χωματόδρομος παραμένει ανθισμένος, ίσως σε λιγότερο ήσυχες παρόδους…
Περισσότερες πληροφορίες
Ελεύθερα, 19.04.2026